Νο. 1093 Γερμανοί στην παραλία – Μάιος ( ; ) 1941

Ευχαριστώ τον Thomas Kiriakos που μου την υπέδειξε. Πρόκειται και μια φωτογραφία κομμάτι της οποίας έχουμε δει και συζητήσει παλιά [1]. Τότε επισημάνθηκε ότι πρέπει να είναι πολύ νωρίς το 1941 ίσως Μάιος πριν το “κούρεμα” των φανοστατών για την προσγείωση των αεροπλάνων [π.χ., 2]. Πρέπει να είναι σχεδόν αμέσως μετά την προέλαση των Γερμανών προς την Αθήνα, ίσως όταν έχουν ήδη πάψει οι μάχες τουλάχιστον στην ηπειρωτική Ελλάδα (Μάχη της Κρήτης αρχίζει στις 20 Μαΐου 1941). Οι Γερμανοί δεν έμειναν στο Βόλο που ήταν υπό ιταλική κατοχή έως την κατάρρευση της Ιταλίας (9/9/1943 παράδοση Ιταλών στο Βόλο). Ξαναήρθαν στις 12/9/1943

Πηγή: https://www.facebook.com/photo.php?fbid=881686008655853&set=gm.10154726520275069&type=3&theater

[1] 526. Oι Γερμανοί στην παραλία (Μάϊος 1941)
https://www.facebook.com/MagnesiaStoPerasmaTouChronou/posts/533036373488421:0
[2] 170. Γερμανικά αεροπλάνα προσγιωμένο στην παραλία (1941-1944)
https://www.facebook.com/MagnesiaStoPerasmaTouChronou/posts/612873825395520

Posted in Uncategorized | Tagged , , | Leave a comment

No. 1092 Tο μαγαζί της Σώταινας

Επειδή έχει πλημμυρίσει το ΦΒ με φεγγάρια και εξωτικές ακτές, είπα να πάω ανάποδα 😉 Tο κείμενο (μην το χάσετε κάνοντας like στην φωτογραφία και προχωρώντας παραπέρα) είναι από το βιβλίο “Αντάμωμα ψυχών” του Ανδρέα Χριστοδούλου και το “αλίευσε” ο αγαπητός φίλος Thanasis Germanos. H φωτογραφία είναι του Μιχάλη Πόρναλη και εμφανίστηκε στο Εν Βόλω τεύχος 17, σελ. 62. Και μη ξεχνάτε πως συνεχής συζήτηση γίνεται στο https://www.facebook.com/groups/273892766348819
——————————–
Η ταβέρνα ήταν βαμμένη εξωτερικά, με μπλε λαδομπογιά. Ταμπέλα δεν είχε. Τζάμια δεν είχε. Με τον καιρό, όταν έσπαγε κανένα τζάμι, αντικαθίστατο με κάποιο κόντρα – πλακέ, βαμμένο κι αυτό με λαδομπογιά, στο χρώμα που αναφέραμε. Ταβέρνα, τρόπος του λέγειν … Τα λίγα αντικείμενα, που υπήρχαν στο εσωτερικό, ήταν τα εξής: Τρία τετράγωνα τραπέζια, καλυμμένα επάνω με κάτι λιγδιασμένα τραπεζομάντιλα, που είχαν παραστάσεις από διάφορα φρούτα. Από τη μεριά του μακρύ τοίχου, υπήρχε ένα μακρόστενο κοντό ψυγείο με βιτρίνα, παλιάς τεχνολογίας, βρώμικο και λιγδιασμένο. Μέσα στο ψυγείο αυτό, δεν υπήρχε τίποτα το φαγώσιμο. Το μαγαζί, διέθετε λίγα αναψυκτικά, αλλά ήταν εκτός ψυγείου, γιατί εκείνο ήταν από καιρό εκτός λειτουργίας. Στο πίσω μέρος, στη γωνία που σχημάτιζαν οι δύο τοίχου, υπήρχε ένα «τζου-μπόξ». Πρέπει να πούμε, ότι κι αυτό, είχε τη λίγδα του. Δύο κάδρα, φτηνές αναπαραγωγές (ρεπροτεξιόν), έργων μεγάλων ζωγράφων, διακοσμούσαν τούς κιτρινισμένους από την τσιγαρίλα, τοίχους. Το ένα ήταν ακριβώς πάνω από το μακρύ ψυγείο, και απεικόνιζε ένα ναυτικό, με το στοφόδες βλέμμα του – που σε κοιτούσε σαν να γύρισε όλες τις θάλασσες του κόσμου – και το τσιμπούκι του. Στον άλλο τοίχο, έστεκε κιτρινισμένη η Τζογκόντα του Ντα Βίτσι. Σ’ ένα σημείο το κάδρο αυτό, παρουσίαζε ένα φούσκωμα, ίσως από την υγρασία. Το περιβάλλον αυτό, με όλα τα αντικείμενα λιγδωμένα – από τα τραπέζια και τις καρέκλες, μέχρι και το νταβάνι – δεν θα σου δημιουργούσε καμία μεγάλη κακοδιαθεσία, να θέλεις να φύγεις από εκεί μέσα.
Αν όμως δεν υπήρχε – στο μεταξύ -, ένας άλλος λόγος πιο σοβαρός, που θα μπορούσε να δημιουργήσει σε κάποιον (με μια – ας πούμε – λεπτή κι ευαίσθητη μύτη) μία δυσάρεστη διάθεση . . Από τα σπλάχνα τον μαγαζιού, αναδύονταν μια ανυπόφορη μπόχα … Η δυσοσμία αυτή είχε μια αιτία, πολύ συγκεκριμένη . . . Θα μπορούσε την αιτία της, να την εξηγήσει κάποιος που διέθετε βλέμμα παρατηρητικό και λίγο αδιάκριτο! … Αν παρατηρούσε κάποια από τις γάτες του μαγαζιού . . . σε κάποια ιδιαίτερη στιγμή της . . . Η ιδιοκτήτρια είχε καμιά μισή ντουζίνα γάτες, κι επειδή τις αγαπούσε πολύ, τις έκλεινε πάντα μέσα. ‘Έτσι ήταν φυσικό επακόλουθο αυτές, πάνω στην ανάγκη τους, να μετατρέψουν τον επάνω χώρο, του παταριού, σε τουαλέτα .
Η ιδιοκτήτρια ήταν μια γριά, με κάτι ξέπλεκα, ασπρόξανθα μαλλιά. Η εμφάνισή της, ο τρόπος και τα φερσίματά της, σαν έδιναν την εντύπωση (που σου άφηνε μια γλυκιά ανάμνηση) μιας μάγισσας! . . . Δεν μιλούσε σχεδόν καθόλου, και όταν σέρβιρε τ’ αναψυκτικά, μετά καθόταν μακριά μόνη της σε μια γωνιά. Ο άντρας της είχε πεθάνει εδώ και πολλά χρόνια. Τότε η ταβέρνα αυτή, ήταν στις δόξες της! ‘Όποιος διαβάτης περνούσε τότε απ’ έξω, οποιαδήποτε ώρα και στιγμή, άκουγε όλο τραγούδια και φωνές.

