No 1238. Τα κάγκελα από το μπαλκόνι της Εξωραϊστικής


Τι είναι αυτό που μας αποσπά το θαυμασμό σε ένα τέτοιο άψυχο αντικείμενο; Να είναι η τέχνη που αποτυπώθηκε την στιγμή της δημιουργίας του; Να είναι η σύνδεση με το παρελθόν και με τους ανθρώπους μας που έφυγαν; Nα είναι το μυστικιστικό σημάδι που μας ενώνει σαν πόλη;
Και τα τρία και ίσως άλλα…

Με μεγάλη συγκίνηση αντίκρισα την φωτογραφία που μου έστειλε η εκλεκτή φίλη Niki Svoliantopoulou . Η ίδια μου είχε στείλει πέρυσι μια φωτογραφία του πατέρα της που δούλευε σαν εργάτης στην σκεπή της πληγωμένης από το σεισμό Εξωραϊστικής (ανάρτηση Νο. 1053 https://tinyurl.com/y9lf6w4k)

Πριν λίγο καιρό ο πατέρας της της είπε πως σε ένα ετοιμόρροπο παλιό σπίτι του στα Γρεβενά έχει βάλει τα κάγκελα της Εξωραϊστικής. Η Νίκη τα φωτογράφησε και μου έστειλε την φωτογραφία.

Μόλις την είδα, (μιας και έχω χόμπι την καλλιγραφία) συνειδητοποίησα ότι το μονόγραμμα έλεγε Ι.Σ. δηλαδή που ταιριάζει με το Ιωάννης Σαραφόπουλος. Αμέσως κοίταξα στις παλιές φωτογραφίες του ΔΗ.Κ.Ι. και όντως η #511 δείχνει κάγκελα με κοινά στοιχεία. Η προέλευση, το ΙΣ και οι λεπτομέρειες τους, και οι φωτογραφίες δεν αφήνουν αμφιβολία. Είναι από το κυρίως μπαλκόνι της Εξωραϊστικής, πάνω από την κυρία είσοδο στην Φιλελλήνων. (δείτε την ανάρτηση 1053).

Η εύρεση ενός τέτοιου κομματιού είναι συγκλονιστική.
Η ομορφιά και η λεπτομέρεια είναι απίστευτη. Η έμμεση απεικόνιση της δύναμης και του πλούτου του ιδιοκτήτη έχει γίνει με τρόπο εξαιρετικής αισθητικής. Είναι ένας συμβολισμός της δυναμικότητας του Βόλου στο τέλος του 19ου αιώνα.

“Βλέπω” ότι το κομμάτι αυτό της ιστορίας της πόλης θα ξαναέρθει στο φυσικό του μέρος… Και αισθάνομαι χαρούμενος σαν μικρό παιδί…

Advertisements
Posted in Uncategorized | Tagged | Leave a comment

1237. Τα πέτρινα 


Tην νύχτα της 18ης προς 19η Σεπτεμβρίου 1922, “κατέπλευσε εις τον λιμένα μας το υπερωκεάνιο “Μεγάλη Ελλάς” φέρον πρόσφυγας εκ Σμύρνης” έλεγε η μικρή σημείωση στην ΘΕΣΣΑΛΙΑ της επόμενης μέρας. Με την τρίτη και τελευταία αυτή ανάρτηση κλείνω το φετινό αφιέρωμα στην πονεμένη αυτή επέτειο. Η σημερινή φωτογραφία είναι της οικογενείας Στουρνάρα γύρω στα 1928-29. Έπεσε στα χέρια μου πρόσφατα. Δεν την έχω δει ποτέ δημοσιευμένη προηγουμένως. O δρόμος πιθανόν να είναι η Δορυλαίου.

Είναι τα “πέτρινα”. Πρέπει να είναι κοντά στο τέλος της κατασκευής τους (1929). Σχεδιάστηκαν το 1926 στην περιοχή “μεταξύ των οδών Φιλαδελφείας, Τροίας, Θράκης, Προύσσης, Γανοχώρας, Ελλησπόντου, Μαιάνδρου και Κάδμου, δυτικά κι αυτά της Ευαγγελίστριας, ακριβώς μετά τα τσιμεντένια. Πρόκειται για τις πλέον ευρύχωρες και προνομιούχες κατοικίες του προσφυγικού συνοικισμού, με αρκετά μεγάλα οικόπεδα, ~100-170 τ.μ. Αυτά τα κατοικούσαν, ως επί το πλείστον πρόσφυγες που ήρθαν το 1924, οι λεγόμενοι “ανταλλάξιμοι” “, διαβάζουμε στο [1]. Εκεί λέει ότι ονομάστηκαν πέτρινα γιατί κτίστηκαν με πέτρα που εξορυσσόταν από το λατομείο του Κουφόβουνου.

Και σήμερα τι; Έκανα μια εικονική βόλτα στην περιοχή, και αν ξέρεις, το μάτι μπορεί να διακρίνει πολλά ίχνη του παρελθόντος. Αλλού, ακριβώς όπως και τότε – λίγα όμως. Αλλού, απλά περιγράμματα στον τοίχο της διπλανής πολυκατοικίας. Αλλού βαμμένα κρύβονται, αλλά το κομμάτι του πεσμένου σοβά δείχνει τις πέτρες, όπως ήταν και τότε, φρεσκοβγαλμένες από το λατομείο του Κουφόβουνου.

