401. Οι “πέτρες” μένουν (στην αυλή της Ανάληψης)

20130419_103438

Το κείμενο είναι από τον Επίλογο του βιβλίου “Ανθρώπινες Ρίζες” του Κώστα Ανιστά.
Η φωτογραφία είναι δική μου – από πέρσι τον Απρίλιο και είναι κάποιες “πέτρες” ¨άχνάρια στό πέρασμα, ρίζες στήν υπαρξη”, κατά πάσα πιθανότητα κομμάτια που απέμειναν από την προσεισμική Ανάληψη.  Θα τις βρείτε και σήμερα στην αυλη του ναού στην πλευρά πρός την Αναλήωεως.
————————————————————–

“-Τό νόημα του έργου σου, ποιό είναι, λέει μιά φωνή. Έκανες έργα τις ιδέες των προγόνων σου, τέλεψες τό έργο τους, φώτισες τό σκοτεινό τους αίμα, μπόρεσες εσύ ό ιδιος νά στερεωθείς σ’ αυτή τήν άβυσσο πού μας τριγυρίζει; Έστησες γιοφύρια, στερέωσες σημάδια; Βρήκες τήν έκστασή σου, ελπίζεις στην αθανασία;

– Προσπαθώ. Εχω ανάγκη νά στερεώσω τήν εκστασή μου, να βρω την ρίζα μου, να στερεωθώ στήν άβυσσο που με τριγυρίζει. Αλλιώς κατρακυλώ και πέφτω.

– Και θα σε βοηθήσουν οι πέτρες, τα ξυλα, τα ταβάνια, οι πεζούλες;

– Ναι! Γιατι η πεζούλα, οι τοίχοι, η πλακόστρωση αυτή είναι το αχνάρι μου σ’ αύτή τη ζωή, θα μείνει, θα κρατήσει στο βίωμα της γενιάς μου, ίσως και πιό στερνά, πιό πέρα. Οι πέτρες μένουν.

– Και τι και αν μείνουν αφού εσύ δεν θα υπάρχεις πιά, λέει η φωνή.

– Είναι μία ανακουφιστική σκέψη να ξέρεις, ότι ένα έργο σου, ένα κάτι πού του έδωσες άπό τόν έαυτό σου, είναι μία ζεστασιά ψυχική νά ξέρεις ότι θά μείνει και μετά από σένα. Είναι τό ίδιο συναίσθημα πού σέ κάνει να θέλεις να σέ κλάψει κάποιος, να σέ θυμάται κάποιος, μετά τόν χαμό σου· ή γυναίκα πού άγάπησες, οί φίλοι σου. Πρέπει να είναι τρομαχτικά μοναχικό τό ξερίζωμά σου άπό την ζωή, μοναχικη ή άναχώρησή σου, όταν δέν άφήνεις τίποτα φεύγοντας, τίποτα τό χειροπιαστό πίσω σου. Μια κάποια σκέψη, μια πεζούλα, ένα ορόσημο, ένα σταυρό. Κι αύτό είναι πού μέ φοβίζει. Τό τίποτα φεύγοντας. Η αδειωσύνη της στερνής άναχώρησης.

ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ ΟΣΟ ΖΩ ΤΟ ΠΟΛΕΜΩ, ΤΟ ΠΑΛΑΙΒΩ, ΤΟ ΠΛΑΘΩ, ΤΟ ΜΕΤΟΥΣΙΩΝΩ ΣΕ ΣΚΕΨΗ, ΣΕ ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟ, ΣΕ ΕΠΙΘΥΜΙΑ, ΣΕ ΛΑΧΤΑΡΑ, ΣΕ ΟΝΕΙΡΑ.
ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ ΠΟΥ ΟΤΑΝ ΦΕΥΓΕΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΠΙΑ ΝΑ ΤΟ ΔΩΣΕΙΣ ΕΝΝΟΙΑ, ΠΝΟΗ. ΕΙΝΑΙ ΠΙΑ ΠΟΛΥ ΑΡΓΑ.

