Η κόνα Μαριγώ

xeria
Φιλοξενούμε πάλι ένα κείμενο του καλού φίλου της σελίδας Λευτέρη Τσίλογλου.
Η φωτογραφία “Χέρια – Πορτραίτο” είναι του Δημήτρη Λέτσιου, άξιου καλλιτέχνη φωτογράφου της περιοχής και την παραχώρησε για ανάρτηση ο φίλος  Θωμάς Νεδέλκος .
—————————————————————————————————————
Η κόνα Μαριγώ – του Λευτέρη Τσίλογλου

Η γιαγιά μου, η κόνα Μαριγώ γεννήθηκε στη Μάνισα, δηλαδή τη Μαγνησία της Μικράς Ασίας, σαράντα χιλιόμετρα έξω από τη Σμύρνη. Ήταν από το σόι των Καρατζάδων και αυτό το έλεγε με γιομάτο το στόμα. Ο πατέρας της ήταν Χατζής. Είχε, δηλαδή, προσκυνήσει τους Αγίους Τόπους και είχε βρέξει τα πόδια του στον Ιορδάνη ποταμό.
Παντρεύτηκε έναν Κουλούρη στο επώνυμο, από τον Κασαμπά, ένα χωριό έξω από τη Μάνισα και έκανε μαζί του τρία παιδιά. Τον πρωτότοκο Δημητρό και δυο κόρες, τη Δέσποινα και την Παρασκευούλα. Για τον άντρα της δεν άκουσα ποτέ κουβέντα από το στόμα της. Απόκτησε επτά εγγόνια αλλά το όνομα του άντρα της δεν το πήρε κανένα από αυτά. Μάλιστα το ένα το βάφτισε η ίδια αλλά του έδωσε το όνομα του αγαπημένου της πατέρα. Είναι ο αδερφός μου ο Γιάννης, που του είχε ιδιαίτερη αδυναμία.
Όταν ο Ελληνικός στρατός αποβιβάστηκε στη Σμύρνη κι άρχισε τη μάταιη προέλαση του στα ενδότερα, τον ορθόδοξο χριστιανικό πληθυσμό κατέλαβε μια γενικότερη έξαρση. Ο Δημητρός, ένα εικοσάχρονο όμορφο παλικάρι, σύμφωνα με τη Μάνα μου, κατατάχθηκε αμέσως, ως εθελοντής, στον Ελληνικό στρατό. Χωρίς εκπαίδευση, αλλά με περίσσεια ανεμελιά, σκοτώθηκε στην πρώτη μάχη, που έλαβε μέρος. Ο θάνατός του καταγράφτηκε στα στρατιωτικά κατάστιχα και χρόνια αργότερα η γιαγιά μου στην Ελλάδα έπαιρνε μια τιμητική –αστεία σε ποσόν– σύνταξη για το γιό της, ως θύμα πολέμου.
Ενώ εισέπραττε ανελλιπώς τη σύνταξη, ποτέ δεν πίστεψε μέσα της ότι ο γιος της χάθηκε πραγματικά. Όταν ήμουν στις πρώτες τάξεις του γυμνασίου μ’ έβαζε να γράφω γράμματα στον Ερυθρό Σταυρό. Όταν κάποτε αγοράσαμε ραδιόφωνο, στηνόταν κι άκουγε την εκπομπή «Αναζητήσεις του Ε.Ε.Σ.». Να ακούει τα ονόματα. Θυμάμαι τα δάκρυά της όταν κάποια φορά ακούστηκε το όνομα του Δημητρού. Πως τον αναζητά η μάνα του που βρίσκεται στη Νέα Ιωνία του Βόλου.
Τη φέρνω στο νου μου με μεγάλη τρυφερότητα.
Μέσα στα άλλα η γιαγιά μου ακολουθούσε το παλαιό ημερολόγιο, «αυτό που μας έδωσε ο Θεός», καθώς και όλο το τυπικό των εορτών και νηστειών, μέχρι κεραίας. Οι κόρες της δεν την ακολούθησαν. Προσαρμόστηκαν στο νέο ημερολόγιο και την κοινωνία που άλλαζε ραγδαία.
