O Χαμίτ ο γκέκας ~1860 (από τις Βολιώτικες Αναμνήσεις του Ν. Γάτσου)

teloneion
“…Τα σιτηρά της Θεσσαλίας επεστέλλεντο τότε εις την Ιταλίαν και την Γαλλίαν… Τα μεγάλα ιταλικά και ελληνικά ιστιοφόρα τα μεταφέροντα τα σιτηρά εις την Μασσαλίαν, την Γένοβαν, και την Νεάπολιν, κατέπλεον εις τον λιμένα μας… Η επί των φορτηγίδων φόρτωσις εγίεντο υπό αχθοφόρων γύφτων, γκέκηδων, ολίγων χριστιανών και ολιγώτερων εβραίων… Οι αχθοφόροι λοιπόν ούτοι, οι μεταφέροντες εκ των αποθηκών δια πέντε ξύλινων αποβαθρών τους σάκκους εις τας φορτιγίδας, ήσαν διηρημένοι εις ομάδας (μπουλούκια) έχουσαις επί κεφαλής των ίδιον αρχηγόν και καλούμενον χαμάλμπασην. Ως χαμάλμπασης εξελέγετο υπό των μελών εκάστου μπουλουκιού ο ρωμαλεώτερος, ο δυνάμενος είς την πλάτην του τα μεγαλύτερα βάρη. Τοιούτοι ήσαν των μεν γύφτων ο Χασάν, ζών ακόμη πρό ολίγων ετών εργαζόμενος εν τω Τελωνείω, των δε Χριστιανών ο εκ Πορταριάς Ασημάκης αποθανών προ πολλού, των Εβραίων ο Αβραάμ και των γκέκηδων ο Χαμίτ.

Ο Χαμίτ ήτο τύπος αθλητικωτάτου και ωραιοτάτου ξανθού ανδρός με γαλανά μάτια, με πυκνά φρύδια και λάσια στήθη ορθάνοικτα. Όταν τον έβλεπέ τις, ενόμιζεν ότι έβλεπεν οπλίτην των φαλαγγών του Μεγάλου Αλεξάνδρου ή μάλλον τινά των ηρώων, ποθ εξωγράφησεν η αθάνατος του Ομήρου μούσα. Ήτο τύπος αγαθωτάτου και εντιμωτάτου, αφωσιωμένου και πιστού ανθρώπου εμπνέοντος τόσην πίστιν, ώστε εις αυτόν και τους συντρόφους του ανετίθεντο και η φύλαξις των διαφόρων καταστημάτων και αποθηκών. Όταν μάλιστα διεδίδετο ότι ληστρικαί συμμορίαι επιδραμούσαι το Πήλιον θα κατήρχοντο μέχρι Βόλου, ίνα αρπάσουσιν μαθητάς εκ του σχολείου, εις τον αείμνηστον γενναίον και πιστόν Χαμίτ και τους συντρόφους του ανετίθετο το δυσχερές τούτο έργον. Επίσης κατά τας επαγρυπνήσεις της Μεγάλης Εβδομάδος η φρούρησις των εκκλησιαζομένων εις τον Άγιο Νικόλαο, ανετίθετο εις τον Χαμίτ και διά των φόβο των ληστών και προς απομάκρυνσιν μερικών φανατικών τούρκων ερεθιζομένων από τους ήχους της καμπάνας μας….

… Ο Χαμίτ εξακολούθησε να έρχηται εις εργασίαν, γέρων πλέον, και μετά τα πρώτα έτη της απελευθέρωσης της Θεσσαλίας, τιμώμενος και αγαπώμενος από όλους τους κατοίκους της πόλεως. Κατά το 1889 επληροφορήθημεν ότι απέθανεν παρά την Δίβραν της Αλβανίας. Ας είναι ελαφρύ το χώμα το καλύπτον τον άγνωστον τάφον του γενναίου μπεσαλή Αλβανού.”

Από το κομμάτι των “Βολιώτικες Αναμνήσεις” του Ν. Γάτσου, που δημοσιεύθησαν στην εφημερίδα Σημαία στις 24/3/1931. Η επιστολική κάρτα είναι του Στέφανου Στουρνάρα (από το αρχείο του ΔΗ.Κ.Ι) και μας την υπέδειξε η φίλη της σελίδας Βάσω Α.

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized and tagged , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s