299*. Οδός Δημητριάδος – Βόλος (1905)

Οδός Δημητριάδος - Βόλος 1905 (φωτογράφος: Στέφανος Στουρνάρας)

Οδός Δημητριάδος – Βόλος 1905 (φωτογράφος: Στέφανος Στουρνάρας)

“Στην Ερμού, την Ιάσωνος, την Ιωλκού, τη Δημητριάδος και στα κάθετα μικρά δρομάκια, βούιζε ο κόσμος σα μελισσοκούβελο. Άλλοι πουλούσαν, άλλοι αγόραζαν κι άλλοι παζάρευαν μικροπράματα. Όλα τα επαγγέλματα της γης είχαν μαζευτεί σ’ αυτούς τους εμπορικούς δρόμους: αργυραμοιβοί, αμπατζήδες, τοκιστές, μιταφσήδες, εμπορομεσίτες, αμανατιτζήδες, παραγγελιοδόχοι…

«Αναχωρώ το Σάββατο με το ατμόπλοιο του Διακάκη, για Κάϊρο – Αλεξάνδρεια. Σπεύσατε! Φέρτε τις παραγγελίες σας στο ξενοδοχείο Πετρούπολις…», φώναζε ο εκ Ζαγοράς καταγόμενος Νικόλαος Χατζησταματίου.

Τα μαγαζιά κολλημένα το ένα δίπλα στο άλλο. Χαλβαδοπωλεία, εδωδιμοπωλεία, παγοπωλεία, κατοπτροποιεία, κλειθροπωλεία, μαχαιροποιεία, πιλοποιεία, ποτοπωλεία, καθεκλοποιεία, βιβλιοδετεία, καπνοπωλεία…

Εντυπωσιακές ήταν οι διαφημιστικές ταμπέλες των ασφαλιστικών εταιριών: North British, Άνω Ρήνου, Sun Fire Οffice, Γενικαί Ασφάλειαι Τεργέστης, Assicuratrice Italiana, Αδριατική, Mutual Life, Εθνική, Esperanse.

Στη Δημητριάδος είδα πολλούς περίεργους να έχουν περικυκλώσει το καινούριο κουπέ που είχε φέρει ο επιχειρηματίας Νικόλαος Τσαλαπάτας και το έσερναν δυο υπέροχα άλογα μαύρου χρώματος. Στην αρχή νόμισα ότι περιεργάζονταν τον κομψότατο «ειδοποιητήριο κώδωνα». Σύντομα όμως διαπίστωσα ότι το αξιοπερίεργο ήταν οι αθόρυβοι τροχοί του που περιβάλλονταν από καουτσούκ.
«Πρόοδος αγαπητέ! Ο Βόλος προσομοιάζει πλέον με τας πολιτισμένας ευρωπαϊκάς πόλεις…», σχολίασε ένας γενειοφόρος με μονόκλ.

«Και ευρισκόμεθα ακόμη εις την πρώτη δεκαετία του αιώνος. Να δείτε ότι θα επαληθευθούν αυτοί που υποστηρίζουν ότι ο εικοστός αιώνας θα φέρει επαναστατικές αλλαγές εις την ανθρωπότητα», είπε με ενθουσιασμό κάποιος άλλος.

Περιπλανήθηκα ασκόπως και περνώντας έξω από το ιδιωτικό σχολείο της κυρίας Αναστασάκη, είδα τις μαθήτριες στο προαύλιο να χορεύουν και να τραγουδούν:
«Πόλκα, μαζούρκα, βαλς και σοτίς
ελάτε κοριτσάκια να μάθετε κι εσείς…»
Η δασκάλα τους η κυρία Παντόλφ, σήκωνε ελαφρώς το μακρύ της φόρεμα για να τους δείχνει τα βήματα, ενώ ο γιος της έπαιζε βιολί.

Στις πλατείες, εποχιακοί εργάτες, Έλληνες, Τούρκοι και Γκέκηδες από την Αλβανία, ξαπόσταιναν κρατώντας σφιχτά στην αγκαλιά τους, σα θησαυρό, το μπογαλάκι με το προσφάι τους.
Βραδάκι, περνώντας έξω από το ζυθοπωλείο «Φιξ» είδα κόσμο να συνωστίζεται για να παρακολουθήσει το πρόγραμμα του βιεννέζικου θιάσου των ποικιλιών, όπου σύμφωνα με τις φήμες τα κορίτσια προσφέρουν τα κάλλη τους σε κοινή θέα.