Θυμόμαστε; Αυτός ήταν και ο σκοπός της διπλανής πλατείας των Εθνικών Αναμνήσεων.
Σκεφτόμαστε; Αυτό είναι προσωπικό μας καθήκον.

[1] Η ιστορική και Οικιστική διαδρομή. Από την προσφυγούπολη του 1922 στη σύγχρονη του 2011. (ερευνητική εργασία) Φοιτήτρια : Φουντούλη Ειρήνη – Αδαμαντία. .Επιβλέπων καθηγητής : Κωνσταντίνος Αδαμάκης Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Σεπτέμβριος 2011
https://issuu.com/greekarchitects/docs/81.13.11

 

Posted in Uncategorized | Tagged , , | Leave a comment

Νο. 1236 Ο Συνοικισμός της Νέας Ιωνίας.

Στα πλαίσια των αναρτήσεων για την προσφυγική Νέα Ιωνία βάζω σήμερα κομμάτια από ένα κείμενο του Άθω Τριγκώνη στην εφημερίδα Λαϊκή Φωνή που δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στα 1933 που αναφέρονται στον συνοικισμό. Κράτησα την ορθογραφία του άρθρου.  Όλα τα σχετικά άρθρα θα τα βρείτε εδώ https://volosmagnisia.files.wordpress.com/2018/09/trigkonis-nea-ionia-1933.pdf

“Συμπληρώθηκαν πια, δέκα χρόνια από τότε που οι πρόσφυγες, κυνηγημένοι από τα μέρη τους, ήρθαν και εγκαταστήθησαν εδώ. Και τώρα δέκα χρόνια, η ζωή τους, οι συνήθειές τους, τα ήθη τους, τα έθιμα τους, ζυμώθηκαν με τα δικά μας και η δυστυχία τους ενώθηκε με την δική μας δυστυχία. Τόσο μάλιστα που η λέξις πρόσφυξ να μη σημαίνη πια ό,τι εσήμανε, να μη χαρακτηρίζη ό,τι εχαρακτήριζε, να μη θυμίζη τίποτα άλλο από ένα αρκετά απομακρυσμένο παρελθόν, κατά το οποίο οι άνθρωποι αυτοί ήτανε δυστυχέστεροι από μας – ενώ σήμερα, κοινές είναι οι δυστυχίες μας, κοινοί είναι οι πόνοι μας, κοινές θα έλεγα οι πληγές μας.

Πηγαίνοντας λοιπόν ένα συννεφιασμένο και βροχερό πρωί στον συνοικισμό Νέας Ιωνίας, δεν θελήσαμε ν’ ακολουθήσουμε τον κεντρικό δρόμο του συνοικισμού που είναι συνέχεια της οδού 2ας Νοεμβρίου και της γέφυρας. Τα καφενεία του, τα μαγαζιά του, η κίνησις του, μας είναι αρκετά γνώριμα, όπως είναι γνώριμα στον κάθε Βολιώτη. Έτσι προτιμήσαμε να διαβούμε τον γεμάτο λάσπη Κραυσίδωνα, να αναρριχηθούμε στην απέναντι όχθη του και να μπούμε στον πρώτον δρομάκο του Συνοικισμού που συναντήσαμε μπροστά μας.

Ο Συνοικισμός μόλις είχε ξυπνήσει. Καθώς δε λιγάκι απότομα βρεθήκαμε στην εσωτερική ζωή του, είχαμε την εντύπωση πως παραβιάζαμε αδιάκριτα το νυκτερινό άσυλο μιας γυναίκας έστω και άσχημης και την συλλαμβάναμε την ώρα που αναμαλλιασμένη κατσούφα και ατημέλητη, σηκωνότανε από το κρεββάτι.

Νερά τα οποία προ ολίγου είχανε ριχτεί, έτρεχαν από όλες τις μεριές του στενού αυτού δρομάκου που το τέλος
του διακρινότανε θαμπά μέσα στην πρωϊνή πάχνη την τσιμπλιασμένη και υγρή. Σε μια γωνιά του κείτονταν ένα παληό και παρατημένο αυτοκίνητο συγκοινωνίας. Τρία παιδάκια ξυπόλυτα, φτωχοντυμένα, άπλυτα και μυξιάρικα πασπάτευαν μέσα στην ωμή λάσπη ένα παλιοντενεκέ. Άλλα τέσσερα μεγαλύτερα τους το ίδιο όμως ακάθαρτα κακοντυμένα, κυνηγιότανε λίγο πιο πάνω. Ένας γέρος με βράκες και μορφή κοιμισμένη καθότανε σ’ ένα κατώφλι και κύτταζε ηλίθια το χώμα.

Οι κυράδες, οι νοικοκυρές, αναμαλλιασμένες, με πεσμένες κάλτσες ή ξυπόλητες, με μια ποδιά στην μέση μπαινόβγαιναν από τις ανοιχτές κάμαρες των, σκούπιζαν, τίναζαν ξετσίπωτα ένα τσόλι, ή κύτταζαν το φαΐ στην φοφού και πάντα γλωσσοκοπανούσαν, μιλώντας αναμεταξύ των με φωνές στριγγές και παράτονες…

Από μια γωνία, ξεπρόβαλε ένας ψαράς, με ένα κοφίνι στα χέρια, γιομάτο ψάρια.
-Πάρτε σαρδέλλα…α. φρέσκια…α. Είναι σας λέω γιαμορλού (βγαλμένη δηλαδή ύστερα από βροχή)…