Γι’ αυτήν την ταβέρνα, μιλούσαν τότε, πολύ άσχημα … Μιλούσαν ακόμη κατ για μαχαιρώματα … Τέτοια φήμη είχε αποκτήσει με τον καιρό, το στέκι του Σώτου. Ήταν αλήθεια όλ’ αυτά; ‘Ηταν αλήθεια ότι ήταν το στέκι αυτού που λέγονταν υπόκοσμος; .. . . ‘Ήταν υπερβολές; ‘Ηταν συκοφαντίες της «καθώς πρέπει» κοινωνίας μας; Ποιος ξέρει; . . . Πάντως το σίγουρο είναι ένα. ‘Ότι ο διπλοπρόσωπος μικρομπουρζουάς (λίγο πριν καθιερωθεί στην τάξη στην οποία ανήκει – στην τάξη των μικρών μπουρζουάδων) θέλει να γνωρίζει, την προστυχιά του κόσμου μας . . . Να την μεταφέρει αυτός – να την μεταλαμπαδέψει – και στους άλλους. Ν’ αλητέψει … και λίγο, όπως θα λέγαμε απλά! Να γνωρίσει όλες τις μικρές και μεγάλες παρανομίες τον τόπού του. Να φχαριστηθεί, να ηδονιστεί, κι έτσι πού στο τέλος να πει: «Α! Τώρα τα γνώρισα όλα, τώρα μπορώ να αποχωριστώ και να γίνω ο καλός πολίτης αυτής της χώρας. Ο έντιμος, ο υπεράνω πάσης υποψίας!». Κι η φύση του είναι τέτοια, που αν είναι παντρεμένος, δεν μπορεί να ικανοποιήσει την γυναίκα του. Που νομίζει τότε ότι φταίει εκείνη, ότι έχει κάποιο πρόβλημα η ίδια, και είναι ψυχρή … και έχει ίσως ενοχές και τα έχει με τον εαυτό της! Αν μια γυναίκα πάρει, κάποιον τέτοιον άντρα, τότε είναι καμένη από χέρι! … Αυτό ήταν το μαγαζί του Σώτου. ‘Ενα μαγαζί, που οι άλλοι ‘πέρναν και δεν `δίναν .. .

Οι θαμώνες του μαγαζιού, εκείνη τη στιγμή ήταν τρία άτομα. Ο ένας ήταν κάποιος, χρόνια τρόφιμος ενός ψυχιατρείου. Είχε βγει έξω για λίγες μέρες. (Ηταν παραμονή Χριστουγέννων). Το ψυχιατρείο που πήγαινε είχε μια φήμη …Οτι χειροτέρευε επίτηδες τους ασθενείς! ‘Οταν ήσουν ασφαλισμένος ή είχες κάποια σύνταξη δεν έβγαινες από μέσα ποτέ … Αν ήσουν ανασφάλιστος και άπορος γινόσουν γρήγορα καλά και έφεύγες .. . Συνέβη πρόσφατα και το άλλο. Μια κοπέλα αγάπησε πολύ, αγάπησε με όλη τη δύναμη της καρδιάς της. Η αγάπη όμως την πρόδωσε, ερωτική απογοήτευση, μελαγχολία …, όπως λέμε απλοϊκά. Οι δικοί της την πήγαν στην κλινική εκείνη. Μετά από ένα ηλεκτροσόκ και κάποια φάρμακα (και τα ηλεκτροσόκ δεν είναι πιο βαριά, από τη φαρμακολογία . . .), η καρδιά της δεν άντεξε, όταν την πήγαν σπίτι, σταμάτησε. Ο έρωτας την έστειλε πεσχέσι στο γιατρό, κι εκείνος την εκδικήθηκε … που αγάπησε τόσο πολύ, την έστειλε ραντεβού με το Χάροντα! . . . Κι ήταν μόνο 20 ετών, κι ήταν σαν τα κρύα τα νερά. Εκείνος ο θαμώνας λοιπόν, ανήκε στην πρώτη περίπτωση, ήταν ασφαλισμένος δηλαδή, και είχε και μια μικρή αναπηρική σύνταξη. Δεν ήταν άπορος. Τον `λέγαν Θύμιο. Είχε πρόσωπο κόκκινο. Ανέπνεε, ξεφυσώντας τον αέρα με δύναμη, από το ανοιχτό του στόμα, κάνοντας ένα θόρυβο, σαν ένας φυσητήρας … Η αγωνία ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. Κάπνιζε σαν φουγάρο και άναβε το ένα τσιγάρο, μετά το άλλο. Το βλέμμα του, ήταν χαμένο και μελαγχολικό, σαν να κοιτούσε κάποιες σκιές, κάπου στο υπερπέραν. Έλεγε πολλές φορές ακαταλαβίστικες φράσεις (τον τελευταίο καιρό όλο και πύκνωναν, αυτές οι ακαταλαβίστικες φράσεις), και μερικές φορές πιο λογικές. Πριν μερικά χρόνια δούλευε στα καράβια, μετά σε κάποιον αλευρόμυλο, μετά αρρώστησε . . . Στα καράβια είδε μια μέρα, μπρος στα μάτια του, να τραβούν μαχαίρι. Από το τράβηγμα των τσουβαλιών στον αλευρόμυλο, τα χέρια τον είχαν σκληρύνει στους καρπούς, είχαν βγάλει ρόζους. Είχε μια ευαίσθητη και καλή καρδιά, δεν είχε καμιά σχέση, με τον άνθρωπο τον υποκόσμου. Η καρδιά τον αυτή, τα βιώματά του, η σύγκρουσή της με άλλους ανθρώπους παγερούς, τον περιέφεραν στην κατάσταση, στην οποία βρίσκονταν σήμερα.