Στην Αργοναυτών στο «Πολυθέαμα» παίζονταν «Αι δύο ορφαναί» έργο που όσοι το είδαν έλεγαν ότι προσφέρει εξαιρετικές συγκινήσεις. Θα προτιμούσα το Δημοτικό Θέατρο που παίζει τον «Παπα – Λαμπουάρ» του ακαδημαϊκού Αικάρ αλλά φοβάμαι πως δεν θα συγκρατηθώ αν δω μπροστά μου αυτό το κάθαρμα, το φύλακα του θεάτρου. Το μεσημέρι, στο εστιατόριο «Αφθονία» έκανε την εξής αθλιότητα. Φώναξε στο τραπέζι του ένα δυστυχή χωρικό κι απειλώντας τον με πιστόλι τον διέταξε: «Φύσα μου τη φασουλάδα!»

Έψαξα για κάποιο φαρμακείο για να πάρω κάποιο σιρόπι. Ένας ξερόβηχας από το πρωί δεν έλεγε να μ’ αφήσει. Μπήκα στο φαρμακείο του κυρίου Σκοινιά. Δέκα άνθρωποι κρέμονταν από το στόμα του ιεροκήρυκα Συνοδινού που έλεγε ότι έρχεται η συντέλεια του κόσμου:

«Ο κομήτης του Χάλεϋ περνά δίπλα από τη γη κάθε ογδόντα έξη χρόνια. Όπως διαβάζετε και στις εφημερίδες, αυτή τη φορά η ουρά του θα χτυπήσει τη γη και θα μας συντρίψει. Κι αυτό διότι γέμισε ο κόσμος αμαρτωλούς. Απομακρυνθήκαμε αγαπητοί από το Λόγο του Θεού. Γνωρίζετε τις αθεϊστικές ιδέες που διαδίδονται από τους ασεβείς. Ακόμη και εις την πόλη μας, διάφοροι επιτήδειοι παρασύρουν τους αφελείς εργάτες και τους καλούν σε εργατικές αδελφότητες όπου δεν διδάσκεται το ευαγγέλιο αλλά διάφορες θεωρίες, οι οποίες αντί για την αγάπη κηρύσσουν το μίσος. Να προσευχηθούμε χριστιανοί. Να κάνουμε λιτανείες. Να μας λυπηθεί ο Ύψιστος!»

«Τρώνε γάλα τη Μεγάλη Παρασκευή. Φτιάχνουν σωματεία. Να τους αφορίσει η εκκλησία!», φώναξε ξαναμμένος ο φαρμακοποιός.

Ήπια μια κουταλιά της σούπας απ’ το σιρόπι. Ησύχασα κάπως.
Κατέβηκα στο λιμάνι. Περπάτησα κατά μήκος του λιμενοβραχίονα από το «Φανάρι» ως του Παπαστράτου. Σιδερικά, ξύλα, λαμαρίνες, χαλίκια και άλλα υλικά σκορπισμένα δεξιά κι αριστερά. Η Λιμενική Επιτροπή που προΐστατο των έργων που γίνονταν στο λιμάνι, είχε εξοργίσει τους Βολιώτες γιατί ενώ δαπανούνταν εκατοντάδες χιλιάδες δραχμές, οι εργασίες δεν προχωρούσαν.

Λίγο αργότερα μπήκα στο ζυθοπωλείο του Κώστα Κουκουλάγκου να πιω μια μπύρα. Εκεί παίζονταν και διάφορα νούμερα επιθεώρησης γραμμένα από δυο ταλαντούχους νεαρούς Βολιώτες τον Κώστα Νταϊφά, που ήτανε και δημοσιογράφος και τον Πάνο Σταματίου. Τα παρουσίαζαν οι αδερφές Γιώτα, Νίκη και Μαρίκα Λάσκαρη, τα περίφημα «Λασκαράκια»… ”

——–
Από το διήγημα του Δημήτρη Σπύρου “Καφενείο ο Κόκκινος Σκούφος” (δημοσιευμένο στο μπλό του Σαράντου Καργάκου).

ΣΗΜ. Η φωτογραφία είναι του Στέφανου Στουρνάρα από το αρχείο του ΔΗ.Κ.Ι. Μ΄αυτήν κέρδισε το βραβείο φωτογραφείας στην Παγκόσμια Έκθεση Φωτογραφίας στο Μπορντώ της Γαλλίας το 1907, χάρις ο οποίο του απενεμήθει ο τίτλος του βασιλικού φωτογράφου.

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized and tagged , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s