Πνευματικός της καθοδηγητής και τσιγκλάτορας, ήταν μια γειτόνισσά μας, η κυρά-Ρήνη. Φανατική, αυστηρή μέχρι κακίας, έκανε τη ζωή του άντρα της κόλαση με τις συνεχείς φωνές και τη γκρίνια. Ο καημένος για να μην είναι συνέχεια στα πόδια της, πήγε πάνω στο ξεροβούνι –πίσω από τις αλατιέρες και τα Πευκάκια. Εκεί μέσα στα βράχια, που μόνο πουρνάρια υπήρχαν, έδωσε πολύχρονη μάχη να φτιάξει ένα αμπέλι, να του θυμίζει τα κτήματά του στην πρώην πατρίδα. Με ένα γαϊδουράκι μετέφερε για μήνες χώμα και νερό και όταν πια τα κλίματα άρχισαν να μεγαλώνουν και να ετοιμάζονται για τη πρώτη σοδειά, τον δάγκωσε ένας σκύλος. Δεν έδωσε σημασία και σε λίγο το ξέχασε.
Όμως δεν άργησαν να εμφανιστούν τα συμπτώματα της προχωρημένης λύσσας. Όταν πια βρισκόταν στα τελευταία του εγώ, ένα περίεργο σκατό, μπήκα- παρά την απαγόρευση- και τον είδα με το στόμα γιομάτο αφρούς. Η κυρά- Ρήνη ήταν έξω στο στενό δρομάκι κι έλεγε στους άλλους γείτονες
«Τον τιμώρησε ο Θεός! Δεν μ’ άκουγε!»
Εκείνος, λησμονώ τ’ όνομά του, ψυχορραγούσε μέσα στο σπίτι.
Η κυρά-Ρήνη και η γιαγιά μου κάθε Κυριακή και μεγάλη γιορτή ξεκίναγαν, δίδυμο αχώριστο ζευγάρι, κάτω από τις οποιεσδήποτε καιρικές συνθήκες να πάνε με τα πόδια στη δική τους εκκλησία, που ήταν μακριά, κάτω στην πόλη του Βόλου. Ο παπά-Ιωακείμ, ο δικός τους παπάς, ήταν γι’ αυτές ο απεσταλμένος του Θεού για να σώσει τις ψυχές τους. Τον λάτρευαν και ακολουθούσαν πιστά και κατά γράμμα τις εντολές του.
Με την κυρά-Ρήνη είχα ένα υστερόβουλο πάρε-δώσε. Μέτραγα με προσοχή τις μέρες κι όταν έφτανε μια σημαντική γι’ αυτήν γιορτή χτύπαγα την πόρτα της και της έλεγα:
« Χρόνια πολλά, κυρά- Ρήνη»
Αυτή χαρούμενη έλεγε:
– « Δικός μας είναι ο Λευτεράκης»
Και μου έδινε το μπαξίσι.
Πλησίαζε τα ενενήντα η γιαγιά μου, όταν κατάλαβε ότι έρχεται το τέλος της. Μη νομίζετε ότι την έπιασε κανένας φόβος. Αντίθετα, ένα χαμόγελο ευχαρίστησης κυριαρχούσε στο πρόσωπό της.
Μια μέρα η κυρά Δέσποινα, η Μάνα, μου είπε:
«Σε θέλει η γιαγιά σου»
Εμένα δε με συμπαθούσε και πολύ γιατί της έκανα αμαρτωλές ερωτήσεις του στιλ:
« Γιατί ο Θεός αφήνει να πεθαίνουν άνθρωποι από την πείνα;»
« Γιατί δεν τιμωρεί την αδικία;»
«Γιατί υπάρχουν τόσοι πολλοί φτωχοί άνθρωποι;»
« Γιατί υπάρχουν παιδάκια που γεννιούνται τυφλά;»
Κι άλλα παρόμοια. Εκείνη άναβε και φούντωνε τότε.
«Δεν ξέρεις πώς σκέφτεται ο Θεός μας. Εμείς οι φθαρτοί δε μπορούμε να φτάσουμε τη λογική του. Όμως ένα να ξέρεις. Στο τέλος το κακό θα τιμωρηθεί, το δίκαιο θα θριαμβεύσει!»