–Υπάρχει Θεός; . . . ρωτούσε συνεχώς, Υπάρχει κόλαση; . . ., Υπάρχει παράδεισος; Θα πάω στην κόλαση; …

Είχε μια ιδιαίτερη εμμονή, στις παραπάνω αυτές, τρεις λέξεις… Ρωτούσε πάντα, τα ίδια ακριβώς πράγματα, μέχρι που τον βαριόταν ο διπλανός του, και προσπαθούσε -μέχρι εκεί που είχε κι αυτός υπομονή – να τον κάνει ν’ αλλάξει συζήτηση. Σήμερα που βγήκε έξω, μετά από τόσους μήνες ξανά, έκανε μια βόλτα. Τα καφενεία δεν τον ήθελαν και τα καλά μαγαζιά της παραλίας τον `δίώξαν «φύγε, δεν κάνεις για δω», τον είπαν. Όταν πήγε σ’ ένα τυροπιτάδικο να πάρει μια τυρόπιτα γιατί πείνασε, έκατσε λίγο να χαζέψει ένα ηλίθιο σήριαλ στην τηλεόραση που προβάλλονταν καθημερινά εδώ και πολλά χρόνια! ‘Ενιωσε μάλιστα μέσα τον μια κρυφή ευτυχία και χαμογέλασε μόνος με τον εαυτό του, με αφέλεια παιδική. Ο καταστηματάρχης μόλις είδε την όψη του, παίρνοντας ένα ύφος βλοσυρό, έτρεξε και του είπε: -Εδώ δεν είναι να καθόμαστε για πολύ . . ., την τυρόπιτα και .. Ντροπιασμένος, πιο πολύ πικραμένος από την κακία των ανθρώπων, μια κακία πού δε μπορούσε να χωρέσει η φτωχή του η καρδιά (μερικές φορές έλεγε: «πονάω εδώ» και έδειχνε με το δάχτυλό τον το σημείο της καρδιάς . . .), περπάτησε (ή καλύτερα έσυρε τα πόδια του) «στα χαμένα …» όπως πολλές φορές έλεγε. Και οι γιατροί όλο και να εκμεταλλεύονται αυτή του την ευαισθησία (και την άγνοιά του, πάνω στα γενεσιουργά αίτια της αρρώστιας του, αποτέλεσμα έλλειψης μόρφωσης) και να του δίνουν όλο και περισσότερα χάπια!

‘Ετσι περπατώντας έφτασε ως το μαγαζί της Σώταινας. Εκεί τουλάχιστον κανένας δεν θα τον παρατηρούσε, εκεί δέχονταν τους ανθρώπους όπως ακριβώς ήταν! ………….. -‘Ωστε πέθανε; . . . ακούστηκε να λέει σε μια στιγμή ο Θύμιος. -Ναι πέθανε, έχει μερικές μέρες . . είπε ο διπλανός του. Την βρήκαν παγωμένη το πρωί στο πάρκο .. . Δεν έτρωγε κι είχε μείνει τριάντα οκτώ κιλά! .. . -Η Δέσποινα πέθανε … τελευταία δεν μπορούσε ούτε να δουλέψει …, είπε και η αδελφή του. Δεν έτρωγε, `κλείσαν όλα μέσα της. ‘Οσο για τον ύπνο, δεν είχε που να κοιμηθεί τα βράδια, και κοιμόταν στα πάρκα. Αν έβρισκε κανέναν να τη λυπηθεί και να την βάλει σε κανένα σπίτι ή σε καμιά αποθήκη, είχε καλώς, αλλιώς .. . -Ωστε πέθανε η καημένη, είπε ο Θύμιος, … αυτή η ωραία κοπέλα . . . Υπάρχει Θεός; . . ., υπάρχει παράδεισος; . . ., υπάρχει κόλαση; . . . Θα καώ στην κόλαση; … ρώτησε στο τέλος. Εκείνη τη στιγμή μια γάτα, έφερε μια στροφή, στο πάτωμα του μαγαζιού και γύρω από τον εαυτό της, σαν κάτι να την απασχολεί. Νιαούρισε ελαφρώς και κοίταξε μελαγχολικά προς την πόρτα. Αφού διαπίστωσε – για άλλη μια φορά στην ζωή της – ότι ήταν κλειστή, ανέβηκε από τη σιδερένια σκάλα στο πατάρι. …………… Πήγε στη πίσω γωνία, που ήταν το «τζού-μπόξ» και έριξε ένα κέρμα. Μια φθαρμένη πλάκα άρχισε να κατεβαίνει αργά – αργά, και σε λίγο ακούστηκε βραχνή να βγαίνει, η φωνή του Καζαντζίδη.

-Υπάρχωωω …, υπάρχωωω ……. έλεγε.

Φαίνεται ότι ο συγκεκριμένος τραγουδιστής άρεζε πολύ στα δυο αδέλφια. Γιατί η αδελφή τον, είχε αλλάξει το όνομά της, και είχε πάρει ένα όνομα από κάποιο τραγούδι τον ! ‘Ενα όνομα πολύ ερωτικό και ανατολίτικο, την έλεγαν Μαντουβάλα. Πριν τον πόλεμο, όταν υπήρχαν ακόμη αληθινοί μάγκες και αλήτες με φιλότιμο, ο Σώτος είχε ένα γραμμόφωνο. Εκεί ακούγονταν για πρώτη φορά ρεμπέτικα τραγούδια, τραγούδια της μετανάστευσης στην Αμερική και της προσφυγιάς. Τραγουδιστές σαν το Γιώργο Κατσαρό, τον Κωστή και τη Μαρίκα Παπαγκίκα. Τραγούδια σαν το παρακάτω. Αυτό είναι βγαλμένο από τη Μικρασιατική καταστροφή :

“Κάηκε κι ένα σχολείο που ήταν παρθεναγωγείο,
κάηκε το Γαλαξίδι που ήταν όμορφο στολίδι,
κάηκε και η δασκάλα που ήταν άσπρη σα το γάλα,
βρε … έκαψε και το ρινοδίκη που ήταν σοβαρός στη δίκη,
κάηκε κι ο εισαγγελέας που ‘ταν τσίφτης της παρέας.”