Όταν απεφασίσθη να κτισθούν τα τσιμεντένια σπίτια, αι συνθήκαι διαβιώσεως των προσφύγων ήταν πραγματικά τραγικές. Εκατοντάδες προσφυγικών οικογενειών ήσαν στιβαγμένες μέσα σε ανήλιες και βρώμικες καπναποθήκες του Βόλου και τέτοια ήταν η κατάντια τους, η βρώμα και η δυσωδία των κατοικιών αυτών ώστε ημείς οι καλοζωϊσμένοι ευπρεπισμένοι και ολοκάθαροι, όταν περνούσαμε μπροστά των επιάναμε για να αποφύγουμε την αποπνικτική δυσωδία, τη μύτη μας, ενώ ένα αίσθημα αηδίας και βαρεστιμιάς ζωγραφιζόντανε στο στρογγυλό και φρεσκοξυρισμένο πρόσωπο μας…

Ε λοιπόν αυτή η φρικτή κατάσταση έπρεπε να τελειώση.. Έπρεπε οι πρόσφυγες να μεταφερθούν σε υγιεινότερες και γενικά καλύτερες κατοικίες…Με τη σκέψη αυτή εκτίστησαν τα τσιμεντένια σπίτια του συνοικισμού. Σε κάθε δύο η τρία τετράγωνα εκτίσθησαν στην μέση του δρόμου ένα πλυσταριό, κι ένα ευρύχωρο αποχωρητήριο με την ιδέα ότι μια μέρα τα ανθυγιεινά αυτά εκτρώματα θα έφευγαν και θα εδημιουργούντο, όταν τα πράγματα θα πήγαιναν καλύτερα οικονομικώς, βοηθητικά οικήματα για το κάθε σπίτι.

Από τότες όμως επέρασαν οκτώ νομίζω χρόνια. Ο μικρός κατ’ αρχάς συνοικισμός, έγινε σιγά-σιγά πόλις ολόκληρος. Και τα αποχωρητήρια και τα πλυντήρια θα ρωτήσετε; Έμειναν κι’ αυτά όπως ήταν. Κι΄όχι μόνο αυτό αλλά χωρίς καμμιά επισκευή, χρησιμοποιούμενα τόσα χρόνια εντατικώς κατεστράφησαν σχεδόν καθ’ ολοκληρίαν. Ντουβάρια ολόκληρα έχουν πέσει και τα νερά τρέχουν από όλες τις μεριές. … Ας πούμε την καθαρή αλήθεια. Αυτό το αίσχος πρέπει να λείψη το ταχύτερον. Είναι εμπαιγμός για τους πτωχούς πρόσφυγας που έχουν την δυστυχία τους να χρησιμοποιούν αυτά τα “βοηθητικά” οικήματα….

Ασφαλώς και δεν θα το ξέρατε, ούτε και θα το φαντάζεσθε: O Συνοικισμός δεν έχει τηλέφωνο. Τουτοιοτρόπως, άμα γίνει μια πυρκαϊά, να πούμε, ένας χωροφύλακας παίρνει ένα ποδήλατο και κατηφορίζει μέχρι τον πυροσβεστικό σταθμό για να ειδοποιήση να ξεκινήση η αντλία. Εν τω μεταξύ, εννοείταιμ η φωτιά μπορεί να σβύση και μοναχή της, αφού δεν θάχη πια να κάψη τίποτα άλλο..

Όμως το Σαββατόβραδο στο συνοικισμό οι άντρες προεορτάζουν. Ή μάλλον, ετοιμάζονται, στρώνουν το κέφι τους για την Κυριακή. Γιατί την Κυριακή είναι το κυρίως γλέντι, το ξεκούρασμα του σώματος και του νου.
Το Σάββατο βράδυ οι γυναίκες δεν βγαίνουν έξω. Κουρασμένες από την δουλειά όλης της εβδομάδας ή απασχολημένες με τις δουλειές του σπιτιού, κάθονται μέσα.

Ωστόσο και με τους άντρες μόνο τα καφενεία της Νέας Ιωνίας πού’ναι αρκετά, αποχτούν κίνηση, πολυθόρυβη ζωή και χρώμα. Οι πρόσφυγες έχουν αναπτυγμένο μέσα τους το αίσθημα της κοινωνικότητος. Μαζώνονται λοιπόν, σε μεγάλες παρέες, γύρω από τα τραπέζια των καφενείων, συζητώντας με την ιδιόρυθμη ο καθένας διάλεκτό τους ή με τα τουρκικά των και κουτσοπίνοντας κυρίως ούζο.

Κάθε Κυριακή ο συνοικισμός Νέας Ιωνίας αλλάζει όψη, τα καφενεία του, οι πλατείες του, οι δρόμοι του αποχτούν άλλη ζωή. Ιδίως την Κυριακή το απόγευμα ο κεντρικός δρόμος του συνοικισμού γίνεται αγνώριστος.
Τα καφενεία είνε όλα γεμάτα, πολυθόρυβα, και αναστατωμένα. Αλλά και μέσα στην μέση του δρόμου,
δεν μπορεί κανένας να περάση. Τόσοι είνε οι περιπατητές – γιατί τον δρόμο αυτό τον μεταχειρίζονται οι πρόσφυγες ως τόπον περιπάτου, όπως ημείς την παραλία.

