1042. Ο πατέρας μου ήταν ο Ανσέλμος Μουρτζούκος…


ΠΡΟΛΟΓΟΣ
H πλειονότητα της ισραηλιτικής κοινότητας στο Βόλο ήταν Ρωμανιώτες δηλαδή Εβραίοι που ήρθαν στην Ελλάδα περίπου στον πρώτο αιώνα μ.Χ. Στη περιοχή μας είχαν συνεχή παρουσία στις Φθιώτιδες Θήβες (Αγχίαλος), στον Αλμυρό και φυσικά στο Βόλο. Η παρουσία αυτή κλονίστηκε στην διάρκεια της κατοχής. Η κοινότητα είχε τότε περίπου 900 μέλη. Ενώ οι Ιταλοί δεν δημιούργησαν κανένα πρόβλημα, όταν η περιοχή πέρασε στην δικαιοδοσία των Γερμανών, μετά την συνθηκολόγηση της Ιταλίας, άρχισαν οι πιέσεις. Με άμεση αντίδραση των επικεφαλής της ισραηλιτικής κοινότητας, του μητροπολίτη Ιωακείμ και του Γερμανού πρόξενου Σέφελ, ένας μεγάλος αριθμός μελών της κοινότητας έφυγε για να κρυφτεί κυρίως στο Πήλιο αλλά και άλλοι στην Αθήνα. Από τους λίγους που έμειναν στο Βόλο περίπου, έπεσαν θύματα της της επιχείρησης των Ες-Ες την νύχτα της 24 προς 25η Μαρτίου του 1944 κατά την οποίαν συνελήφθησαν περίπου 150. Αρχικά τους βάλαν στην Κίτρινη Αποθήκη, μετά τους στείλαν στην Λάρισα και από εκεί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης με μοιραία κατάληξη. Εκτός από κάποια γραπτά κείμενα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι εξιστορήσεις μελών της ισραηλιτικής κοινότητας της εποχής εκείνης αλλά και άλλων ντόπιων που έμμεσα ή άμεσα βοήθησαν στην διάσωση πολλών. Αυτές οι μαρτυρίες βρίσκονται στο Μουσείο Ολοκαυτώματος στην Ουάσινγκτων και στο USC Shoah Foundation Institute στο Λος Άντζελες. Οι μαρτυρίες αυτές αναφέρονται όχι μόνο στις δύσκολες στιγμές της Κατοχής αλλά δίνουν λεπτομέρειες για την ζωή στην ισραηλιτική κοινότητα του Βόλου πριν την Κατοχή.

Σήμερα σας παρουσιάζω ένα κομμάτι από μια απο αυτές της μαρτυρίες που μπορείτε να την βρείτε ολόκληρη στο https://collections.ushmm.org/search/catalog/irn513271 (στα αγγλικά). Ανήκει στην Πωλέττα Νεχεμά-Μουρτζούκου, και αναφέρεται στην ζωή της στο Βόλο σαν παιδί (έφυγε 10 ετών) πριν το 1940. Η τελευταία πληροφορία που έχω είναι ότι η κυρία Νεχαμά ζεί στην Αμερική στην πολιτεία του Μέριλαντ. Η συνέντευξη δόθηκε στα 2003.

Η μετάφραση είναι δική μου και τα όποια λάθη επίσης… Έχω παραλείψει τις ερωτήσεις για να δοθεί κάπως ένα στρωτό κείμενο.

Η φωτογραφία δείχνει μια αστική ισραηλιτική οικογένεια στο Βόλο του Ζαχαρία Λεβή (από το Εβραϊκό Μουσείο της Ελλάδος http://www.jewishmuseum.gr/gr/repository/item/16404.html ). Δεν έχω μπορέσει να εξακριβώσω αν είναι αυτή του παππού της κυρίας Πωλέττας Νεχαμά-Μoυρτζούκου, που είχε το ίδιο όνομα ή είναι συνωνυμία. Αν ξέρει κάποιος ας μας βοηθήσει.

ΚΟΜΜΑΤΙ ΤΗΣ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗΣ ΤΗΣ ΠΩΛΕΤΤΑ ΝΕΧΑΜΑ-ΜΟΥΡΤΖΟΥΖΟΥ.
https://collections.ushmm.org/search/catalog/irn513271
—————————————
Ο πατέρας μου ήταν ο Ανσέλμος Μουρτζούκος, και γεννήθηκε στο Βόλο. Και η μητέρα μου ήταν η Θάλεια Μουρτζούκου. Λεβή ήταν το πατρικό της όνομα. Επίσης γεννημένη στο Βόλο…. Παντρεύτηκαν το 1921 και απέκτησαν δύο παιδιά. Τη αδερφή μου, η οποία γεννήθηκε το 1923 και εμένα μετά από 10 χρόνια, το 1933.

Οι γονείς μου ήταν από την Χαλκίδα, που είναι στην Εύβοια. Πότε ακριβώς ήρθαν στο Βόλο, δεν είμαι σίγουρη, αλλά – τα παιδιά τους γεννήθηκαν όλα στο Βόλο. Ήταν Ρωμανιώτες, δηλαδή ήταν Εβραίοι από πού πρωτοεγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα πολύ, πολύ παλιά.

Παντρεύτηκαν όταν η μητέρα μου ήταν 22, και ο πατέρας μου ήταν 23. Εγκαταστάθηκαν στο Βόλο, και εκεί έζησαν όλη τη ζωή τους. Είχαν ένα μικρό σπίτι. Έμεναν πολύ κοντά στην υπόλοιπη οικογένεια, που μένει ακόμα στην Ελλάδα. Οι οικογένειες έχουν τα σπίτια πολύ κοντά η μία στην άλλη, μερικές φορές ένα σπίτι τριών ορόφων, και κάθε οικογένεια είχε ένα όροφο. Έτσι ζούσαν εκεί. Οι παππούδες μου είχαν κατασκευάσει ένα εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας. Ολοκληρώθηκε το 1906. Και το 1920 περίπου, όταν οι παππούδες πήραν σύνταξη, ο πατέρας μου και ο αδελφός του ανέλαβε το εργοστάσιο, το οποίο ονομαζόταν Λεβιάθαν-Μουρτζούκος, και Σία.


(ανάρτηση Γεώργιος Ασδέρης).

Υπήρχαν τρία άλλα εργοστάσια στο Βόλο. Το ένα ήταν επίσης εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας, και το άλλο έφτιαχνε εργαλεία. Το εργοστάσιο του πατέρα μου ήταν το μεγαλύτερο. Παρήγαγε το βασικό υλικό, το κασμίρι, που ήταν για ανδρικά κοστούμια, αλλά και για ρούχα των γυναικών – για κουστούμια. Τα νήματα εισάγονταν από την Αγγλία. Το εργοστάσιο ήταν γνωστό σε όλη την Ελλάδα αλλά και διεθνώς.

Περίπου 900-1200 άνθρωποι απασχολούνταν στο εργοστάσιο. Είχαν τρεις βάρδιες, και το εργοστάσιο δεν σταματούσε ποτέ. Και υπήρχε μια μεγάλη σειρήνα, η οποία είναι κάθε πρωί στις πέντε σφύριζε για να ξυπνήσει τους εργαζόμενους, να έρθουν να εργαστούν. Αυτό ήταν ωραίο ξυπνητήρι! Όλος ο Βόλος το ήξερε. Αφού σφύριζε η σειρήνα του Μουρτζούκου, θα πρέπει να είναι πέντε.