Ξανακάθισε κοντά στην αδελφή του. Μετά από ένα σύντομο αντάλλαγμα, μερικών ασυνάρτητων -κυρίως- λέξεων, η παρέα πήρε το γνώριμό της, λίγο αινιγματικό, ανέκφραστο και αμίλητο ύφος της. Η γριά απέναντι, καθισμένη σε μια ψάθινη καρέκλα, είχε πάρει στα πόδια της μια χοντρομπαλού γάτα, και την χάιδευε, σαν να ήταν παιδί της. Δεν μιλούσε. Οι σοφοί μαθαίνουν σ’ αυτή τη ζωή ότι τα λόγια είναι φτώχεια.

Η μουσική έπαιζε τόσο δυνατά και δημιουργούσε το κατάλληλο κλίμα, που νόμιζες ότι ξυπνούσε, κάποιες από τις αναμνήσεις του παρελθόντος. ‘Όμως αυτό ήταν μια ψευδαίσθηση . . ., αυτός ο ήχος ήταν μόνο μια αναλαμπή. Μια αναλαμπή σαν αυτή που κάνουν και τ’ αστέρια, λίγο πριν σβήσουν και χαθούν για πάντα .. . Είχε περάσει μία εβδομάδα, μετά από εκείνη τη συνάντηση. Ο Θύμιος είχε επιστρέψει στο ψυχιατρείο. Τα δυο αδέλφια, περνώντας εκείνη τη μέρα από την ταβέρνα την βρήκαν κλειστή. Πάνω στη μπλε, βαμμένη με λαδομπογιά, πόρτα, υπήρχε κολλημένο, το ασπρόμαυρο πένθιμο χαρτί της κηδείας. Η αγαθή γερόντισσα είχε πεθάνει. Το χαρτί έγραφε επάνω εκνευριστικά: «Στην αγαπημένη μας ΣΩΤΑΙΝΑ» … και παρακάτω τίποτε άλλο.

… Είχε πάρει αυτό το όνομα – το όνομα του άντρα της -ακόμα και στο θάνατο . . . Σώταινα την έλεγε όλος ο κόσμος. Και καθώς τα χρόνια περνούσαν, λησμονήθηκε πλέον το δικό της .. . Ξεχασμένη και μόνη απ’ όλους, είχε πεθάνει, και είχε πάρει τη θέση της, στον παράδεισο, δίπλα στις άλλες αγαθές υπάρξεις. Μια θέση ίσως (γιατί όχι;) δίπλα στις άλλες αγαθές ρεμπέτισσες που πέρασαν από την ψεύτικη αυτή ζωή, με τους αχάριστους ανθρώπούς της. Τέτοια σεμνή και ρεμπέτικη, ήταν η ζωή της. Το μαγαζί εκείνο, από τότε γκρεμίστηκε. Εξαλείφθηκε από τη μέση εκείνη η βρωμιά . . ., και εξυγιάνθηκε – καθαρίστηκε και καυτηριάστηκε το σπυρί με το πύων – η κοινωνία μας.

Posted in Uncategorized | Tagged , , | Leave a comment

No. 1091. Μηχανουργείο η Σφύρα – Γκλαβάνη-Καζάζη

Διάβασα για την φωτιά στο παλιό εργοστάσιο του Γκλαβάνη (δείτε εδώ http://tinyurl.com/yclzgcrl ) είπα να βάλω αυτή τη φωτογραφία που εμφανίστηκε πρόσφατα σε μια αθηναϊκή δημοπρασία (και βρίσκεται στα χέρια ενός καλού φίλου) .
Σε λίγο θα μείνουν μόνο οι φωτογραφίες…

Posted in Uncategorized | Tagged , | Leave a comment

Νο 1090 Όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλο τα ίδια μένουν

Η φωτογραφία του νεαρού από τον Στέφανο Στουρνάρα ανήκει στην συλλογή του καλού φίλου Ν. Μαστρογιάννη, το αρχαίο αγγείο είναι από τον Αθηναίο αγγειοπλαστη που αναφέρεται στην βιβλιογραφία ως Berlin painter (πρώτο μισό 5ου π. Χ. αιώνα)

Posted in Uncategorized | Tagged , | Leave a comment

Νο. 1089 Αυστριακοί (redux)

Στην ανάρτηση 159 ( https://www.facebook.com/MagnesiaStoPerasmaTouChronou/posts/310977585694302:0 ) είχαμε κάνει εκτενή αναφορά στον περιώνυμο τίτλο “Αυστριακοί” που θέλουμε-δε θέλουμε μας έχει κολλήσει. Εκεί είχαμε δώσει 8 διαφορετικές θεωρίες για την προέλευση του. Σήμερα λοιπόν βρήκα μια αναφορά του 1881 (15 Νοεμβρίου 1881 συγκεκριμένα από την έκδοση “Μη Χάνεσαι” του Γαβριηλίδη) όπου γίνεται καθαρά αναφορά στο θέμα αυτό. Δείτε την τελευταία σειρά. “Τους κατοίκους του Βώλου … και αυστριακούς ονομάζουσιν”. Άρα η αρχή του “Αυστριακοί” υπάρχει καθαρά πριν προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα.
Επομένως οι θεωρίες 3, 4, και 6 καταρρίπτονται. Νομίζω ότι η 1 (του Κορδάτου που λέει ότι είναι λόγω του πρακτορείου αυστριακών ατμοπλοίων που υπήρχε στο Βόλο από τα 1854) έχει κάποιες πιθανότητες. Επίσης η 2 που αναφέρεται στην επίκληση της Αυστρίας για προστασία είτε στην αποτυχημένη επανάσταση του 1878 (είτε και σε προηγούμενες ταραχές 186;, και ίσως και 1854;) – χρειάζεται περισσότερο ψάξιμο αλλά είναι καλή υπόθεση. Επίσης στο “παιγνίδι” είναι η 8, που αναφέρεται στην ονομασία των Βολιωτών ώς Αυστριακούς που εξέρχονταν στον Πειραιά από τα αυστριακά ατμόπλοια (ο Πειραιάς ήταν ο επόμενος προορισμός μετά το Βόλο).
Posted in Uncategorized | Tagged , | Leave a comment