Νέοι, καλοντυμένοι και ευπαρουσίαστοι, μ’ ένα λουλούδι στ’ αυτί ή στο χέρι, με την κουβέντα ή την έξυπνη απάντηση έτοιμη στα χείλη, με το χαμόγελο, πάνε κατά ομάδες πέρα δώθε στον δρόμον αυτόν τον κεντρικόν, ανταλλάσοντας φωναχτά κουβέντες με άλλες παρέες ή πειράζοντας και γλυκοκυττώντας τις παρέες των κοριτσιών, που καλοστολισμένα, χαρωπά κι’ ελεύθερα πάνε κι’ αυτά απάνω-κάτω μέσα στον δρόμο.

Κι’εινε μια πραγματική χαρά να τους βλέπη κανένας, με τις φωνές των, τα γέλοια των, τα χάχανα των, την εύκολη ευθυμία των και τα νειάτα των, να γεμίζουν, να πλημμυρίζουν με κίνηση και με ζωή το δρόμο.

Καθώς βραδυάζει οι περιπατητές του δρόμου καθώς και οι θαμώνες των καφενείων αραιώνουν… Οι άλλοι όμως που θα μείνουν στα καφενεία έχουν … κακούς σκοπούς. Ϋστερα από μια δύο ώρες με την βοήθεια του άφθονου ούζου που θα ρεύση στο μεταξύ και των μουσικών οργάνων που θα μετακληθούν κατεσπευμένως από την γωνία του καφενείου, θα διεκτραγωδήσουν τα μεράκια τους, θα ξεφωνίσουν τα σεκλέτια τους, θα ψάλλουν
τους πόνους και τα ντέρτια της πολυβασανισμένης της καρδιάς των.
Αμά…α…α…αν!
Κι’ άμα η ώρα περάσει και η καρδιά ξελαφρωθεί από τα πολλά βάσανά της, αρχίζει ο χορός που είναι όλο λεβεντιά και ασικλήκι. Πρέπει να σημειωθή πως τα γλέντια αυτά των προσφύγων, δεν καταλήγουν όπως τα ελληνικά γλέντια σε
παρεξηγήσεις με μαχαιριές, κουμπουριές και φόνους – “ένεκα το φιλότιμο”. Οι πρόσφυγες σ’αυτό το σημείο είναι πιο πολιτισμένοι από μας. Μπορούν να γλεντήσουν, να χαρούν να ευθυμήσουν, χωρίς ποτέ στο τέλος να … πετσοκοπούν.”

ΣΗΜ. Η φωτογραφία είναι του Κ. Ζημέρη και είναι από το αρχείο μου.
Είναι στην διασταύρωση Μακεδονίας και Δημοκρατίας.

Posted in Uncategorized | Tagged , , , | Leave a comment

No. 1235 Ο Φαρδύς


Αργά την νύχτα της 18ης προς 19η Σεπτεμβρίου 1922, “κατέπλευσε εις τον λιμένα μας το υπερωκεάνιο “Μεγάλη Ελλάς” φέρον πρόσφυγας εκ Σμύρνης” έλεγε η μικρή σημείωση στην ΘΕΣΣΑΛΙΑ της Δευτέρας 19 Σεπτεμβρίου 1922 [1]. Πρόσφυγες είχαν έρθει και νωρίτερα – “Οι εκ Νικομηδείας” [2], ήταν οι πρώτοι πρ’οσφυγες από την Μικρά Ασία που έφτασαν στον Βόλο στις 16 Ιουνίου 1921. Αλλά και αργότερα οι λεγόμενοι ανταλλάξιμοι. Όμως τις μέρες αυτές του Σεπτέμβρη, οι απόγονοι των προσφύγων διοργανώνουν εκδηλώσεις μνήμης για να κρατήσουν ζωντανό ένα κομμάτι της ιστορίας που πόνεσε, αλλά και προσδιόρισε τους γονείς τους – οι περισσότεροι από τους οποίους αν όχι όλοι έχουν αποδημήσει. Ένα κομμάτι της ιστορίας για το οποίο πλέον μπορούν να αισθάνονται περήφανοι, γιατί μέσα στην καταστροφή πάλεψαν και μπόρεσαν και επιβίωσαν. Οι επόμενες αναρτήσεις είναι αφιερωμένες στην επέτειο. Αρχίζουμε σήμερα με ένα κομμάτι του διηγήματος “Στάση Μαυρομάτη” του εξαιρετικού Παναγιώτη Κατσιρέλου (Κώστας ευχαριστώ πάρα πολύ!), αφιερωμένο στον Φαρδύ και στην αρχή της Νέας Ιωνίας.

“Σα δεν έχεις δουλειά γυροφέρνεις γειτονιά, στριφογυρίζεις παραπέρα, πας στην παραλία, πας στον Άναυρο, τραβάς για τον Άνω Βόλο, ξεμακραίνεις προς το Σαμπάναγα ή κάθεσαι και στο πάρκο της Βαγγελίστρας να φας κάμποση ώρα. Όταν κάνει ζέστη όμως και βράζει ο τόπος ή όταν βρέχει ή κάνει κρύο, τι γίνεται; Χώνεσαι στον καφενέ ν’ … αναπνεύσεις την τσιγαρίλα και τη χνοτίλα.
—Καφέ, παιδί!…
—Αμέσωωως! το λέει σε σένα το γκαρσόνι με την άσπρη μπλούζα, φωνάζοντας δυνατά, απ’ όπου βρίσκεται. Βαρύν γλυκύυν! φωνάζει το ίδιο και στον καφετζή.
Ύστερα, από το τζάμι παρακολουθάς την κίνηση του μεγάλου δρόμου της Νέας Ιωνίας στο Βόλο, που οι κάτοικοί της τον λένε από ανέκαθεν «ο φαρδύς». Ρίχνεις λοξά τη ματιά σου να ιδείς ποιοι κατεβαίνουν, ποιοι ανεβαίνουν στη στάση των λεωφορείων, ποιοι έρχονται, ποιοι φεύγουν….