(ΛΑΪΚΗ ΦΩΝΗ, Βόλος 4-10-1931 – ανάρτηση Άρη Παπαδόπουλου)

Η εταιρία δεν υπάρχει πια. Δυστυχώς, ήρθαν πολλές ατυχίες μετά τον πόλεμο. Πρώτα η παραγωγή διακόπηκε, επειδή δεν μπορούσαμε να παίρνουμε το υλικό από την Αγγλία. Δεν υπήρχε τρόπος. Στη συνέχεια, έπρεπε να κρυφτούμε, και το εργοστάσιο έκλεισε επειδή οι Γερμανοί το κατέλαβαν. Κατέστρεψαν μερικά από τα μηχανήματα, και ένα μέρος του εργοστασίου έγινε στρατώνες. Μετά τον πόλεμο ήταν σε πολύ κακή κατάσταση, και δεν υπήρχαν χρήματα για να ξεκινήσουμε από την αρχή. Η τράπεζα μας έδωσε ένα δάνειο, και ξεκινήσαμε, αλλά με το μισό ή το ένα τέταρτο των ανθρώπων, και η παραγωγή ήταν πολύ περιορισμένη. Έτσι πήγε κούτσα-κούτσα για λίγο. Στη συνέχεια, για μερικά χρόνια τα πράγματα ήταν δύσκολα. Ήταν δύσκολο να έρχονται οι πρώτες ύλες, και γενικά οι οικονομικές συνθήκες ήταν πάρα πολύ κακές. Έτσι τελικά η τράπεζα το κατάσχεσε, και αυτό ήταν το τέλος του. Έγινε μια αποθήκη για σιτηρά, και τώρα το έχουν κάνει τεχνικές σχολές. Αλλά είναι ενδιαφέρον ότι κράτησαν την πρόσοψη, η οποία ήταν, εννοώ αρχιτεκτονικά, πολύ προχωρημένη αρχιτεκτονικά. Η στέγη του ήταν κεκλιμένη, και διατηρείται. Κρατάει και το όνομα, τις λένε Τεχνικές Σχολές Μουρτζούκου. Υπάρχει μια στάση λεωφορείου που ονομάζεται στάση Μουρτζούκου.

(ανάρτηση Θανάση Γέρμανου)

Ας πάμε όμως πίσω στην αρχή, όταν ο πατέρας μου δούλευε με τον πατέρα του στο εργοστάσιο. Η μητέρα μου ήταν οικοκυρά, και ένας κοσμικός άνθρωπος. Έκανε πολλή εθελοντική εργασία στο Βόλο. Εργάστηκε στο ορφανοτροφείο, και ένα άλλο ίδρυμα – πως το λένε; Kαι θυμάμαι πάντα ότι είχε τσάι στο σπίτι, και όλες οι κυρίες ερχόταν, και υπήρχαν όμορφα γλυκά, κέικ και μπισκότα, και ότι έπρεπε να ντύνομαι με τα καλά μου για να έλθω να χαιρετήσω τις κυρίες με υπόκλιση, το οποίο δεν μου άρεσε… Η μητέρα μου ήταν μια πολυάσχολη κυρία. Αυτό ήταν αναμενόμενο τις κυρίες της κοινωνικής της θέσης, επειδή ήμασταν αρκετά πλούσιοι. Είχαμε μια υπηρέτρια, και ένα μάγειρα. Εγώ είχα μια νταντά, και αργότερα γκουβερνάντα. Η μητέρα μου τους είχε υπό την επίβλεψη της. Πάντα, τα πάντα ήταν απολύτως τέλεια.

Όταν ερχόμουν στο σπίτι, με πήγαινε η νταντά μου στο πάρκο, ή για κολύμπι το καλοκαίρι, η μητέρα ήταν στο σπίτι το μεσημέρι. Και όταν πήγαινα για ύπνο, ήταν εκεί. Οι γονείς μου έκαναν ταξίδια στην Αυστρία. Ταξίδεψαν πολλές φορές στην Ελβετία και την Αυστρία. Για μεγάλα χρονικά διαστήματα ότι δεν ήταν στο σπίτι. Αλλά η γιαγιά μου ήταν μαζί μας, και φυσικά, το οικιακό προσωπικό, και η αδελφή μου, που ήταν μεγαλύτερη, και βασιζόμουν πάνω της.
Η μεγαλύτερη αδελφή μου ήταν σαν μια μητέρα μου, επειδή πάντα μου επέβαλε την πειθαρχεία. Και εγώ πάντα ήθελα να γίνω όπως αυτή. Αν έφερνε φίλους στο σπίτι, ήθελα να είμαι μαζί τους. Και αυτή δεν ήθελε να είμαι εκεί. Αλλά οι φίλοι της ήταν θαυμάσιοι, με παίρναν μαζί τους και μου μιλούσαν, αλλά εκείνη δεν με ήθελε εκεί με τίποτα. Με φρόντιζε, με φρόντιζε πολύ. Αλλά ήταν σημαντικά μεγαλύτερη από μένα εκείνη την εποχή. Ήταν 21 και εγώ 10, που είναι μια μεγάλη διαφορά.

Το εβραϊκό όνομα μου είναι Εσθήρ, που είναι το όνομα της γιαγιάς μου από την μεριά της μητέρας μου. Το όνομα Πωλέττα, νομίζω ότι προέρχεται από την Paulette Goddard [μια αμερικανίδα ηθοποιό], την οποία η μητέρα μου την λάτρευε. Νομίζω ότι γι΄αυτό με ονόμασαν Πωλέττα. Με φωνάζαν Πωλεττάκι, που σημαίνει μικρή Πωλέττα. Και μερικές φορές έτσι με φωνάζουν ακόμα όταν πηγαίνω στην Ελλάδα.

Το όνομα της αδελφής μου είναι Γιολάντα, και την φωνάζαμε Γιόλα. Το όνομά της από την εκ πατρός γιαγιά μου, ήταν Ξανθή. Στα αγγλικά σημαίνει blonde είναι κάπως αστείο αλλά την φωνάζανε Γιόλα. Είναι παραδοσιακό τα παιδιά να ονομάζονται με το όνομα των παππούδων όταν αυτοί ζούσαν. Στους Ασκενάζι δεν το κάνουμε αυτό. Στο σεφαραδίτικη παράδοση και στους Ρωμανιώτες, ονομάζουμε τα παιδιά με το όνομα των εν ζωή παππούδων των γιαγιάδων και άλλων συγγενών, θείοι και θείες.

Τα παιδικά μου χρόνια θυμάμαι ότι ήταν υπέροχα. Μου άρεσε το σπίτι που ζήσαμε. Είχαμε ένα όμορφο σπίτι, και έναν ωραίο κήπο που μύριζε υπέροχα γιατί είχαμε δέντρα, όπως λεμονιές και πορτοκαλιές και όμορφα τριαντάφυλλα. Έτσι ήταν πάντα πολύ ευχάριστο να βρίσκεται κανείς έξω στον κήπο. Ήμουν φίλη με πολλά παιδιά. Η γκουβερνάντα μου, που μιλούσε γαλλικά, και εγώ έπρεπε να μιλώ γαλλικά μαζί της, με πήγαινε στο πάρκο, και εκεί ήταν πάντα κάποια παιδιά, με τα οποία παίζαμε όλων των ειδών τα παιγνίδια. Το καλοκαίρι πήγαινα κολύμπι κάθε μέρα. Έπαιρνα το μικρό τρένο από το Βόλο, που ανεβαίνει στο βουνό του Πηλίου, αλλά σταματούσε στην παραλία του Αναύρου, όπου κατεβαίναμε. Μερικά βαγόνια ήταν κανονικά αλλά δύο από αυτά ήταν ανοιχτά σαν άμαξα, και εκεί μου άρεσε να κάθομαι. Και μου άρεσε, γιατί μπορούσα να δω τα πάντα.

Στο σπίτι μιλούσαμε κυρίως ελληνικά αλλά και γαλλικά, επειδή η μητέρα μου έχει σπουδάσει στην Ελβετία, στη Λοζάνη, και έτσι ήθελε να μάθουμε γαλλικά. Γι’ αυτό και μιλούσαμε γαλλικά με τη μητέρα μου, και την γκουβερνάντα. Έτσι, στην ηλικία των πέντε ήξερα άπταιστα γαλλικά. Αυτές ήταν οι μόνες δύο γλώσσες που μιλούσαμε. Φυσικά, τώρα ξέρω και αγγλικά.