No. 1088 Το παραδοσιακό πανηγύρι των Μηλεών άλλων εποχών (του κ. Θ. Γκαβαρδίνα)


Το καλοκαίρι έχει “μπει” για καλά και όλο το χωριό έχει αποκτήσει μια ασυνήθη ενεργητικότητα, που για κάποιον ξένο θα μπορούσε να φαίνεται λίγο παράξενη.
Η πλατεία του χωρίου καθαρίζεται και πλένεται, τα καλντερίμια σκουπίζονται από τις νοικοκυρές,τα ζαροφλίκια από τους τοίχους ξεριζώνονται και ο γερο-Τριαντάφυλλος με την χάλκινη ψεκαστήρα στην πλάτη, θα ασπρίσει με άσβεστη όλους τους τοίχους του δρόμου που οδηγεί στο σιδηροδρομικό σταθμό.
Και να, η πολυπόθητη γιορτή έφτασε και όλοι μετά τον εσπερινό στο ξωκκλήσι της Αγίας, εκεί ψηλά στο Αγροκήπιο, κατεβαίνουν στην πλατεία για να αρχίσει το γλέντι, να αρχίσει το Μηλιώτικο πανηγύρι, ένα από τα πιο σπουδαία πηλιορείτικα πανηγύρια.
Η πλατεία του χωριού καθαρίζεται και πλένεται,τα καλντερίμια σκουπίζονται από τις νοικοκυρές,τα ζαροφλίκια από τους τοίχους ξεριζώνονται και ο γερο-Τριαντάφυλλος με την χάλκινη ψεκαστήρα στην πλάτη,θα ασπρίσει με ασβέστη όλους τους τοίχους του δρόμου που οδηγεί στο σιδηροδρομικό σταθμό.
Η εξήγηση είναι πολύ απλή .Σε λίγες μέρες το ημερολόγιο θα γράφει 26 Ιουλίου και το χωρίο θα γιορτάζει τη Χάρη της Αγίας Παρασκευής και φυσικά το λαϊκό πανηγύρι που η παράδοση κληροδότησε από γενεά σε γενεά στους Μηλιώτες.
Έτσι λοιπόν εξηγείται όλος αυτός ο οργασμός,όλη αυτή η προετοιμασία…..
Από νωρίς οι «πανηγυρισταί» έχουν φροντίσει για το τραπέζι και τις καρέκλες τους, κάτι σαν το σημερινό ρεζερβέ,και ένα μέλος της οικογενείας σε μια από τις καρέκλες, μένει εκεί από το πρωί, ακοίμητος φρουρός περιφρουρώντας το τραπέζι και τις καρέκλες από «ξένη επίβουλη». Πολλές φόρες, ίσως τις περισσότερες τα καθίσματα δεν επαρκούν, γιαυτό πολλοί είναι αυτοί που θα φέρουν κάποιο κάθισμα από το …σπίτι τους, ή θα αρκεστούν σε κάποιο .. κασάκι από λεμονάδες. Μέσα στα καφενεία δυο μεγάλα βαρέλια σιδερένια είναι γεμάτα από λεμονάδες ΕΨΑ ή Καλφόπουλου και μπίρες ΦΙΞ σκεπασμένες με κομμάτια πάγου και αλάτι, ενώ ένα βρεγμένο τσουβάλι κρατάει την …χαμηλή θερμοκρασία σταθερή.
Η ορχήστρα, ο πρωταγωνιστής της βραδιάς, έχει πάρει τη θέση της πάνω στο ειδικό προς τούτο βάθρο από κασάκια λεμονάδας και συνήθως αποτελείται από ένα κλαρίνο, ένα βιολί, μια κιθάρα, ένα σαντούρι ή κανονάκι, και φυσικά από τα τύμπανα και το νταούλι. Κοντά τους υπάρχει πάντα και ένα χωνί, ένας τηλεβόας που ο βιολιστής χρησιμοποιεί για τα τραγούδια αφού ούτε μικρόφωνα υπάρχουν ούτε .. ρεύμα.
Ο φωτισμός της πλατείας γίνεται συνήθως με Λουξ πετρελαίου σε διάφορα σημεία της,και μερικές φόρες, με λάμπες από γρι-γρι που οι καταστηματάρχες φρόντισαν να εξασφαλίσουν από τα Καλά Νερά. Και εδώ υπήρχαν πολλά ευτράπελα, αφού οι λάμπες κάθε λίγο θέλαν αέρα και …πετρέλαιο.
Στην νοτιοανατολική γωνιά της πλατείας ένα μικρο τραπεζάκι με λίγες καρέκλες ήταν για «ειδική χρήση». Ήταν το τραπέζι του αστυνόμου και της παρέας του,που από αυτή τη θέση «σκανάριζε» όλη την πλατεία και τους ύποπτους για καυγάδες.
Σιγά σιγά η πλατεία γεμίζει. Κάτω από το νάρθηκα της εκκλησίας, στα σκαλοπατάκια οι ηλικιωμένες χήρες του χωριού, με το κάθισμα που είχαν φέρει από το σπίτι τους, έπαιρναν τη θέση τους. Καρφίτσα να ρίξει κανείς δεν θα πέσει κάτω. Η ορχήστρα «παίζει» διάφορα κομμάτια για να δηλώσει την παρουσία της, όπως το γερμανικό Rozamunde, τα κύματα του Δουνάβεως,την Κομπαρσίτα και μερικά άλλα συνήθως στο ρυθμό της πόλκας. Όμως ακόμη κανένας δεν χορεύει. Ώσπου ο πρόεδρος του χωριού αποφασίζει να αρχίσει ο χορός.
Η παρέα του πρόεδρου και ο πάπας του χωριού σχηματίζουν την πρώτη συντροφιά που θα αρχίσει το χορό και φυσικά το πανηγύρι. Πρώτος και για λίγο το χορό σέρνει ο παπάς, στη συνεχεία ο πρόεδρος και οι υπόλοιποι της συντροφιάς του,που συνήθως ειναι οι «εκπρόσωποι των αρχών» του χωριου.
Κανεις δεν διανοειται να σχηματισει καινουργια παρεα και να αρχισει και αυτος δικο του χορευτικο κυκλο. Ομως υστερα απο λιγα λεπτα μια καινουργια παρεα σηκωνεται, σχηματιζει τον κυκλο της και περιμενει και όταν η παρεα του προεδρου φθασει κοντα της,τοτε ο τελευταιος χορευτης της, θα δωσει το χερι του στον πρωτο της καινουργιας παρεας και ο χορος θα συνεχιστει.Πολιτισμενα πραγματα,αν και μερικες φορες καποιος “Τζαναμπετης” θα παρεβλεπε τον αγραφο νομο και ο καυγας ηταν αναποφευκτος.Ομως το αγρυπνο βλεμμα του αστυνομου παρακολουθει και ο «παραβατης» συλλαμβάνεται και με τις σχετικες του καρπαζες οδηγειται στο Τμημα.