Κάποτε, άρχισε, όταν κοίταζες από τη θέση που βρισκόταν άλλοτε το παλιό Δημοτικό Θέατρο του Βόλου — από το σημερινό πάρκο τση πλατέας Ρήγα Φεραίου, που ’ναι το καινούργιο Δημαρχείο και το καινούργιο Δημοτικό Θέατρο — προς το βοριά, ο χωματόδρομος τσ’ οδού 2ας Νοεμβρίου ξετυλιγότανε κι ήφτανε ως το χείμαρρο Κραυσίνδωνα. Πέρα από το ποτάμι αυτό δεν υπήρχαν παρά χωράφια μόνον ίσαμε τον Ξεριά, απλωμένα στην κοιλάδα του Ξηρόκαμπου και μερικά χτίσματα σκορπισμένα σ’ όλη την άπλα του. Βορεινά ήπιανε κάμποσο χώρο η περιτριγυρισμένη έχταση του βολιώτικου Νεκροταφείου. Λίγο πιο ψηλά ήταν το περιφραγμένο χτήμα του Μπαλαφούτη. Μερικά αγροτόσπιτα —καλύβια— μακρυνιτσιώτικα βρισκότανε μπροστά, ας πούμε νότια, κοντά στο μπαράζι του Κραυσίνδωνα και δυτικά του το εργοστάσιο Οινοπνευματοποιίας, ή παλιά βίλα του Ιωσαφάτ — το «Οβραίικο» — που στη θέση του είναι τώρα άλλα σπίτια και στην Κατοχή το χρησιμοποίησαν οι Ιταλοί σαν φυλακή – στρατόπεδο συγκεντρώσεως κι ένα-δυο καζέλα των σιδηροδρόμων — δηλαδή σπιτάκια-καταφύγια για τους εργάτες του — το ’να σ’ αρκετή απόσταση από τ’ άλλο κατά μήκος τση σιδηροδρομικής γραμμής, που ξετυλιγότανε, περνώντας ανάμεσα από το Οβραίικο και το εργοστάσιο Οινοπνευματοποιίας, από το σταθμό του Βόλου ως τη γέφυρα του Ξεριά, στρίβοντας αριστερά μέσ’ από τη Λαμία για να χωθεί μέσ’ στα χωράφια γύρω από τους λόφους του Κάκαβου.

Σ’ ένα από τα καλύβια που βρισκόταν κοντά στο μπαράζι – δώθε από την δυτική όχθη του Κραυσίνδωνα – μου ‘πε χρόνια τώρα ένας βρακοφόρος Μακρινιτσιώτης, πως ο περιπλανώμενος Μυτιληνιός λαϊκός Ζωγράφος Θεόφιλος το 1910 – όταν εγκατέλειψε την Σμύρνη, που το είχε φιλοξενήσει κι ο μπαμπάς μου στο μαγαζί μας πολλές φορές και μας ζουγράφιζε στους τοίχους ζαρζαβάτια και φρούτα – και πέρασε στην Ελλάδα, όπως τριγύριζε νηστικός με την γλυτσασμένη φουστανέλλα του στα καλντερίμια του Άνω Βόλου και τα χάνια των Παλιών, τον πήρε κάποιος πονηρός ψευτοιεροκήρυκας και τον πήγε και τον έβαλε να ζουγραφίσει μιαν Αγία Βαρβάρα σ’ ένα τζάμι του εγκατελειμένου αυτού καλυβιού, που ώραν μέναν, οι δυο αρχικοί ερίφηδες. Απέ διέδωσαν πως “έγινε θαύμα{!}
κι άρχισαν να κουβαλάνε διάφορα τάματα οι κάτοικοι των γύρω χωριών και του Βόλου και περνούσαν ζωή χαρισάμενη οι δυο τους, όσο τους πήρε χαμπάρι ο τότες δεσπότης Δημητριάδος Γερμανός – που αργότερα έγινε αρχηγός των Παλαιοημερολογιτών – και τους κυνήγησε. Από το γεγονός αυτό κι η τοποθεσία που βρισκόταν τα καλύβια εκείνα πήρε το όνομα Αγία Βαρβάρα. που αργότερα αποτέλεσε ένα από τους μαχαλάδες της Νέας Ιωνίας, αλλά με σπίτια ιδιόχτιστα, τα πιότερα των ντόπιων…

Μιλούσε και τα μάτια του τα ΄χε ακόμα στυλωμένα στο κενό, ή θα έλεγες παρακολουθούσε κι αυτός από τη γωνία μας έξω το δρόμο, τον “Φαρδύ”, όπως και οι άλλοι ηλικιωμένοι.

-Εμείς με τη μάνα μου, συνέχισε, μέναμε στο Οβραίικο, όπου μας πήγαν, όταν μας άδειασε το μεγάλο επιβατηγό ελληνικό βαπόρι «Μεγάλη Ελλάς» στο λιμάνι του Βόλου το ’22 από την καταστραμμένη Σμύρνη, που μας παράλαβε. Εκεί μένανε και κάνα-δυο άλλες φτωχές οικογένειες ντόπιων, που κείνες τσι πρώτες μέρες τση προσφυγιάς μας βοήθησαν όσο μπορούσαν…»..