Δεν τηρούσαμε το κοσέρ [την επιτρεπόμενη εβραϊκή διατροφή]. Δεν νομίζω ότι τρώγαμε χοιρινό, αλλά κατά τα άλλα τρώγαμε τα πάντα. Πήγαινα στη συναγωγή μαζί με τη μητέρα μου για να δώσει λάδι. Αυτή ήταν μια πρακτική που θεωρούνταν μια καλή πράξη. Έπρεπε να προσφέρουμε λάδι στη συναγωγή για τις λάμπες. Τότε πήγαινα με τη μητέρα μου, αλλά εγώ πήγαινα σε λειτουργίες. Ο πατέρας μου πήγαινε. Η μητέρα μου πήγαινε [στην συναγωγή] στις σημαντικές γιορτές, μαζί με τον πατέρα μου.

Θυμάμαι το εβραϊκό Πάσχα. Αλλά γιορτάζαμε και το ελληνικό Πάσχα επίσης. Ήμασταν πάντα καλεσμένοι κάπου όπου ψήνανε αρνιά, κάτι που είναι παράδοση για τους Έλληνες κατά το Πάσχα. Εκεί βρισκόταν και ένα πολύ μεγάλο μέρος της τοπικής κοινωνίας. Πάντα αισθανόμουν Ελληνίδα. Άρχισα να αισθάνομαι εβραϊα, όταν πήγα στα Πουλάκια [προσκοπική οργάνωση για τα μικρά κορίτσια]. Πρέπει να ήμουν έξι χρονών. Οι συναντήσεις ήταν το Σάββατο, και θυμάμαι τη γιαγιά να λέει: “Αυτό είναι κακό. Δεν πρέπει να πηγαίνεις εκεί τα Σάββατα, επειδή είσαι εβραία. ” Αλλά επέμενα, και η μητέρα μου δεν το θεωρούσε φοβερό το ότι πήγαινα εκεί το Σάββατο. Αλλά όταν έπρεπε στην συνάντηση να είχα φέρει μια βελόνα και ένα νήμα, γιατί έπρεπε να μάθουμε πώς να ράψουμε ένα κουμπί, και εγώ στην πραγματικότητα είχε ξεχάσει να το φέρω, και η αρχηγός μου είπε, “Πού είναι το νήμα και το κουμπί σας ; ” είπα, «Εγώ δεν ράβω τα Σάββατα.» Έτσι εγώ δήλωσα την καταγωγή μου, και φυσικά αυτή δεν μπορούσε να πει τίποτα.

Στην πραγματικότητα, δεν θυμάμαι κανένα άλλο εβραίο φίλο. Ίσως ένα, θυμάμαι έναν. Ήταν ως επί το πλείστον Έλληνες Ορθόδοξοι. Η ζωή μας ήταν καλά ενταγμένη στην τοπική κοινωνία. Ο πατέρας μου ήταν ο πρόεδρος της εβραϊκής κοινότητας, άρα, είχαμε πολύ ισχυρό εβραϊκό στοιχείο στην οικογένεια, εμείς απλά δεν ήμασταν πολύ θρησκευόμενοι, ας το θέσω έτσι.

Τα χρόνια της παιδικής μου ηλικίας ήταν πολύ άνετα, σταθερά και προβλέψιμα. Οι γονείς μου οργανώνανε μεγάλα πάρτι, – πάντα υπήρχαν πολλοί άνθρωποι τριγύρω μας. Ηταν σταθερή ροή γνωστών ανθρώπων (της περιοχής) που έρχονταν από το σπίτι μας, ή πηγαίνομε εμεις. Ήμουν ένα παιδί, και φυσικά, τα παιδιά δεν μπλεκότανε με τους ενήλικες, δεν συμμετείχαμε σε αυτά τα πραγμάτα, αλλά θυμάμαι την ενθουσιασιώδη ατμόσφαιρα. Αυτό που θυμάμαι είναι ότι οι γονείς μου αγόρασαν ένα σπίτι για το καλοκαίρι στα Καλά Νερά, ένα χωριό του Πηλίου, αλλά πάνω στη θάλασσα. Και εμείς πηγαίναμε εκεί για τα Σαββατοκύριακα, και θυμάμαι ότι συσκευάζανε τα τρόφιμα σε μεγάλα καλάθια, και στη συνέχεια μπαίναμε στο τρένο. Ο υποτακτικός που φρόντιζε το μέρος εκείνο έρχονταν πάνω σε άμαξα με άλογο για να μας παραλάβει από το σιδηροδρομικό σταθμό, και να μας πάει στην βίλα όπως συνηθίζαμε να το αποκαλούμε. Και αυτές ήταν από τις πιό αγαπημένες μου στιγμές. Μου άρεσε τόσο εκεί. Το καλοκαίρι μείναμε για ένα μήνα ή δύο, ή ίσως και περισσότερο.. Ίσως πηγαίναμε και το χειμώνα, δεν θυμάμαι, αλλά μάλλον για μικρό χρονικό διάστημα.

Ήμουν έξι χρονών, και πήγα κατευθείαν στην πρώτη τάξη. Δεν υπήρχαν νηπιαγωγεία εκείνες τις ημέρες. Όταν πήγα στην πρώτη τάξη, ένα μήνα αργότερα, ξέσπασε ο πόλεμος με την Ιταλία. Και το σχολείο έκλεισε για λίγο. Οι άντρες εκπαιδευτικοί έφυγαν για τον πόλεμο, και από τότε φύγαμε από το Βόλο…

Η συνέντευξη συνεχίζεται (αντιστοιχεί σε κείμενο 130+ σελίδων!), και η κυρία Νεχαμά διηγείται πως πήγανε πρώτα σε ένα σπίτι στην Αγριά, και μετά στα μέσα του 1943 φύγανε για την Αθήνα με καΐκι και ψεύτικα χαρτιά. Εκει κρυφτήκαν σε διάφορα σπίτια. Σε ένα από αυτά κάποιοι τους καταδώσανε και συνελήφθηκε ο πατέρας της από έλληνες συνεργάτες των Γερμανών. Ο Μουρτζούκος κατάφερε να τους δωροδοκήσει και να φύγει. Η οικογένεια πέρασε το υπόλοιπο μέρος της κατοχής κρυβόμενη σε διάφορα σπίτια. Η συνέντευξη αναφέρεται στην μετά την Κατοχή εποχή αλλά και στην μετάβαση της κ. Π. Νεχαμά στην Αμερική.

Posted in Uncategorized | Tagged , , | Leave a comment

1041. Θα έδινα ότι είχα και δεν είχα για να μάθω…


Στην βιογραφία του Samuel Johnson, ενός σημαντικού ανθρώπου των γραμμάτων της Αγγλίας του 18ου αιώνα, βρήκα αυτό το μικρό κομμάτι που μου άρεσε. Γράφει λοιπόν ο βιογράφος του:”Το Σάββατο, 30 Ιουλίου o Δρ. Τζόνσον και εγώ πήραμε μια βάρκα με ένα κωπηλάτη να μας περάσει από το Temple Stairs [στον Τάμεση] στην απέναντι μεριά, στο Greenwich. Καθώς μιλούσαμε, τον ρώτησα αν πίστευε πραγματικά ότι η γνώση της Ελληνικής και της Λατινικής γλώσσας αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για μια σωστή εκπαίδευση.

Johnson: «Βεβαίως. Αυτοί που ξέρουν αυτές τις γλώσσες έχουν ένα πολύ μεγάλο πλεονέκτημα σε σχέση με εκείνους που δεν τις ξέρουν. Είναι υπέροχο πόσο σημαντική είναι μια τέτοια διαφορά για τους ανθρώπους ακόμα και στην ίδια την καθημερινότητα, που δεν φαίνεται να είναι πολύ συνδεδεμένη [με την γνώση αυτών των γλωσσών]»

Και όμως, (είπα) υπάρχουν άνθρωποι που τα καταφέρνουν στην ζωή με επιτυχία χωρίς να έχουν αυτή τη γνώση.