Ο κάθε πρώτος χορευτής ζητά απο την ορχήστρα να παίξει και κάποιο συγκεκριμένο τραγούδι που θέλει να χορέψει και συγχρόνως ένα χαρτονόμισμα «επικολλάται» στο μέτωπο του βιολιστή. Όταν χορεύει κάποια κυρία πρώτη, τότε ο σύζυγος, ο αδελφός, ή ο πατέρας θα σπεύσουν να πληρώσουν τα όργανα για χατήρι της. Υπάρχουν ομως και πολλοι μερακληδες,αυτοι που δεν χανουν κανένα πανηγυρι και που οι οργανοπαικτες ξερουν τις προτιμησεις τους και οταν αρχιζουν να χορευουν πρωτοι, η ορχηστρα παιζει και το τραγουδι τους. Έτσι όταν χόρευε ο Δημήτρης η ορχήστρα έπαιζε το «σαν πεθάνω μάνα», όταν χόρευε ο Ντίνος «τα κανάρια», ενώ για το Στάθη την «Σβαρνιάρα» και για τον Βασιλη «ένας αετός καθότανε» (αυτός δεν ήταν γνήσιος Μηλιώτης).
Αυτό κρατουσε αρκετη ωρα και μετα ακολουθουσαν τα «ευρωπαικα» ταγκο, βαλς, φοξ τροτ στην πρωτη γραμμη. Οι κοπελες και οι κυριες ειχαν την τιμητικη τους.Ο πρωτος χορος συνηθως παρεχωρειτο στον αδελφό ,στον πατερα η σε καποιο συγγενικο προσωπο και τα ζευγαρια στροβιλιζονταν για λιγα λεπτα στο πλακοστρωτο της πλατειας μεχρι η ορχηστρα να …τελειωσει το χορο με το κουδουνισμα του ντεφιου που καλουσε τους καβαλιερους να καταθεσουν τον οβολο τους,κατι που αποτελουσε εθιμική υποχρεωση τους.
Οι επομενοι χοροι αποτελουσαν και το μεγαλο ζητουμενο. Οι νεαροι με μεγαλη…διακριτικότητα αναζητουσαν την «καλη» τους για να σπευσουν να ζητησουν από τον πατερα να τους επιτρεψει να την χορεψουν,και φαντασθειτε την απογοητευση τους όταν καποιος άλλος τους ειχε …προλαβει. Τελειώνοντας ο χορος ο καβαλιερος επρεπε να ευχαριστησει τους γονεις της κοπελας και φυσικα την νταμα του.( Ισκιωμενο παλικαρι και με τον «τροπο» του, θα παρατηρουσε η μανα στο αυτι του πατερα,γιατι κατι περισσοτερο καταλαβαινε η γνωριζε).
Οι ευρωπαικοι χοροι σε καμποση ωρα παραχωρουσαν τη σειρα τους στους δημοτικους χορους και το γλεντι και το κεφι ανεβαινε.Ο ερυθρος οινος έρρεε αυθονος και τις περισσοτερες φορες ηταν από το σπιτι,ενώ για τα παιδια,η λεμοναδα η το «υποβρυχιο» ηταν το πιο συνηθισμενο κερασμα.Κατω από την πλατεια,εκει προς τα «παλια» ο Θοδωρης Μαχαιριτσας από τη Βυζιτσα,ο και Κοκορετσας επονομαζομενος,ειχε μεταφερει τον φορητο ξυλοφουρνο του και μεσα σε μικρα πηλινα γκιουβετσια εψηνε τις υπεροχες τραγισιες κοιλιτσες και τα κοκορετσια του. Πραγματικες γευστικες απολαυσεις που οι διασκεδαζοντες απολαμβαναν μαζι με το κρασακι τους.
Γυρω από την πλατεια περιστασιακα επερναν θεση οι λοτταριες (ΑΝΑΠΗΡΙΚΟΝ), η σκοποβολη, οι κρικοι, η τοξοβολια και άλλες παραλλαγες τους, που σκοπο ειχαν να δώσουν την ευκαιρια στους κυνηγούς της τυχης να …κερδισουν.Εκει προς την εκκλησια επερναν θεση «το μαλλι της γριας» ο φαρσαλινος χαλβας,τα διαφορα φτηνοπαιχνιδακια,τα κικιρικια ,ενώ καποια ασετυλινη φωτιζε το εμπορευμα, καλυπτοντας ταυτοχρονα με την χαρακτηριστικη μυρουδια της ολη την πλατεια .
Στα ‘περιφεριακα» ταβερνεία επικρατουσε μια άλλη μορφη γλεντιου .Ενας ζουρνας και ένα νταουλι χαριζαν τον πραγματικα υπεροχο ηχο τους στους θαμωνες και τα ζειμπεκικα και τα χασαποσερβικα εδιναν kαι επερναν,ενώ τα ζωναρια ηταν απλωμενα ετοιμα για καυγα.Τα τσιπρα με λιγο αγγουρακι και δυο τρεις ελιες καδισιες ηταν ο μεζες τους, αλλα αυτό δεν ηταν ανασταλτικος παραγοντας στη διασκεδαση τους.
Η βράδια κυλούσε ευχάριστα και το κέφι ηταν στο ζενίθ, oι νότες της ορχήστρας αντηχούσαν μέσα στα φυλλώματα των αιωνόβιων πλάτανων ενώ τα γκαρσόνια άπειρα από τέτοια κοσμοσυρροή κολυμπούσαν στον ίδρωτα. Είναι πια περασμενα μεσανυχτα όταν από απεναντι ακουγεται το διαπεραστικο σφυριγμα του τραινου.Νυχτιατικα? δεν είναι συνηθισμενο.Ελα όμως που το πανηγυρι παρουσιαζει τετοιο ενδιαφερον,ώστε προστεθηκε ακομα ένα νυχτερινο δρομολογιο ,κυριως για τους Λεχωνιτες και Γατζεωτες.Με κομμενη από τον ανηφορα ανασα,σε λιγο φθανουν και αυτοι,που είναι πολύ γνωστοι γλεντζεδες της περιοχης.Και το παζαρι περνει «φωτια».Τι χορος,τι τραγουδια με το χωνι της ορχηστρας,τι «παραγγελιες» τι πειραγματα και φυσικα και το απαραιτητο «φλερτακι»των νεαρων.Ομως πανω από τον Αι Νικολα ο ουρανος αρχιζε σιγα σιγα να «γαλαζιαζει» και το ξημερωμα ηταν πολύ κοντα!!! Οι νοικοκυρές έπρεπε να πανε στο σπιτι για τις καθημερινες υποχρεωσεις τους, τα παιδια επρεπε να κοιμηθουν και οι κοπελες να ξεκουραστουν για να είναι φρεσκες το άλλο βραδυ.Ετσι η πλατεια ηταν πια στη διαθεση των ανδρων.Και τοτε αρχιζαν τα «βαριά» και οι ασηκωτοι εδιναν ρεσιταλ χορευτικης δεινότητας, «Κάτω στα λεμοναδικα» «ο σακαφλιας», Ενας μαγκας στο Βοτανικο» και πολλα αλλα αποτελούσαν το ρεπερτόριο αυτής της …ενoτητας,και φυσικά υπό το άγρυπνο βλέμμα του αστυνομου,γιατι τώρα ήταν η ώρα του καυγα,κατι που σπανίως αποφεύγονταν.