Όταν τα τρένα, ακούστηκε να λέει, ήφευγαν ή ήφταναν από το εσωτερικό τση Θεσσαλίας και περνούσαν από μπρος μας, εμείς τα λιγοστά παιδιά του Οβραίικου, τρέχαμε ύστερα να μαζέψουμε τα καρφιά και τσι καρφίτσες, που ’χαμε αφήσει πάνω τσι σιδερένιες ράγες και το τρένο με το βάρος του τα ’φτιαχνε σα μαχαιράκια.

Σ’ αυτόν τον κάμπο, λοιπόν, το 1924, αποφασίστηκε να ιδρυθεί μια καινούργια συνοικία, ένας προσφυγικός συνοικισμός — η Νέα Ιωνία — που σιγά-σιγά γιγάντωσε σε μιαν ολάκερη πολιτεία…

ΣΗΜ. Η φωτογραφία είναι του Κ. Ζημέρη από το αρχείο μου.
[1] 585. Το υπερωκεάνειο “Μεγάλη Ελλάς” μεταφέρει 8.000 πρόσφυγες στο Βόλο
https://www.facebook.com/MagnesiaStoPerasmaTouChronou/photos/a.255813411210720/588891957902862/?type=3&theater
[2] 904. Νικομήδεια
https://www.facebook.com/MagnesiaStoPerasmaTouChronou/photos/a.255813411210720/940205649438156/?type=3&theater

Posted in Uncategorized | Tagged , , | Leave a comment

Νο. 1234. Καλή σχολική χρονιά (και η εκπαίδευση των κοριτσιών στις αρχές του 20ου αιώνα στο Βόλο)

Σχολαρχείο Πορταριάς ~1910. Αρχείο Θανάση Γέρμανου

Με την ευκαιρία της αυριανής έναρξης των σχολείων πάμε 110 χρόνια πίσω, στο Σεπτέμβριο του 1908, όταν ο τοπικός επιθεωρητής εκπαίδευσης έστειλε στο Δικαστήριο περίπου είκοσι γονείς κοριτσιών “ως δυστροπήσαντες
και αρνηθέντες να εγγράψουν τας θυγατέρας εις το Παρθεναγωγείον”.

Κάποια φωτεινά μυαλά, ακόμα πιο πριν, ήταν υπέρ της παιδείας των κοριτσιών – όπως ο σπουδαίος Στέφανος Κωμμητάς (από τους Κωφούς του Αλμυρου) που έγραφε στην Εγκυκλοπαίδεια Ελληνικών Μαθημάτων που έξέδωσε στην Βιέννη το 1814 “Ανάγκη πάσα και τροφή και παιδείαν την αυτήν προσήκειν αμφοίν” (δηλαδή και στα δύο φύλα), αλλά στην πράξη οι γονείς δεν ήθελαν τα κορίτσια να πηγαίνουν στο σχολείο.

Ακόμα και όταν η πολιτεία έβγαλε νόμο που έλεγε ότι τα κορίτσια 6-12 χρονών έπρεπε να πάνε στο σχολείο, οι γονείς δεν συμμορφώνονταν. Για παράδειγμα, την φωτογραφία που είχε αναρτήσει ο καλός φίλος Thanasis Germanos από το Σχολαρχείο Πορταριάς (~1910) τα κορίτσια είναι ελάχιστα.

Ακόμα και όταν ο τοπικός επιθεωρητής τους έστειλε τους “δυστροπήσαντες” γονείς στο Πταισματοδικείο, το δικαστήριο τους .. αθώωσε επειδή τα συγκεκριμένα παιδιά είχαν ήδη περάσει την ηλικία των 12 ετών, ενώ ο νόμος αναφέρονταν στην ηλικία 6-12 ετών (;;=!!)…. Και επιπλέον μια τοπική εφημερίδα “Πρόμαχος” έγραψε στις 14 Σεπτεμβρίου 1908 ολόκληρο άρθρο επαινώντας την αθωωτική απόφαση του δικαστηρίου. Αυτά τα λίγα για τον παλιό “καλό” καιρό, που ήταν καλός αν ήταν κανείς πλούσιος και άρρην 😉

Πάντως ας σημειώσουμε ότι ακριβώς την ίδια εποχή άρχιζε το Ανώτερον Δημοτικόν Παρθεναγωγείον με την γνωστή κατάληξη στην δίκη των Αθεϊκών. Τι να κάνουμε; Η πρόοδος γίνεται με δύο βήματα μπροστά και ένα πίσω.

ΣΗΜ. Τις πληροφορίες για το συμβάν αυτό τις βρήκα στο βιβλίο της Ν. Κολιού Ενθύμιον Εκπαιδεύσεων Θηλέων, Βόλος 1997.

Posted in Uncategorized | Tagged , , , | Leave a comment

No. 1233 O Γάλλος στρατηγός Σαρραίγ στο Βόλο (πιθανόν 20/6-1917)


Πουλήθηκε σε δημοπρασία πρόσφατα (https://www.karamitsos.com/imgLots/498427.jpg).
Δεν πρόλαβα καν να την δω 🙂..
Το παλιό δημαρχείο (μεγαρο Σκενδεράνη) φαίνεται καθαρά.