Johnson: «Ίσως συμβαίνει και αυτό. Για παράδειγμα, αυτό το αγόρι (αναφερόμενος στον νεαρό κωπηλάτη), κωπηλατεί μια χαρά χωρίς να ξέρει για το τραγούδι του Ορφέα για τους Αργοναύτες, που ήταν οι πρώτοι ναυτικοί»

Και γυρίζοντας προς τον νεαρό, που είχε στήσει αυτί στην συζήτηση των δύο αντρών, τον ρωτάει:

«Τι θα έδινες, παλικάρι, να μάθεις για τους πρώτους ναύτες, τους Αργοναύτες;»

«Κύριε, (είπε το αγόρι), θα έδινα ότι είχα και δεν είχα»

Και ο Δρ. Τζόνσον που ευχαριστήθηκε πολύ με την απάντησή αυτή, του έδωσε διπλή πληρωμή. Γυρίζοντας προς σε μένα, είπε:

«Η επιθυμία της γνώσης είναι η φυσική επιθυμία του ανθρώπου. Και κάθε ανθρώπινο ον, του οποίου το μυαλό δουλεύει, είναι πρόθυμο να δώσει ότι έχει και δεν έχει για να αποκτήσει αυτή τη γνώση.»

ΣΗΜ. Το αρχικό κείμενο θα το βρείτε εδώ
James Boswell, “The life of Samuel Johnson”, 1791
https://books.google.com/books?id=RJJNAAAAYAAJ&pg=PA480
O πίνακας είναι του Τζόρτζιο ντε Κίρικο με θέμα την Αργώ και τον ανέρτησε πριν καιρό ο φίλτατος Θανάσης Γέρμανος

Posted in Uncategorized | Tagged , , , , | Leave a comment

1040. Θεσσαλικοί Σιδηρόδρομοι 1897

Αφιερωμένο στην καλή παρέα των φίλων της σελίδας που συναντιέται απόψε στην παραλία.  Να είστε καλά! Χαιρετίσματα από την Καλιφόρνια!

ΣΗΜ. Από μια σειρά φωτογραφιών με βολιωτικα θέματα από το αρχείο μου.

Posted in Uncategorized | Tagged , | Leave a comment

1039. Δευτέρα 15 Μαρτίου 1311 – Η μεγάλη μάχη του Αλμυρού.

Φραγκικό Δουκάτο των Αθηνών εναντίον Καταλανικής Εταιρείας. Σαν να λέμε Παρί Σαιντ Ζερμαίν εναντίον Μπαρτσελόνα. Σημειώσατε 2.. 🙂

Ας τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. 100+ χρόνια μετά από την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους σταυροφόρους στα 1204, η κατάσταση στον ευρύτερο βυζαντινό χώρο είναι μπερδεμένη. Η Κωνσταντινούπολη έχει ανακαταληφθεί από τους βυζαντινούς, αλλά οι Τούρκοι πιέζουν από την Ασία και οι Βουλγάροι με τους Σέρβους από το βορρά. Το Δεσποτάτο της Ηπείρου έχει εξασθενήσει, αλλά κρατάει ακόμα. Στον νότο, μετά την άλωση του 1204 δημιουργήθηκαν το Πριγκιπάτο της Αχαΐας και το Δουκάτο των Αθηνών. Η Θεσσαλία αλλάζει χέρια μεταξύ του Δουκάτου της Ηπείρου, των Φράγκων και των Βυζαντινών της Κωνσταντινούπολης. Μάλιστα γίνεται μια ναυμαχία στον Παγασητικό και μια πολιορκία της Δημητριάδος για τις οποίες θα μιλήσουμε άλλη φορά.

Στην μέση όλων αυτών, υπάρχει η φοβερή Καταλανική Εταιρεία (ή Κομπανία), [1] ένα μισθοφορικό σώμα Καταλανών που έδρασε τον 14ο αιώνα στη Σικελία, στις μικρασιατικές και ευρωπαϊκές περιοχές της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ιδρύθηκε από τον γερμανοιταλό Ροζέ ντε Φλορ. Αυτός αρχικά ήταν μέλος του τάγματος των Ναϊτών αλλά κατηγορήθηκε από αυτούς για υπεξαίρεση και, αφού διέφυγε, έφτιαξε μισθοφορικό σώμα από Καταλανούς και Αραγωνέζους (Αλμογάβαρους) και προσέφερε τις υπηρεσίες του σε όποιους πληρώναν. Το πεδίο δράσης τους ήταν η Σικελία, αλλά ο βυζαντινός αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β΄ Παλαιολόγος, που υπέφερε από έλλειψη στρατού για να αντιμετωπίσει τους Τούρκους στη Μικρά Ασία, ζήτησε την βοήθειά τους. Έτσι το 1303 αποβιβάζονται στην Κωνσταντινούπολη και αρχίζουν να βοηθούν τους βυζαντινούς. Σύντομα αποκτούν βλέψεις για τον σχηματισμό ενός δικού τους κράτους στην Μικρά Ασία. Ο Ανδρόνικος στο μεταξύ αδυνατούσε να εκπληρώσει τις οικονομικές του υποχρεώσεις προς τους Καταλανούς, με αποτέλεσμα αυτοί να στραφούν εναντίον των ντόπιων βυζαντινών πόλεων. Για να καλοπιάσει τον ντε Φλορ, του προσφέρει τον τίτλο του Καίσαρα, αλλά ταυτόχρονα βάζει μισθοφόρους του και τον δολοφονούν το 1305. Τότε αρχίζει η περίφημη “Καταλανική εκδίκηση” με επιθέσεις στην Θράκη, την Μακεδονία ακόμα και το Άγιο Όρος. Βαδίζουν και εναντίον της Θεσσαλονίκης αλλά εκεί απωθούνται από τον βυζαντινό στρατηγό Χανδρηνό που τους “σπρώχνει” προς το νότο.

Έτσι στα 1309, οι Καταλανοί περνούν τα Τέμπη, καταλαμβάνουν την Θεσσαλία και φτάνουν μέχρι την Υπάτη. Οι ντόπιοι άρχοντες τους ανέχονται διότι ελπίζουν στην βοήθειά τους εναντίον του Δουκάτου των Αθηνών. Ο δούκας των Αθηνών Γκωτιέ Ε΄ ντε Μπριέν όμως αφενός μισθώνει μερικούς από τους Καταλανούς για να εδραιώσει την εξουσία του στην Φθιώτιδα και την Θεσσαλία και ταυτόχρονα σχεδιάζει εκστρατεία εξόντωσης τους γιατί τους θεωρεί απειλή.
Οι Καταλανοί πράγματι βοηθούν τους Φράγκους των Αθηνών με ένα αριθμό μισθοφόρων (περίπου 700 από τους 4-8 χιλιάδες που είχαν), αλλά όταν μαθαίνουν τα σχέδια του Δούκα των Αθηνών οχυρώνονται κοντά στις Φθιώτιδες Θήβες προς των Αλμυρό κοντά στο Χολόρεμμα (τον αρχαίο Κουάριο ποταμό).