Κάπως ετσι θα κυλησουν οι βραδιές του Μηλιωτικου πανηγυριού, με την τελευταία βραδια να ανήκει περισσότερο στους Μηλιωτες, αφού οι επισκέπτες από τα αλλα χωρια και από το Βόλο, είναι σχετικά πολύ λίγοι. Οι Μηλιωτες σαν μια μεγαλη παρεα διασκεδαζουν,χορευουν και τραγουδουν.
Όμως καποτε όλα τελειωνουν. Ο Αυγερινος θα κανει την εμφανιση του ψηλα περα προς τα Νεχωρίτικα και ολοι τοτε με καποια δοση μελαγχολιας,θα ευχηθουν «και του χρονου να ημαστε καλα να τα ξαναπουμε»
Τα μελη της ορχηστρας, αφου πρωτα εκτελεσουν το τελευταιο τους τραγουδι,αρχιζουν βιαστικα να συγκεντρωνουν τα υπαρχοντα τους και με την ψυχη στο στομα,όπως χαρακτηριστικα σχολιαζουν οι παρευρισκομενοι,τρεχουν προς το σταθμο,για να προλαβουν το τραινο.Το τραινακι θα τους μεταφερει μεχρι τη Γατζεα και από κει με τα ποδια,θα φθασουν στην αποβαθρα της κατω Γατζεας,απ’οπου σε λιγες ωρες θα περασει το ‘Μαιρη Φαππα» για να πανε στη Μηλινα και από κει στο Λαυκο.Ειναι η κομπανια του Φορλιδα,μια πολύ γνωστη ορχηστρα των Πηλιορειτικων πανηγυριων.
Στο τραινο καθονται παντα στο τελευταιο βαγονι ,που εχει και τον πιο λιγο κοσμο και εκει,ανοιγει η θηκη του βιολιου και από μεσα ξεπροβαλει ο κοπος τους.Η «χαρτουρα»των ημερων,ενώ στο ντεφι εχουν συγκεντρωθει τα κερματα.Και αρχιζει η καταμετρηση και ο σχολιασμος του ολου πανηγυριου.
Ετσι θα ακουσεις για τον Παναγιωτη που φετος εδωσε μονο ένα πενηνταρι,για τον Λεχωνιτη που τους φιλεψε για καλα,για τον Γιαννη που φετος δεν ηταν στο πανηγυρι και χασαμε καμποσα εικοσαρικα,για τους νεαρους που φετος η συμμετοχη τους στο «ντεφι» ηταν αρκετα ικανοποιητικη και πολλα αλλα.
Στην πλατεια του χωριου τα καφενεια κλεινουν και οι «αποκαηδες» με ένα μπουκαλι τσιπουρο στο χερι σε ομαδες κατά γειτονια, σιγα σιγα αποχωρουν, ενώ στο δρομο δεν λειπουν τα τραγουδια και ο χορος.ενω τα οργανα αναπληρουνται από φυλλα κολοκυθιας που εχουν μετατραπει σε ….ζουρναδες.Ετσι «γερανιασμενοι» για να χρησιμοποισω και την σχετικη εκφραση,φθανουν στα σπιτια τους εξουθενωμενοι αλλα μεσα σε μια ευχαριστη κουραση που θα αναπολουν ολο τον υπολοιπο καιρο.
Σήμερα το πανηγύρι εχει αλλαξει,λιγα είναι εκείνα που μας το θυμίζουν. O αστυνόμος δεν μας κάνει πια την τιμη να παρευρίσκεται, ούτε καν κάποιος αστυφύλακας, γιατί κανένας δεν καυγαδίζει ούτε εχει καν τη διαθεση για κατι τετοιο.Τα καφενεια σερβίρουν τα πάντα, οι δε καρεκλες και τα τραπεζια είναι υπερεπαρκεί, αφου ο εκ Καρδιτσης επιχειρηματίας, εχει φροντισει με το φορτηγο του να εξασφαλισει τον απαιτουμενο αριθμο,όπως και σε αλλα πανηγυρια της περιοχης και όχι μονο.Το τυπικο του χορου αποτελει μια αναμνηση.Ο,τι θελει ο κάθε ενας μπορει να το κανει, να χορεψει,να τραγουδησει …..Η συνθεση της ορχηστρας εχει και αυτή αλλαξει και πλεον αποτελειται από αρμονιο,ηλεκτρικη κιθαρα ηλεκτρικα ντραμς, ένα κλαρινο,με ένα όμως μεγαλο αποκτημα, την ..τραγουδίστρια!!! είναι καποια κυρια που καθεται σε μια καρεκλα στο μεσον της ορχηστρας και πότε πότε «τραγουδαει»!!!! Τα ηχεία στη διαπασών εκπέμπουν με αφθονία τα Ντεσιμπέλ, που ίσως πολλές φορές να ξεπερνουν και τα 150!!!.Ουτε να μιλησεις μπορεις ουτε να ακουσεις. Το ρεπρετοριο της ορχηστρας περιοριζεται σε μερικα νησιωτικα τραγουδια,ενώ τα «ευρωπαικα»είναι ελαχιστα,μιας και η συγχρονη μουσικη παραγωγη σερβιρει τραγουδια που δυστυχως δεν…τραγουδιουνται, Δεν υπαρχουν πια τα σουξε της εποχης που με λαχταρα προσμεναν οι νεοι, ουτε και οι μερακληδες με τα τραγούδια τους,και αν σημερα ακουσεις από την ορχηστρα το «κάτω στα μοναδικών» να ξερεις πως χορευει ο Βαγγελης,ετσι για να συντηρειται η παράδοση.
Καλη διασκεδαση λοιπον και του Χρονου.