Posted in Uncategorized | Tagged , , | Leave a comment

No. 1231 HOMMAGE A JOSEPH ET MARIE HOLLER του Νίκου Βαραλή

JOSEPH και MARIE HOLLER

H ιστορία του Ιωσήφ και της Μαρίας Χόλλερ ποιητικά γραμμένη εμφανίστηκε στο χρονολόγιό μου αναρτημένη από τον Nikos Varalis και είπα να την μοιραστώ μαζί σας. Ελπίζω να σας αρέσει.

HOMMAGE A JOSEPH ET MARIE HOLLER

Καθίσαμε μαζί στην αυλή του παλιού σπιτιού. Με κέρασε τσίπουρο σκληρό από σύκο. Ο ουρανός πήγαινε για την δύση όταν συναχθήκαμε κι ήρθε το βράδυ.

«Με λένε Ιωσήφ με ξέρεις. Και την γυναίκα μου τη λένε Μαρία, κι αυτό το ξέρεις. Ιωσήφ και Μαρία απο το Ολσον στην Ελβετία. Ολοι περίμεναν να κάνουμε αγόρι και να τον ονομάσω Ιησού. Κι αντι για γιό ήρθανε δυο κορίτσια η Ολγα και Ιωσηφίνα. Αλλά πρόσφυγες γίναμε. Δεν θα σου πω γιατί. Στους μύλους ήμουν. Με κυνηγούσαν, ήθελα αέρα. Κάποια μέρα ήρθε κάποιος μηχανικός από την Ελλάδα και μου μιλούσε για το Βόλο. Που να τον ξέρω τον Βόλο εκεί στην Ελβετία. Τον έχουν οι Τούρκοι είπε αλλά γίνεται ένα μεγάλο λιμάνι και είναι όμορφος βουνά νερά πολλά. Φύγαμε. Πήραμε λίγα πράγματα και φύγαμε. Φτάσαμε βράδυ στο λιμάνι του Γόλου από Θεσσαλονίκη μαζί με τους μηχανικούς και τον Ντε Κίρικο. Ανέβηκαμε στο κάστρο. Μας φιλοξένησαν. Την άλλη μέρα έψαξα να βρω μέρος για να στήσω ένα σπίτι. Ηθελα να παω Μακρυνίτσα. Ηταν μακριά. Ηθελα να φτιάξω μύλο. Μυλωνάς ήμουν αυτό ήξερα. Ξεκίνησα το πρωί με τα πόδια από το ποτάμι. Πέρασα Ανακασιά και κει στον Αη Νικολάκη σταμάτησα. Εδώ θα φτιάξω το σπίτι μας. Την άλλη μέρα ήρθαμε με τη Μαρία. Το χτίσαμε πέτρα πέτρα. Το χώρο τον αγόρασα είχα λεφτά. Καθίσαμε δυο τρία χρόνια εκεί. Είδα ότι δύσκολα θα έβγαινε ο μύλος και η μεταφορά δύσκολη και τα παιδιά απομακρυσμένα απ τους ανθρώπους. Είχε ένα εκκλησάκι από πάνω μας, στο βράχο. Ο αδελφός μου λεγόνταν Νικόλας. Το εκκλησάκι ήταν αφιερωμένο στον Αη Νικόλα. Μια νύχτα θυμάμαι έκανε σεισμό. Το εκκλησάκι έπεσε. Παραλίγο πάνω στο σπίτι. Είπα της Μαρίας θα το φτιάξω. «Ιωσήφ είμαστε καθολικοί ας το φτιάξουν οι ορθόδοξοι». Δεν της είπα τίποτα αλλά παρήγγειλα τις πέτρες. Εγινε δίπλα στο παλιό. Αρκετά είχαμε τραβήξει στην ευρώπη πια για την θρησκεία τόσος θάνατος γιατί ; και τόσο μίσος; Το εκκλησάκι το έφτιαξα πάντως. Το ήθελα για να θυμάμαι περισσότερο εγώ ότι είμαστε φτιαγμένοι για να αγαπάει ο ένας τον άλλον να τον σέβεται. Να το θυμούνται και οι άλλοι ότι το έφτιαξε ένας καθολικος ένας αιρετικός όπως με λέγαν. Ο καιρός περνούσε. Αποφασίσαμε να πάμε πιο κάτω στην Ανακασιά. Μου προτείναν ένα μέρος στις Αηδονοφωλιές και ένα άλλο στο Βόλο. Στο Βόλο ήταν μεγάλο καμμιά δεκαπενταριά στρέμματα. Πήγα να το δω. Γεμάτο βούρλα. Το άλλο ήταν τρία στρέμματα, έβλεπα από μακριά την Επισκοπή και από μακριά το κάστρο. Εδώ φτιάξαμε το σπίτι μας. Αυτό που μένεις τώρα. Εδώ μεγαλωσαν τα παιδιά. Εδώ παντρέψαμε την Ολγα την γιαγιά σου με τον Νικόλα. Εδώ γεννήθηκαν τα εγγόνια μου που δεν τα γνώρισα. Η Ολγα έγινε ορθόδοξη η Ιωσηφίνα έμεινε καθολική. Αυτό που έκανα στο εκκλησάκι το ήθελα και στην οικογένεια. Και κοίτα θαύμα. Το εκκλησάκι ήταν για τον Αγιο Νικόλαο κι η Ολγα η μεγάλη βρήκε Νικόλα να αγάπησε και για να παντρευτεί. Ειδα πολλά παιδί μου. Ειδα τους Τούρκους να έρχονται και σήκωσα ελβετική σημαία εκεί στο βράχο που τώρα είναι ο Μπισακός. Πήγαμε να φτιάξουμε με τον πασά ένα μεγάλο μύλο εκεί απέναντι από την εκκλησία του Αη Γιάννη. Και με έστειλε στην Ελβετία να φέρω μηχανήματα. Αλλά πέθανε στο μεταξύ ευτυχώς δεν χρεώθηκα προσωπικά. Τυρανίστηκα αλλά χάρηκα στο λέω. Μέχρι που αρρώστησε η Μαρία και πέθανε νέα. Ηρθε ο Δον Δαλέζιος ένας καλός παπάς από την φραγκοκκλησια που πήγαιναμε τις Κυριακές και την έψαλε. Την θάψαμε εδώ να την έχω μαζί μου. Μετά από λίγα χρόνια έφυγα εγώ να γίνει τόπος, να έρθουν καινούργιοι άνθρωποι, καλύτεροι από μας »

