Μεγαλώνοντας στο Βόλου του 50 (τελευταίο)

1412536_439933959465330_2101961994_o[1]
Τελευταίο κομμάτι, συνέχεια από το προχτεσινόhttp://tinyurl.com/k9d8kug . Είναι από το βιβλίο του κ. Λευτέρη Τσίλογλου “Κι όμως ήταν όμορφα”, εκδόσεις Κέδρος 2010.
Τον ευχαριστώ που μας παραχώρησε τα κείμενα αυτά.
Η φωτoγραφία είναι λεπτομέρια από καρτ ποσταλ του Νίκου Στουρνάρα, αρχή της δεκαετίας του 50.
—————————————-

Τη δουλειά στο «Λούκουλλο» τη βρήκα μόνος μου, ρωτώντας πόρτα- πόρτα. Ήταν κοντά στο τέλος της παραλίας, αμέσως μετά το θερινό σινεμά του ΡΕΞ. Σε μια απόσταση από το σπίτι, για τα μέτρα της εποχής σε συνδυασμό με το νεαρό της ηλικίας μου, αρκετά μεγάλη, αν σκεφτείς ότι το ανεβοκατέβασμα θα γινόταν με τα πόδια. Μου είπε το αφεντικό όταν συζητούσαμε για την πρόσληψη

«Το πρωί μη βιαστείς! Έλα μετά τις δέκα»

Α! Ωραία! Είπα μέσα μου, μπορώ να έρχομαι με άνεση.
Η πρώτη εργασία ήταν να καθαρίσω ένα τσουβάλι πατάτες. Ακολούθησε το πλύσιμο των χόρτων. Το μεσημέρι φάγαμε όλοι μαζί. Έφαγα καλά. Ξεκουραστήκαμε λίγο κι άρχισε η προετοιμασία για το βράδυ. Να σκουπίσω το χώρο, να τακτοποιήσω τα τραπέζια, να βάλω τραπεζομάντιλα, τις αλατιέρες, να είμαστε έτοιμοι για τους πελάτες. Μετά απομονώθηκα στην κουζίνα Ανέλαβαν έξω οι σερβιτόροι και οι παλαιότεροι βοηθοί. Εγώ θα υποδεχόμουν τα πιάτα μετά τη χρήση τους, θα καθάριζα τα υπολείμματα συγκεντρώνοντάς τα σ’ ένα κάδο για τα γουρούνια. Μετά η κύρια δουλειά: Το πλύσιμο με ζεστό νερό, τακτοποίηση για στράγγισμα. Έτσι στα όρθια μου προσφέρθηκε το βραδινό πιάτο. Η κούραση άρχισε να με κυριεύει, αλλά ακόμη δεν είχα συνειδητοποιήσει το ωράριο ενός εστιατορίου πολυτελείας όπως ήταν ο Λούκουλος. Με άφησαν να φύγω λίγο πριν τις δύο τη νύχτα.

Η παραλία έρημη, τα αστικά λεωφορεία τελειωμένα εδώ και ώρες, χωρίς τηλέφωνο στο σπίτι. Κοντά στα Ψαράδικα συνάντησα αλαφιασμένους τη Μάνα κι ένα από τα αδέλφια μου.
«Δεν είναι δουλειά για σένα, παιδί μου, αυτή!»
Είχε δίκαιο, αλλά δε θ’ άφηνα το κόπο μιας ολόκληρης μέρας απλήρωτο. Έκανα υπομονή μια ολόκληρη εβδομάδα και μετά μη τον είδατε τον Παναγή! Πρόλαβα όμως κι έπλυνα εκατοντάδες βρώμικα πιάτα.

Άλλο ενδιαφέρον επεισόδιο ήταν με την Ασιατική γρίπη. Όλοι σχεδόν κρεβατώθηκαν τότε. Εγώ έτυχε να δουλεύω στο μοναδικό φαρμακείο που είχε εκείνη την εποχή η Νέα Ιωνία. Στον κύριο Λεωνίδα, που ήταν ένας ήρεμος, πολιτισμένος, συμπονετικός και διαλεχτός άνθρωπος της γειτονιάς μας. Αθόρυβα θρησκευόμενος, καθόλου Φαρισαίος. Με την πολύχρονη, δυστυχώς, απομάκρυνσή μου από τη γενέθλια πόλη, τώρα τελευταία έμαθα ότι πέθανε στα βαθειά γεράματα. Ευχή μου να πραγματώθηκαν όσα πίστευε κι επιθυμούσε.

Εκείνες τις μέρες δουλεύαμε ασταμάτητα. Μέρα- νύχτα, ωράριο δεν υπήρχε. Ο κυρ- Λεωνίδας μας μπούκωνε προληπτικά με φάρμακα για να μην αρρωστήσουμε. Ήμουνα ο βοηθός του βοηθού, που ήταν ο συμπαθής κι ευγενικός Νίκος.

Η μεγάλη μου έκπληξη ήταν η ηγεμονική, για μένα και την εποχή που μιλάμε, αμοιβή που μου έδωσε στο τέλος Τα περισσότερα τα έδωσα στη μάνα, κράτησα όμως και για τον εαυτό μου. Ο κυρ- Λεωνίδας πάντα ρωτούσε αργότερα για μένα, για την πορεία μου στο Πανεπιστήμιο και όλα τα υπόλοιπα.

Θα μπορούσα να συνεχίσω και με άλλα συμβάντα. Πιστεύω όμως ότι με αυτά δίνω ένα στίγμα της εποχής αλλά και του χαρακτήρα μου. Δεν εκφράζω κανένα παράπονο. Ήταν σκληρή η εποχή και δύσκολη. Πήρε πολλούς ανθρώπους σύντομα στον τάφο. Εγώ, δόξα το Θεό, ζω και φέρνω στη σκέψη μου όλο αυτόν τον κόσμο. Οι περισσότεροι πάλευαν για ένα μεροκάματο κι ο καθένας τους μου πρόσφερε κάτι. Όλα αυτά έπλασαν το χαρακτήρα μου. Το τελικό συμπέρασμα είναι:
Ήμουν κι εγώ λίγο τζιόρας!

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s