Γι’ αύτό κτίζω την άβυσσο. Συμπληρώνω τό κενό. Προσπαθώ να κρατηθώ, να γαντζωθώ. Άν όχι στην ζωή, στην ανάμνηση.

– Μάς μίλησες, λέει ή φωνή, για άθανασία. Ψάχνεις να την βρείς μέσα άπό τό κτίσμα πού έκανες, μέσα άπό τούς προγόνους σου, μέσ’ τό αναμόχλεμα τής ρίζας σου;

– Δέν είναι ή αθανασία μέσ’ τη νεκρή της έκφραση· τό μνημείο, τό όνομα σέ κάποιο δρόμο, σέ μια πλατεία. ‘Ένα άγαλμα άπό μάρμαρο, κρύο, άνέκφραστο. Είναι ή αθανασία μέσ’ άπό την πάλη. Η πάλη για κάτι, η πάλη ενάντια στόν χρόνο, στην συνήθεια,  στην ύποταγή, στην φθορά. Ή πάλη στόν ίδιο τόν έαυτό σου. ‘Όταν αύτός δειλιάζει, ύποχωρεί, ανέχεται, συμβιβάζεται. Πόσο συχνά δέν παλεύουμε μέ τόν έαυτό μας! Πόσο συχνά η λογική, η συνήθεια, η άνατροφή, το κεκτημένο, μας λένε· αυτό είναι το σωστό. Η ψυχή μας όμως, το άδάμαστο εγώ μας, το άμόλυντο βάθος μας, άπαντάει όχι!

– Και μέσ’ άπό αύτη την πάλη βγαίνει τίποτα;

– Ναί! Ίσως και ένα όνειρο πού μετουσιώνεται σέ σκέψη, σε λόγο, σε έργο, σε μία δημιουργία.

– Φαντάζεσαι ότι μπορείς να χτίσεις μέ τόν λόγο;

– Στό βάθος δέν προσπαθεί ό άνθρωπος να χτίσει τό τίποτα; την παράδοση, την πίστη, την άγάπη, τό όνειρο; Σ’ αύτές τις έννοιες δέν βασίζεται και χτίζει;|

Άνθρωποι περνούν, βλέπουν τό έργο μας, το διαβάζουν το συζητούν, το κρίνουν. Κάτι μένει από την επαφή αύτή. Η προσπάθειά σου δέν πήγε χαμένη. Τό εργο σου άφησε κάτι αφού διαβάστηκε, συζητήθηκε, προβλημάτισε, κρίθηκε. Αφού εφερε πίσω παλιά γεγονότα, ανίχνευσε παραδόσεις, άναμόχλεψε άναμνήσεις, ξαναζωντάνεψε άνθρώπους, έποχές, συμβάντα.

– Και μένει τί;

– Μένει ή σκέψη, το πέρασμά της μέσ’ τό χρόνο.  Η πέτρα, το ξεροντούβαρο μέσα στον χρόνο. Η αγάπη, ο φθόνος, το μίσος, η καταστροφή, η αναγέννηση, η δημιουργία, η άνθιση μέσ’ τόν χρόνο. Μένει άκόμα η συνέχεια.  Έδωσα τό χρέος μου στή συνέχεια.
Ας τη συνεχίσουν άλλοι. Κι αυτοi ας σεβαστουν την προσταγή μας. Την προσταγή αύτών πού εφυγαν.

– Και όταν τήν σεβαστουν ποιό τό κέρδος;

– Έτσι πλάθεται ό μυθος, ή παράδοση, ή ιστορία. ‘Έτσι μένουν άχνάρια στό πέρασμα, ρίζες στήν υπαρξη.  Άλλοιως όλα τό παίρνει ο άνεμος, η έπικαιρότητα, το έφήμερο, το πρόσκαιρο.”

——————–

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized and tagged , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s