Τον είδα και καθόταν όπως στη φωτογραφία άρχοντας . Ειδα και το τραπέζι του που το έφτιαξε με γρανάζια. Και κάθονταν λέει στο τραπέζι. Κι αυτός τους έδειχνε κάπου μακριά και πατούσε ένα πετάλι, γυρνούσε το τραπέζι και τους έπινε τα κρασιά. Αυτός ο προπάπος ο Ιωσηφ. Κι έγινε αυτός στα χρόνια που πέρασαν εικόνα του Θεού. Κι οπότε προσεύχομαι «Πάτερ ημών» αυτόν έχω στο μυαλό να με κοιτάζει πονετικά με τα γαλάζια μάτια του και να μου λέει «έλα μια περιπέτεια είναι ο κόσμος, ένα σχολείο. Μη φοβάσαι» . Βλέπω κοντά μου την γιαγιά την Ολγα και την άλλη την μικρή την Ιωσηφίνα κ έχω ακόμα το προσευχητάρι της στα γαλλικά. Και μερικές φορές προσεύχομαι στα γαλλικά για να μιλάει εκείνη μέσα από το στόμα μου. Τους κουβαλάω μέσα μου και λέω έχω και εγώ ένα Ιωσήφ και μια Μαρία. Κι ο Ιωσήφ ήταν μυλωνάς και μαραγκός. Κι έφτιαχνε παράξενα τραπέζια να χαίρεται αυτός κι οι φίλοι του και ζύμωνε ψωμί να τρώει αυτός και τα παιδιά του. Μένω στο σπίτι του Ιωσήφ και της Μαρίας και νοιώθω ότι με φιλοξενούνε κι έρχονται τα βράδια να μου κάνουνε παρέα όταν φυσάει μέσα από τα καλάμια ο αέρας του βούνού. Κι όταν μια μέρα θα βρεθούμε θα κάτσουμε ήσυχα κάτω από την κληματαριά. Θα πιούμε ένα κρασί πονετικό. Και θα είναι μεσημέρι του Απριλίου, άνοιξη κι Ανάσταση θα μπαίνει από παντού. Και θα είναι ένα τραπέζι ο κόσμος. Ένα τραπέζι που στην κορφή θα κάθεται ο άλλος ο Ιωσήφ και κείνη η Μαρία οι σιωπηλοί αυτοί που κρατάνε ακόμα τρυφερά τα ήσυχα βράδια μας.
N.B.
Φωτ: Ιωσηφ, Ολγα και Ιωσηφίνα… μετά το θάνατο της Μαρίας…

ΣΗΜ. Από το [1] αντιγράφω: “Ο µύλος του Κοντού βρίσκεται στην Ανακασιά του Πηλίου και κατασκευάσθηκε µε την επιστασία του γαλλοελβετού µυλωνά Joseph Holler στα τέλη του 19ου αιώνα. Ο αλευρόµυλος δούλευε µε κινητήρια δύναµη το νερό, το οποίο κυλούσε από ένα λιθόκτιστο κανάλι σε σιδερένιο αγωγό διαµέτρου 50 εκατοστών και κατέληγε στο υπόγειο του κτιρίου στο χώρο της σιδερένιας φτερωτής (ενδεχοµένως αρχικά να ήταν ξύλινη). Το 1922 µετά τη µικρασιατική καταστροφή, ο µύλος επιτάχθηκε από το Ελληνικό ∆ηµόσιο και φιλοξένησε µεγάλο αριθµό προσφύγων, οι οποίοι χώρισαν µε σάκους το εσωτερικό του µύλου σε µικρότερους χώρους. Αργότερα ο µύλος λειτούργησε ξανά µέχρι τα µέσα της δεκαετίας 1980-90, όπου και σταµάτησε τη λειτουργία του [103]. Το κτίριο είναι πέτρινο τετραώροφο, µε ορθογωνική κάτοψη και τετράριχτη στέγη. Σήµερα βρίσκεται σε ικανοποιητική κατάσταση µε περιορισµένες βλάβες στο φέροντα οργανισµό του.”
“Εντατική Κατάσταση και Παθολογία µεγάλων Ιστορικών κτιρίων στην Κεντρική Ελλάδα”, ∆Ι∆ΑΚΤΟΡΙΚΗ ∆ΙΑΤΡΙΒΗ, A’ ΤΟΜΟΣ, ΑΛΕΞΑΝ∆ΡΟΣ ΒΑΓΓΕΛΑΚΟΣ, Θεσσαλονίκη 2008

Posted in Uncategorized | Tagged , , , | Leave a comment