Πόση δύναμη, καλέ μου άνθρωπε, δίνει η απόλυτη πίστη σε κάτι! Πόση ηρεμία και εφησυχασμό σου χαρίζει! Είναι η απόλυτη ευτυχία. Είχα κι εγώ τη χαρά να νιώσω αυτό το πλήρες συναίσθημα που σε γεμίζει ολόκληρο και σε κάνει να πετάς πάνω από το έδαφος. Παραδίδεις ασυναίσθητα αισθήσεις και μυαλό στο απόλυτο «πιστεύω» και δε σε παιδεύει πια τίποτα.
Πόσο «ζηλεύω» τώρα αυτούς τους ανθρώπους!
Έλα όμως που το διαολάκι μέσα στο μυαλό σου τα κάνει όλα χαλάστρα. Δεν υπάρχει χειρότερο μικρόβιο από τη λογική. Από το να βάζεις κάτω «ψύχραιμα» τα πράγματα και να ζητάς το «γιατί και το διότι». Όμως, δυστυχώς, αυτό δεν κάνουμε;
Πήγα λοιπόν μέσα στο δωμάτιο. Ήταν στο κρεβάτι με ανασηκωμένο τον κορμό της στα μαξιλάρια και μου είπε:
«Ήθελα να το πω στο Γιάννη αλλά τι να κάνω; Πρέπει να τηρήσω τον όρκο που έδωσα στον παππού μου. Να το πεις στο τελευταίο αρσενικό εγγόνι σου!»
Έτσι πηγαίνει η ευχή ανά δύο γενιές.
Αλήθεια, τι ήταν;
Η ευχή του ξεματιάσματος. Να πεις από μέσα σου τρεις φορές την ευχή κάνοντας κάθε φορά το σταυρό σου.
« Εσύ θα την πεις στην τελευταία σου εγγόνα!»
«Μα αν δεν προλάβω;»
« Μη χολοσκάς. Θα φροντίσει τότε ο Κύριος!»
Αυτή η απόλυτη σιγουριά !
Χριστέ μου! Ποια είναι η πηγή αυτής της δύναμης που οπλίζει τον άνθρωπο με τόση βεβαιότητα, με τόση πίστη ότι όλα είναι «γραμμένα»; Ότι όλα κανοναρχούνται από κάποιον εκεί ψηλά που αμείβει και τιμωρεί;
Το μεγαλύτερο ανθρώπινο καταφύγιο!
« Εγώ σε λίγες ώρες θα πάω στον Κύριό μου. Εσύ μην ξεχάσεις αυτά που σου είπα»
Ήταν η τελευταία φορά που την είδα. Πράγματι, την άλλη μέρα η γιαγιά έφυγε από τη ζωή.
Όμως, αν υπάρχει Θεός που αμείβει και τιμωρεί, η κόνα-Μαριγώ αξίζει της ανάλογης τιμής. Υπηρέτησε τον Κύριο, εν ζωή, με όλη τη δύναμη της ψυχής της. Είχε βέβαια μικροελαττώματα και δυσκολίες, αλλά αυτά είναι λεπτομέρειες μπροστά στην πλήρη αφοσίωση και προετοιμασία για το μεγάλο ξεκίνημα προς την αιωνιότητα.
Κάθε φορά που έτρωγε το λιτό φαγητό της, σταύρωνε τρεις φορές το στόμα της κι έλεγε την προσευχή:
« Σ’ ευχαριστώ, Θεέ μου, χίλιες χιλιάδες μυριάδες φορές!»
Ο πεζός εγγονός της υπολόγισε, ότι κάθε φορά ευχαριστούσε το Θεό δέκα δισεκατομμύρια φορές. Αυτό γινόταν, χωρίς διακοπές, τρεις φορές την μέρα επί 365 μέρες το χρόνο επί ενενήντα χρόνια!
Ε! λοιπόν δε δικαιούται λουξ διαμέρισμα στον Παράδεισο;
Σ’ εμένα έμεινε μόνο η ευχή του ξεματιάσματος…

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

One Response to Η κόνα Μαριγώ

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s