Οι Καταλανοί φοβούμενοι το πανίσχυρο ιππικό των φράγκων εκτρέπουν τα νερά του ποταμού και πλημμυρίζουν την γύρω περιοχή, η οποία μεταβάλλεται σε έλος. Την Δευτέρα 15 Μαρτίου 1311, ο Γκωτιέ, επικεφαλής του άνθους των ιπποτών των εν Ελλάδι φράγκων, επιτίθεται κατ΄ευθείαν στους Καταλανούς. Όμως τα άλογα των ιπποτών κολλήσαν στην λάσπη και οι βαριά οπλισμένοι ιππότες που έπεφταν στο έδαφος δεν μπορούσαν να σηκωθούν. Την κατάσταση αυτή προσπαθεί να αποδώσει ο καλλιτέχνης στην εικόνα της ανάρτησης [2] που την ζωγράφησε για το ολλανδικό περιοδικό Medieval Warfare Magazine. Η καταστροφή των Φράγκων ήταν τρομερή. Μια ομάδα τούρκων που ακολουθούσαν τους Καταλανούς και αρχικά παρακολουθούσαν την
μάχη από απόσταση όρμησε και αυτή εναντίον των Φράγκων για να προκληθεί μια ολοκληρωτική καταστροφή. Οι Καταλανοί όχι μόνο σκότωσαν τον δούκα των Αθηνών και περιέφεραν το κεφάλι του επί λόγχης, αλλά ξεκλήρισαν τον κορμό της γαλλικής ιπποσύνης στην Ελλάδα. Αυτό σήμανε ουσιαστικά και το τέλος της Φραγκοκρατίας στην Ελλάδα.

Η ονομασία των Φθιωτιδών Θηβών έκανε τον βυζαντινό ιστορικό Νικηφόρο Γρηγορά να τις μπερδέψει με τις Θήβες έξω από την Αθήνα και για πολλά χρόνια οι ιστορικοί θεωρούσαν ότι η σύγκρουση φράγκων και Καταλανών έλαβε χώρα στην Βοιωτία. Αυτό το λάθος διόρθωσε όταν ακόμα ήταν νεότατος ο περίφημος Νικόλαος Γιαννόπουλος. Σε ηλικία 19 χρονών αρχίζει γράφει το βιβλίο τα “Φθιωτικά” [3] όπου με βάση τις παρατηρήσεις του στο Χρονικό του Μορέως και άλλες πηγές διορθώνει τους μέχρι τότε ιστορικούς που αποκαλούσαν αυτή την μάχη – μάχη της Κωπαΐδας.

O Γιαννόπουλος παρέπεμπε [4] σ’ αυτό που έγραψε ο Buchon στα 1845, ο οποίος αναφέρεται στον δούκα των Αθηνών και λέει “le vaillant chevalier le conte Gautier de Brene qui en la Remyro fu mors des Catellens de la Compaignie” δηλαδή “ο γενναίος ιππότης Γκωτιέ ντε Βρεν που έπεσε νεκρός από τους Καταλανούς της Κομπανίας στον Remyro”. Remyro μια παραφθορά της λέξεως Αλμυρός – η οποία όμως είναι ξεκάθαρη μιας και στην υποσημείωση ο Buchon συμπληρώνει στη ελληνικά “εκείνον που εσκότωσαν ‘ςτον Αρμηρόν η Κομπανία” (δείτε το κείμενο στο [5]).

Το βιβλίο του Γιαννόπουλου εκδίδεται τελικά στα 1891. Στα 1892 ο Τάσος Νερούτσος με το άρθρο του “Χριστιανικαί Αθήναι” [6] κάνει την ίδια διόρθωση. Παρόλα αυτά, η σύγχυση συνεχίζεται για πολύ καιρό και οι γνώμες των ιστορικών διίστανται. Σήμερα είναι απόλυτα δεκτή η άποψη του Γιαννόπουλου που δικαιώθηκε 100% όταν βρέθηκε ένα γράμμα του Marino Sanudo του Μαρτίου 1327 που καθαρά λέει ότι η μάχη έγινε “ad Almiro” δηλαδή στον Αλμυρό [7].

Κατά την περίοδο που ακολούθησε, οι Καταλανοί κατέλαβαν και το Δουκάτο Νέων Πατρών (Υπάτη), την Βοιωτία και την Αθήνα. Η Εταιρεία ζήτησε τελικά να υπαχθεί στην επικυριαρχία του Βασιλείου της Αραγωνίας. Μέχρι και σήμερα, ο ο βασιλιάς της Ισπανίας Χουάν Κάρλος Α΄ έχει τον εθιμικό τίτλο «Δούκας της Αθήνας και Νέων Πατρών». Η βίαιη παρουσία της Καταλανικής Εταιρείας σημάδεψε την λαϊκή ψυχή όπου η λέξη Καταλανός είναι σχεδόν βρισιά μέχρι και στις αρχές του 20ου αιώνα. Σε δημοτικά τραγούδια της περιοχής της Υπάτης εκφράζεται η κατάρα «”…αν βουληθείς να μ’αρνηθείς και να με λησμονήσεις, να πέσεις σε Φράγκικα σπαθιά, σε Καταλάνου χέρια”» ή σε ένα νανούρισμα «”.. να βαρέσω τη Φραγκιά και τους Βαράγγους, τα σκυλιά τους Καταλάνους”» [1].

Σημαντικό είναι να αναφέρουμε ότι ο Στέφανοs Μελισσηνός-Γαβριηλόπουλος βυζαντινός κληρονομικός άρχοντας της Δημητριάδας προείδε την άνοδο της δύναμης των Καταλανών και σύνηψε σχέσεις φιλίας μ’ αυτούς. Πάντρεψε δε την αδελφή του Άννα Μελισσηνή – Γαβριηλοπουλίνα με τον αρχιστράτηγο των Καταλανών, Οttο de Novel, στον οποίο έδωσε προίκα ολόκληρη την περιοχή της Δημητριάδας, στην οποία περιλαμβάνονταν το Πήλιο και τα Λεχωνία (Castrum Del Castri Et De Liconia) [8]. Ο ελληνοκαταλανικός οίκων Μελισσηνών – Νοβέλ διοίκησε την περιοχή μας μέχρι την κατάρρευση των Καταλανών στα 1390. Μετά έρχεται η σειρά των Τούρκων…

[1] https://el.wikipedia.org/wiki/Καταλανική_Εταιρεία
[2] http://wraithdt.deviantart.com/art/Battle-of-Halmyros-278813212
[3] Ν. Γιαννόπουλος “Τα Φθιωτικά, ήτοι περιγραφή της επαρχίας Αλμυρού”, Αθήναι, 1891
[4] Γιαννόπουλος Ν.Ι. “Χρονικά σημειώματα της Επαρχίας Αλμυρού”, Νεολόγου Εβδομαδιαία Επιθεώρησις, 1894, Γ(46), σελ. 915 – 917 (δείτε εδώ https://volosmagnisia.wordpress.com/ngiannop/)
[5] Buchon, Recherches historiques sur la principauté Française de Morée et ses hautes baronies, σελ. 268, 1845
https://books.google.com/books?id=vAZCAAAAcAAJ&pg=PA268
[6] Τ. Δ. Νερούτσος Χριστιανικαί Αθήναι, ΔΕΛΤΙΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΘΝΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, ΤΟΜΟΣ 4ος σελ 51-204, Αθήναι 1892
[7] Kenneth Meyer Setton, “The Papacy and the Levant, 1204-1571: The thirteenth and fourteenth centuries”, American Philosophical Society, 1976, σελ 442.
https://books.google.com/books?id=5Gm79HuBY0cC&pg=PA442&lpg=PA442
[8] Απόστολος Παπαθανασίου, Η Μαγνησία και το Πήλιο στον Ύστερο Μεσαίωνα, 1204 – 1423, έκδοση Δικηγορικού Συλλόγου Βόλου και Κοινότητος Μακρινίτσας, Βόλος 1998. Δείτε και http://anolehonia.blogspot.com/2012/08/blog-post_6200.html

Posted in Uncategorized | Tagged , , , , , | Leave a comment

1038. Ο σεισμός του 1965 στην Αλόνησσο


Στις 9 Μαρτίου 1965 σεισμική δόνηση μεγέθους 6.1 Ρίχτερ προκάλεσε πολλές καταστροφές στην Χώρα και στο Πατητήρι της Αλοννήσου. Στην Χώρα κατέρρευσαν ή εβλάβησαν βαρέως 70% των σπιτιών, ενώ στο Πατητήρι 90%. Δύο ηλικιωμένες κυρίες ήταν τα ανθρώπινα θύματατ του σεισμού. Σημαντικές ζημιές σημειώθηκαν και στην Σκόπελο. Λίγες μέρες (15/3) μετά ακόμα ένας σεισμός χτυπάει στην ίδια περιοχή για να ολοκληρώσει την καταστροφή. Αν είστε από την Αλόννησο ή την Σκόπελο θα θέλαμε να ακούσουμε τις προσωπικές εμπειρίες.