Posted in Uncategorized | Leave a comment

Νο. 1087 Παρέλαση των γάλλων στρατιωτών στην παραλία (14/7/1917)

Αφιερωμένη στους καλούς φίλους κ.κ. Χαρίτο και Κοντομήτρο (συγνώμη που. δεν κατάφερα να τα πούμε). Την βρήκα σήμερα. Ελπίζω οι εκδηλώσεις σας για το 1917 να είναι επιτυχείς.

Για να θυμηθούμε την ιστορία. Με τον εθνικό διχασμό στο αποκορύφωμα να μοιράζει τη χώρα στα δύο, η πόλη του Βόλου βρέθηκε να ανήκει στην μεριά του βασιλιά, που ανταποκρινόμενος στην θελήση της Γερμανίας κρατάει την Ελλάδα σε ουδετερότητα. Οι Άγγλοι και οι Γάλλοι επέβαλαν στην χώρα αποκλεισμό, που επέφερε μεγάλη πείνα και οδύνη στη περιοχή. Διαβάστε λεπτομερή περιγραφή της κατάστασης στο Βόλο και το Πήλιο στις εξαιρετικές αναρτήσεις του φίλου Άρη Π εδώ:
http://anolehonia.blogspot.gr/2014/06/1917.html
http://anolehonia.blogspot.com/2014/06/1917-2.html

Το Μάη του 1917 τα γαλλικά στρατεύματα αρχίζουν να κατεβαίνουν από την Θεσσαλονίκη (που ελεγχόταν από τους Βενιζελικούς) και προελαύνουν χωρίς αντίσταση στην Θεσσαλία. Γύρω στις 15 (;*) Ιουνίου (2 Ιουνίου με το παλιό ημερολόγιο) 1917, ο Γαλλικός Στρατός μπαίνει στην πόλη του Βόλου. Την ίδια μέρα ο Κωνσταντίνος παραιτείται και φεύγει από την Ελλάδα. Σε λίγους μήνες η Ελλάδα μπαίνει στον πόλεμο στο πλευρό των συμμάχων. Αυτή είναι η δεύτερη φωτογραφία που έχουμε με την παρέλαση των Γάλλων στην παραλία για την γαλλική εθνική εορτή της επετείου της Βαστίλλης (η άλλη στην ανάρτηση 737 https://www.facebook.com/MagnesiaStoPerasmaTouChronou/posts/749397828518940:0) .

Όλες οι σχετικές αναρτήσεις με τα γεγονότα εκείνα:
532*. H είσοδος του Γαλλικού Στρατού στο Βόλο (Ιούνιος 1917)
https://www.facebook.com/MagnesiaStoPerasmaTouChronou/posts/534671869991538:0
533. Πολιτική συγκέντρωση στην παραλία (Ιούνιος 1917)
https://www.facebook.com/MagnesiaStoPerasmaTouChronou/posts/535263443265714:0
534. Η προβλήτα και η βεσπασιανή της παραλίας (1917)
https://www.facebook.com/MagnesiaStoPerasmaTouChronou/posts/535765433215515:0
536. O Bόλος από το Πήλιο (1917)
https://www.facebook.com/MagnesiaStoPerasmaTouChronou/posts/536349019823823:0
725. Γάλλοι στρατιώτες και παιδιά στον Βόλο του 1917
https://www.facebook.com/MagnesiaStoPerasmaTouChronou/posts/732758626849527:0
726. O Εθνικός Διχασμός – από το ημερολόγιο του αργαλαστιώτη γιατρού Γεώργιου Σατραζέμη (1916-1917)
https://www.facebook.com/MagnesiaStoPerasmaTouChronou/posts/734362373355819:0
737. Ημέρα της Βαστίλλης 14 Ιουλίου 1917
https://www.facebook.com/MagnesiaStoPerasmaTouChronou/posts/749397828518940:0
768*. Αεροφωτογραφία του Βόλου (1917)
https://www.facebook.com/MagnesiaStoPerasmaTou

Posted in Uncategorized | Tagged , , | Leave a comment