424. Γιώργος Διαμαντόπουλος – ο εφημεριδοπώλης

Diamantopoulos-efimeridopolis

Το κείμενο είναι του αείμνηστου Θανάση Ζέρβα και είχε εμφανιστεί στην “Θεσσαλία” το 1996. Μου το έστειλε μαζί με την φωτογραφία του παππού του, ο φίλος της σελίδας Γιώργος Διαμαντόπουλος (εγγονός), και τον ευχαριστώ.
————————–
Λίγοι είναι αυτοί που τον θυμούνται σήμερα.  Οι συνομήλικοί του δεν βρίσκονται στη ζωή. Κι όμως αυτοί που τον θυμούνται μιλούν γι· αυτόν με αγάπη, με συμπάθεια και συγκίνηση, λες και ήταν δικός τους άνθρωπος. Και ήταν δικός τους άνθρωπος ο Γιώργος Διαμαντόπουλος, ο εφημεριδοπώλης, ο ταχυδρόμος , ο παραγγελιοδόχος. Οι κάτοικοι του Άνω Βόλου , του Κατηχωρίου, της Πορταριάς και της Μακρινίτσας τον θεωρούσαν κάτι απ’ τον εαυτό τούς.

Καλομίλητος , ευγενικός και εξυπηρετικος, ποτέ δεν έλεγε όχι ό,τι κι αν του ζητούσαν. Πάντα ναι και με χαμόγελο. Φτωχόπαιδο ο Γιώργης – γεννήθηκε το 1892 στη Νέδα της Ολυμπίας – σαν ένιωσε τον εαυτό του , είδε ότι στο χωριό του προκοπή δε μπορούσε να κάνει. Πήρε των ομματιών του και ξενιτεύτηκε . Όχι στην Αμερική όπως συνηθιζόταν τότε. Αυτός έπρεπε να μείνει στην Ελλάδα για να συμπααστέκεται σε γονείς κι αδέρφια.

Ανέβηκε προς τα πάνω. Τελικά κάποτε έφτασε στο Βόλο. Θά ‘ταν δε θά ‘ταν δέκα οκτώ χρόνων. Η καινούργια πολιτεία ήταν γεμάτη σφρίγος, ζωή και κίνηση. Άγνωστος ανάμεσα σε αγνώστους, αδέκαρος κι ανεπάγγελτος, η μόνη δουλειά που του ταίριαζε ήταν χαμάλης. Πήγαινε στο λιμάνι και κουβαλούσε απ’ τους επιβάτες τα μπαγάζια τους. Πρόθυμος κι εξυπηρετικός, χαμογελαστός κι ευγενικός όπως ήτανε, αποκτούσε τη συμπάθεια των ταξιδιωτών, οι οποίοι πάντα του’ διναν κάτι παραπάνω απ’ ό,τι του ‘πρεπε. Ήταν πολύ οικονόμος και συμμαζεμένος. Ούτε σπατάλες, ούτε ταβέρνες, κρασοπουλειά και γλέντια. Απ’ τις οικονομίες του κρατούσε λίγες δραχμούλες και τα υπόλοιπα τα ‘στελνε στην οικογένειά του.

Σα συμπλήρωσε τα είκοσί του χρόνια, στρατεύτηκε. Υπηρέτησε 4-5 χρόνια και πολέμησε σ’ όλους τους πολέμους της δεκαετίας του 1910. Όταν απολύθηκε απ’ το στρατό, ξαναγύρισε στο Βόλο . Άρχισε την ίδια δουλειά στο λιμάνι. Οι παλιοί του φίλοι και γνώριμοι, τον καλοδέχτηκαν. Μετά τη δουλειά πήγαινε πάντα στο καφενείο του Σπύρου Τζέφου “Πελοπόννησος”, στη γωνία Ιωλκού και Ιάσονος. Εκεί σύχναζε κι ο κυρ Γιάννης Παπασταύρου ο εφημεριδοπώλης. Ήτανε καμιά πενηνταριά. χρονών, άρρωστος από φυματίωση.  Κάθε βράδυ ανταμώνανε και λέγανε τους καημούς και τους πόνους τους. Ύστερα από κάμποσο καιρό, ο κυρ – Γιάννης τού ‘πε: “Γιώργο, κατάλαβα ότι είσαι καλό παιδί και γι’ αυτό αποφάσισα να σου δώσω τη δουλειά μου, να χορτάσεις ψωμί και να με θυμάσαι. Εγώ με την αρρώστεια που έχω, δεν πρόκειται να ζήσω πολύ”. Ο Γιώργης ξαφνιάστηκε! Απ’ τη μια μεριά χάρηκε για τη δουλειά, αλλά λυπήθηκε κατάκαρδα που ο καλός κυρ – Γιάννης ήταν βαριά άρρωστος. Πήρε τη δουλειά απ’ τον κυρ – Γιάννη μαζί μ’ ένα σωρό σοφές συμβουλές, αναγκαίες για το νέο επάγγελμα.