ΣΗΜ. Η φωτογραφία έχει δημοσιευτεί σε πολλές εφημερίδες αλλά δεν ξέρω την ακριβή πηγή. Το πρωτοσέλιδο είναι της Μακεδονίας της 11/3/1965 και ο χάρτης είναι από το http://www.oasp.gr/node/469

 

Posted in Uncategorized | Tagged , , , | Leave a comment

1037. Η πρώτη ελληνίδα γιατρός στο Νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού στο Βόλο – 1897 (επ΄ευκαιρία της Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας)


Το 1887 η 18χρονη Ελένη Παντελίδου αυτοκτόνησε γιατί δεν έγινε δεκτή στην Ιατρική Σχολή. Άφησε ένα σημείωμα στο οποίο έγραφε:
«ο θάνατος μου ας ακουστεί ως κραυγή σε εκείνους οίτινες θεωρούν τη γυναίκα ως μεσαιωνική δούλη». Λίγα χρόνια μετά, η πρώτη Ελληνίδα γιατρός Μαρία Καλαποθάκη έπαιρνε το πτυχίο ιατρικής στο Παρίσι το 1894. Αλλά ας τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Η Μαρία Καλοποθάκη γεννήθηκε το 1859 στην Αθήνα, από Ελληνα πατέρα, τον Μιχαήλ Καλοποθάκη και Αμερικανίδα μητέρα, την Μάρθα Χούπερ Μπλάκλερ. Ο πατέρας, από την Αρεόπολη της Μάνης, δάσκαλος στην αρχή, σπούδασε ιατρική και έγινε στρατιωτικός χειρούργος. Εγκατέλειψε την ιατρική και έφυγε να σπουδάσει θεολογία στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης, για να επιστρέψει στην Ελλάδα και να ιδρύσει παραρτήματα της Ευαγγελικής Εκκλησίας ένα από τα οποία και στον Βόλο (~1880).

Η Μαρία γεννήθηκε στην Αθήνα, έκανε τα πρώτα χρόνια της εκπαίδευσης της στην Αμερική και τελείωσε το Παρθεναγωγείο στην Αθήνα. Το όνειρο της ήταν να σπουδάσει ιατρική αλλά μιας και το Πανεπιστήμιο στην Αθήνα δεν δεχόταν ακόμα γυναίκες πήγε στο Παρίσι όπου γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή τον Οκτώβριο του 1886. Οκτώ χρόνια μετά γυρίζει στην Αθήνα το 1894, και αφού πέρασε τις προφορικές και γραπτές εξετάσεις στην Ιατρική Σχολή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, άρχισε να ασκεί την γενική ιατρική αν και της σύστησαν να στραφεί προς την Γυναικολογία.

Δυό χρόνια πρίν δύο αδελφές από την Κεφαλλονιά, η Αγγελική και η Αλεξάνδρα Παναγιωτάτου, ήταν οι πρώτες γυναίκες που έγιναν δεκτές από την Ιατρική Σχολή Αθηνών. Το 1894 τέσσερις άλλες γυναίκες έγιναν δεκτές η Ανθή Βασιλειάδου, η Αννα Κατσίγρα, η Ελένη Αντωνιάδου και η Βασιλική Παπαγεωργίου.

Η μικρή ομάδα των πρωτοπόρων αυτών γυναικών κάτα από τις οδηγίες της Μαρίας Καλαπαθάκη εκπαίδευσε σε σύντομο χρονικό διάστημα μια σειρά γυναικών νοσοκόμων. Η κήρυξη του πολέμου του 1897 βρήκε ανταπόκριση στην συντονισμένη δράση της Ενώσεως των Ελληνίδων γυναικών, στην οποία οι πρωτοπόρες γυναίκες ιατροί πήραν ενεργό μέρος. Η Ενωση των Ελληνίδων Γυναικών έθεσε στη διάθεσή του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού σε σύντομο χρονικό διάστημα ένα τέλεια οργανωμένο νοσοκομείο για την έδρα των εχθροπραξιών στον Βόλο και να προετοιμάσουν ένα άλλο σαν νοσοκομείο βάσης στην Αθήνα. Ο Βόλος στον Παγασητικό κόλπο είχε εκλεγεί λόγω της ευκολίας της μεταφοράς των τραυματιών στην Αθήνα με νοσοκομειακά πλοία. Το νο σοκομείο στεγάστηκε στο οίκημα Ιωανν. Χατζηκυριαζή στην γωνία Γαλλίας και Κ Καρτάλη. Το προσωπικό αποτελούνταν από δύο χειρουργούς του Ερυθρού Σταυρού τους Μιχ. Καντά και Αγγ. Ευαγγελίδη, την Καλοποθάκη διευθύντρια και την Κατσίγρα (ακόμα φοιτήτρια) και μια ομάδα νοσοκόμων. Ανάμεσα στις νοσοκόμες αυτές βρίσκουμε κάποιες καταπληκτικές γυναίκες όπως την Αύρα Θεοδωροπούλου/Δρακοπούλου [2], την αμερικανίδα Χάριετ Μπόυντ [3], την γνωστή μας Μαρία Κασσαβέτη [4], την Σοφία Μπαλτατζή και τις εγγλέζες εθελόντριες Κate Rider και Dunbar.

Το νοσοκομείο αυτό περιέθαλψε περί τους 300 βαριά τραυματισμένους. Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία μίας φαρμακοποιού από την Λάρισα, της Αμαλίας Παπασταύρου που στο ημερολόγιό της με τίτλο «Ημερολόγιον του Πολέμου – 1 έως 14 Απριλίου 1897» σημειώνει τα εξής:

«Απριλίου 13: Πάσχα θλιβερόν εξημέρωσε. Ο Xριστός ανέστη αλλ’ η Ελλάς έμεινε τεθαμμένη και χιλιάδες ανθρώπων την ημέραν αυτήν της χαράς και της ελπίδος έμενον άστεγοι γυμνοί και πεινώντες χωρίς ελπίδα να επανακτήσωσιν ότι απώλεσαν. Ακόμη λέγεται ότι η εγκατάλειψις της Λαρίσης είναι σχέδιον το οποίον δεν δύναται να εννοήσει το πλήθος. Πυρετώδης κίνησις εις την αποβάθραν του Βόλου, μεταφερόμενου του υλικού του πολέμου εις τ’ ατμόπλοια. Και τα νοσοκομεία του Ερυθρού Σταυρού διελύοντο μεταφερομένων των πληγωμένων επί των ατμοπλοίων. Δύο απέθανον επί της λέμβου, οι λοιποί εστιβάζοντο ως δέματα εις το κύτος του ατμοπλοίου μεταποιηθέντος εις νοσοκομείον. Αυτή λέγεται περιποίησις και φιλανθρωπία δι’ εκείνους οίτινες προσέφερον το αίμα των υπέρ πατρίδος! Τας θέσεις των κατέλαβε το προσωπικόν των νοσοκομείων. Μόνη η δεσποινίς Καλαποθάκη έμεινε μέχρι τέλους εις Βόλον περιποιούμενη τους τραυματίας. Οταν οι άνδρες φεύγουσι καλόν είναι να μένωσιν αι γυναίκες»

ΣΗΜ. Οι περισσότερες πληροφορίες είναι από την ΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΥΝΑΙΚΑ του ΕΘΝΙΚΟΥ ΚΗΡΥΚΑ της Νέας Υόρκης, τεύχος 51, 5/2012
Οι πληροφορίες για τις νοσοκόμες στο νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού στο Βόλο είναι από δική μου έρευνα και ελπίζω να σας δώσω περισσότερες πληροφορίες προσεχώς.
Η φωτογραφία του νοσοκομείου του Ερυθρού Σταυρού είναι απο μια προηγούμενη ανάρτηση [5]. Το σκίτσο των νοσοκόμων που περιποιούνται τους τραυματίες στην προβλητα του Βόλου είναι από το Black and White του Λονδίνου (5/1897) και η φωτογραφία των ελληνίδων νοσοκόμων επι του πλοίου “Αλβανία” είναι από το [6]

[1] https://el.wikipedia.org/wiki/Μιχαήλ_Καλοποθάκης
[2] https://el.wikipedia.org/wiki/Αύρα_Θεοδωροπούλου
[3] https://en.wikipedia.org/wiki/Harriet_Boyd_Hawes
[4] https://www.facebook.com/MagnesiaStoPerasmaTouChronou/posts/1109950652463654
[5] https://www.facebook.com/MagnesiaStoPerasmaTouChronou/posts/790304151094974
[6] Adolfo Rossi, ALLA GUERRA GRECO -TURCA (Aprile-Maggio 1897) IMPRESSIONI ED ISTANTANEE DI UN CORRISPONDENTE, Firenze, 1897

 

Posted in Uncategorized | Tagged , | Leave a comment

1036. “Γεννήθηκα στο Ανήλιο” του Μέλτου Ρηγόπουλου


Ο Μέλτος Ρηγόπουλος, που μας είχε χαρίσει και το κείμενο της ανάρτησης #1012 (http://tinyurl.com/h9sehdl ), μας χαρίζει ακόμα ένα υπέροχο κείμενο. Ευχαριστώ και πάλι… Το καρτ ποστάλ είναι του Στουρνάρα (~1910) και η φωτογραφία είναι του Μέλτου Ρηγόπουλου.
…………

Γεννήθηκα στο χωριό Ανήλιο, το ’60. Σε σπι­τικό φτιαγμένο από τους παππούδες το 1935, όταν άφησαν την Αίγυπτο και μ’ ένα καλό κομπόδεμα ήρθαν να μείνουν μόνιμα στα χώματά τους. Χρη­σιμοποίησαν και δομικά υλικά από παλαιότερο πύργο που είχε καταρρεύσει, σε διπλανό οικόπεδο. Τα μεγάλα δοκάρια της στέγης είναι αυτού του πύργου, καθώς καστανιά κομμένη στο σωστό φεγγάρι είναι”απέθαντη”. Το σπίτι, τυπικό των Ελληνικών χωριών , διώροφο, απλό στην μορφή του, ένας κύβος ουσιαστικά με την είσοδο στον επάνω κατοικήσιμο χώρο και παράθυρα εκατέρωθεν της εισόδου, στα δυο δωμάτια.

Αριστερά από το ευρύχωρο χωλ, το χειμω­νιάτικο (ανατολικό)με το τζάκι και τα δυο μεγάλα κρεβάτια,το μόνο με θέρμανση. Σ’ αυτό στρωνόταν το τραπέζι το χειμώνα, γι­νότανε τα νυχτέρια με τους γειτόνους, στο περβάζι του παράθυρου διάβαζα τα μαθήματά μου και κοιμόταν η γιαγιά και εγώ. Ήταν το κυρίως καθιστικό. Το δεξί που άνοιγε στις γιορτές μόνο, το σαλόνι ας πούμε,το μπαλκόνι του έβλεπε ανάμεσα απ’τα φύλλα της συκιάς το απέναντι χωριό και το πέλαγος.

Πιο μέσα (βόρεια) ο ξενώνας με το μεγάλο σιδερένιο κρεβάτι και την συφινιέρα, γεμάτη στα πάνω συρτάρια, με αντικείμενα “μαγικά” όπως: κιάλια, μετάλλια πολεμικά, γυναικείο άρωμα και πούδρες, πένες κονδυλοφόρους, μελάνια, χτένες, φωτογραφίες και αλληλογραφία των αδερφών, στην Αλεξάνδρεια και στο Χαρτούμ χαρτοκόπτες από ελεφαντόδοντο και μύρια όσα άλλα.

Εκεί κρέμοντανε σε γάντζους από το ταβάνι τα δίχτυα με τα φιρίκια (…η υπέροχη μυρωδιά τους), τα μπελονιαστά φασόλια, πιπεριές, κρεμμύδια, σκόρδα και τα μανιτάρια για το χειμώνα. Παλιότερα στέγαζε τα καματερά (μεταξοσκώληκες – σηροτροφία) που δεν τα πρόλαβα. Μετά από χρόνια, στο γυμνάσιο ήμουν, έφτιαξα και εγώ μια γενιά, έτσι για το χάζι μου. Ακριβώς απέναντι από την είσοδο στο βάθος του χωλ ενα καμαράκι με παράθυρο στην πλαγιά του βουνού όπου κοιμότανε οι γονείς.

Και τέλος (δυτικά) η κουζίνα που και αυτή έβλε­πε στο βουνό.
Με τις φουφούδες και το μπουχαρί τους, το μπαούλο το καρυδένιο, ένα μικρό νεροχύτη και τραπέζι, το γκιούμι για το νερό. Ανάμεσα στα δυο δωμάτια και η ξύλινη στριφτή σκάλα που κατέβαινε στο κατώι-ισόγειο. Το κατώι ήταν αβέρτο και η μεσοτοιχία χώριζε τις χρήσεις. Στη μεριά της σκάλας-εισόδου, αποθηκευτικός χώρος – ξύλα, ξερό κλαδί για τα ζώα στις μέρες του χιονιού, τσουβάλια με γεννήματα,και στο χώρο κάτω από τον ξενώνα το μαντρί.

Κάτω από την κουζίνα στο τελείωμα της σκάλας είχαν χωρίσει δυο μικρούς χώ­ρους, ο ένας ήταν η τουαλέτα, πράγμα μοναδικό σχεδόν στο χωριό, συνήθως ήταν έξω από τα σπίτια, και ένα αποθηκάκι θεοσκότεινο-καρβουναποθήκη- όπου φοβέριζαν να με κλείσουν μέσα προς συμμόρφωση και μου πήγαινε τρεις και πέντε. Αριστερά από την σκάλα κατεβαίνοντας τα πιθάρια του λαδιού,το φανάρι, το πετρέλαιο για τις λάμπες. ηλεκτρικό δεν είχαμε, ήρθε το ’67.

Εφαπτόμενο στο ισόγειο ήταν το φουρναργιό-καλοκαιρινό μαγει­ρείο με μεγάλο και μικρό φούρνο,πυροστιές, πινακωτές, φουρνόφτυα­ρο,που έκανε και για τον αποχιονισμό της στέγης και κάτω απ’τον μεγάλο φούρνο ,ναι ναι, το κοτέτσι. Σε μια επίθεση αλεπούς , όσες κότες σώθηκαν δεν κατέβαιναν απ’τις περαστές της σκεπής με τίποτα. Καύσιμη ύλη για φούρνο και μαγείρεματα τσάκνα απ’τις κρεμάλες των ζώων, δηλαδή καστανιά, αράδι. Αργότερα και πετρέλαιο στην γκαζιέ­ρα.

Στο έμπα της αυλής, ξέχωρα από το υπόλοιπο σπίτι, ήταν το κρασοκάτωγο. Με το πατητήρι, το μεγάλο βαρέλι του κρασιού, τα μικρότερα γιοματάρια, τραμιτζάνες, το ρακοκάζανο,τα εργαλεία, τσαπιά, τσεκούρια, πριό­νια, καρμανιόλες, κύκλα για το χιόνι, το πανί, τα κουπιά και η λα­γουδέρα της βάρκας και τα παρελκόμενα για το πάτημα της ελιάς.

Όταν λέω μεγάλο βαρέλι, το εννοώ,πάνω από δυόμισι χιλιάδες λίτρα και άνοιγμα ικανό να μπει άνθρωπος για τον καθαρισμό του. Κλασικό χωρατό, απ’τον Βοκάκιο ακόμη, το να μπει μέσα ζευγάρι τάχατε για να σώσουν μια ώρα αρχύτερα, δεν είναι καθόλου υπερβολικό, και τι ωραία που μύριζε…

Κείνους τους καιρούς το κρασί ήταν αναπόσπαστο μέρος της διατροφής, πηγή ενέργειας, απαραίτητο συμπλήρωμα, καθώς και το τσίπουρο. Κάθε εργάτης πηγαίνοντας για το στρέμμα (σκάψιμο – κάθε χειμώνα τα χτήματα σκαβότανε από άκρη σε άκρη) περνούσε και έπαιρνε μια οκά (1,280 γρ.) για ενίσχυση του κολατσιού του. Κάθε σπίτι λοιπόν είχε ένα αμπέλι σε προσήλια, με φτενότερο χώμα θέση στο χτήμα, που ακόμη και μετά το χτύπημα της φυλλοξέρας το ’42, κράτησε το χαρακτηρισμό, και βέβαια την κληματαριά στην αυλή του σπιτιού, με τον μεγάλο ξύλινο καναπέ από κάτω, που τους έδιναν τόσο η και περισσότερο κρασί. Τα κλήματα ήταν κυρίως ένα ημιάγριο είδος, Φράουλα το λέμε, Ιζαμπέλα ακούω να το λένε σε άλλα μέρη, δεν θέλει πολύ λάτρα και έδινε ένα κρασί σαν τον Θασί­τικο που βρίσκουμε σήμερα στις κάβες. Ακόμα Ροϊδίτες και λίγα Μο­σχάτα. Μέχρι το πάσχα περίπου τους έβγαζε πέρα. Μετά αγόραζαν, όσοι μπορούσαν, απ’τα εμπορικά του Αη Γιάννη, εισαγωγές από Κάρυ­στο, Γιάλυτρα. Aλλιώς περίμεναν το καινούργιο. Mε τέτοια λαχτάρα και όρεξη, ώστε προτού καν πάψει ο βρασμός τραβούσαν και έπιναν. Σαν το τραβούσαν με το καλό, μετά από παραμονή ενός μήνα περίπου με τα στέμφυλλα, ρίχνανε μέσα λίγο νερό τα ξέπλεναν δηλαδή και παίρνανε το λάγγερο που το πίνανε πρώτο, μέ­χρι να καθαρίσει το καλό, και για να φτουρήσει λίγο περισσότερο.

“Απ’τον τύλο να βγαίν’.. κιότ’ νάναι” έλεγε η γειτόνισσα κυρά-Βασιλική η Κρασάκενα (παρατσούκλι όπως και το μεθούκλω) με τ’ όνομα. Μετά, Νοέμβριο πια, ήταν η ώρα για το τσίπουρο.

Νερό μέσα στο σπίτι δεν είχαμε. Κατά το ’72, αφού φύγαμε για τον Αη Γιάννη, φτιάχτηκε το πρώτο υποτυπώδες δίκτυο. Κουβαλούσαμε απ’την βρύση της γειτονιάς, μεγάλη ωραία βρύση, με δυο παραθύρες όπου τα Φώτα απίθωναν, αξημέρωτα, προσφορές οι γειτόνοι, σε ποιόν; στο πνεύμα της πηγής βέβαια, εν έτη 1960…

Κείνα τα χρόνια αν έλεγες σε άνθρωπο πως σε λίγο θα αγοράζεις νερό απ’ τα περίπτερα θα σε μούτζωνε στα σίγουρα.

Κρύο νερό το καλοκαίρι, ζεστό το χειμώνα, μ’άλλα λόγια βαθιά πηγή με σταθερή θερμοκρασία νερού και εξαιρετικής ποιότητας. Η κατασκευή της βρύσης ήταν τέτοια που μαζευόταν το νερό , μια στερνίτσα, και με τακτική σειρά οι γειτόνοι ποτίζαν τον μπαχτσέ τους. Ο δικός μας ήταν ανάμεσα στη βρύση και το σπίτι.
Καθώς λοιπόν μια δουλειά μου ήταν να είναι το γκιούμι γιομάτο και εγώ μικρός δεν το σήκωνα, έκανα πολλές στράτες με ένα μικρότερο δοχείο, μια πατσούρα. Άλλη μια βρύση ήταν κοντά στο σπίτι, αλλά με κατώτερο νερό, άλλη φλέβα, βαλτονέρι. ο πατέρας σαν έτρωγε ήθελε φρέσκο νερό απ’ την πάνω βρύση, και αν του έφερνα απ΄την άλλη για να μην βγω τον ανήφορο το καταλάβαινε και ποιος τον άκουγε!.

Άλλα χρόνια. Τότε κάθε σπιτικό σε μεγάλο βαθμό ήταν αυτάρκες. Ακριβώς το αντίθετο από τα σημερινά (για τα χωριά λέω… για τις πόλεις, επιδρομή στο Market και όποιος προλάβει…). Έπρεπε στην διάρκεια της άνοιξης και του καλοκαιριού να φροντίσουν και να συγκεντρώσουν ότι θα χρειαζόταν για να βγάλουν το χειμώνα. Η λεγόμενη σνέμπασ’. Τυρί με γάλα στο καδί και με αρμύρα στις τζάρες, ελιές, φασόλια, πατάτες, καλαμπόκι, κρεμμύδια, σκόρδα, τουρκάκια, τραχανάδες, λουκάνικα, παστά, κρασί, λάδι, αλάτι, καρύδια, μανιτάρια, κάστανα, μήλα, πάτσες (σύκα), μούσμουλα, σούρβα, ρόδια, κυδώνια και κυδωνόπαστο, τήλιο, λισφακιά χαμομήλι, σαμπούκο, μούρο, μαλλί για φανέλες-κάλτσες και τραγόμαλλο για υπόδηση, σαπούνι από παλιόλαδα επίσης.

Για το απαραίτητο ψωμί, πηγαίναν οι άντρες στον κάμπο, δουλεύανε στο θέρο και για πληρωμή παίρνανε στάρι. Λίγο λίγο το άλεθαν σε μικρούς νερόμυλους, γύρο από το χωριό η και σε διπλανά χωριά μέχρι και το αντάρτικο. Μετά στα Παλιά, στο Βόλο.
Κότες ίσα με 20-30, γίδες – προβατίνες 5-10 και 1-2 μουλάρια και γαϊδούρια. Κάθε σπιτικό λέμε.

Τα σκουπίδια ήταν κάτι το άγνωστο. Απλά δεν υπήρχαν, αφού δεν υπήρχαν συσκευασίες…. τα οργανικά τα τρώγανε οι κότες, γάτες, σκύλοι. Σε μια άκρη του οικοπέδου θα έβλεπες καμιά οπλή από γελάδι (πατσαρίσια…) και ίσως κάποια άδεια κονσέρβα. Θ’ αγόραζαν μόνο τα ελάχιστα που δεν μπορούσαν να πάρουν απ’ το πλούσιο στην απόδοσή του είναι αλήθεια, τόπο. Ύφασμα για τον ρουχισμό, πετρέλαιο, σπίρτα κι αλάτι απ’το μονοπώλιο στον Αη Γιάννη, κουτιά ρέγκες και παστά, ζάχαρη, καφέ άψητο, λίγα μπαχαρικά, εργαλεία, παπούτσια για καλά. Αυτά.

Όλος αυτός ο κάματος για την επιβίωση, διασκεδαζόταν σε γάμους, βαφτίσια, ονομαστικές γιορτές, πανηγύρια και στα νυχτέρια της γειτονιάς.

Posted in Uncategorized | Tagged | Leave a comment