Κανόνισαν κι ένα ποσό σαν αέρα που θα τού’ δινε, λίγα – λίγα κάθε μήνα. Τομέας του κυρ – Γιάννη και τώρα του Γιώργη ήταν, οι βόρειες ακραίες συνοικίες του Βόλου και τα χωριά του Ανω Βόλου.  Τη δουλειά την πήρε με κέφι και καλή διάθεση. Απ’ τις 4 το πρωί ήταν έξω απ’ τα πιεστήρια των εφημερίδων. Φορτωνόταν τα δέματα και με όλες τις καιρικές συνθήκες έτρεχε από σπίτι σε σπίτι κι έριχνε τα φύλλα. Μόλις τέλειωνε τις υποχρεώσεις στο Βόλο, πάντα με τα πόδια, ανέβαινε στην ΑνακΑσιά, άφηνε εφημερίδες σε σπίτια και μαγαζιά κι από εκεί πετιόταν στον Άνω Βόλο. Κουραστική η δουλειά, αλλά αποδοτική. Το φορτίο βαρύ, ιδιαίτερα όταν μοίραζε και τα περιοδικά “Θεατής” και “Ρομάντζο” και η κούραση διπλάσια. Τέλος αποφάσισε να πάρει έναν βοηθό. Κι ο βοηθός ήταν ένας συμπαθέστατος γαϊδουράκος. Είχε βρει πάνω απ· τις προσφυγικές παράγγες ένα στάβλο και τον άφηνε  το βράδυ. Το πρωί όταν τέλειωνε τη διανομή στο Βόλο , του φόρτωνε εφημερίδες και περιοδικά και τραβούσαν παρέα για τα χωριά του Άνω Βόλου.Σαν έφτανε στις ”Αηδονοφωλιές” διαλαλούσε το εμπόρευμά του: Εφημερίδεεες …  ο Ταχυδρόμος, η Θεσσαλία, το Ρομάντζο, ο Θεατής … ! Η φωνή του καθαρή , μεταλλική, ακουγόταν σ’ όλες τις γειτονιές. Τώρα που είχε και βοηθό, επέκτε ινε τη δραστηριότητά του, στο Κατηχώρι και την Πορταριά  κι αργότερα στη Μακρινίτσα.

Ο κυρ – Γιώργης με την καλωσύνη που τον διέκρινε, την καταδεκτικότητα και την καλοκαγαθία είχε κατακτήσει μικρούς και μεγάλους. Εκτός από τις εφημερίδες και τα περιοδικά που πουλούσε, εξυπηρετούσε τους κατοίκους και με άλλους τρόπους.

Έπαιρνε παραγγελίες για την αγορά διαφόρων αναγκαίων πραγμάτων, τις οποίες εκτελούσε στο συντομότερο χρόνο. Ακόμα τού ‘διναν γράμματα για επαγγελματίες
κι έφερνε το γρηγορότερο τις απαντήσεις. Ετσι ο καλός κυρ – Γιώργης, έγινε απαραίτητος σ’ όλους τους κατοίκους τών χωριών του δυτικού Πηλίου. Όταν δε κηρύχτηκε ο μεγάλος πόλεμος κι όλοι είχαν την αγωνία να μάθουν τα νέα του πολέμου, τον περίμεναν με χτυποκάρδια να πληροφορηθούν τις νίκες του στρατού μας στην Αλβανία και τους τραυματίες που μεταφέρονταν στα νοσοκομεία. Όλοι τον ήξεραν κι όλους τους γνώριζε με τα μικρά τους ονόματα. Ήταν ο δικός τους άνθρωπος, ο τίμιος, ο συνεπής, ο εξυπηρετικός, ο πάντα χαμογελαστός που μόνο ο καλός λόγος έβγαινε απ’ το στόμα του.

Ο κυρ – Γιώργης ήταν μερακλής. Όταν οι δουλειές του σταθεροποιήθηκαν αποφάσισε να πουλήσει το γάιδαρό του καιν’ αγοράσει ένα όμορφο άλογο. Ο κυρ – Μέντιος ήταν και φωνακλάς.! Όταν ο κυρ Γιώργης διαλαλούσε το εμπόρευμά του , τον συναγωνιζόταν γκαρίζpντας κι αυτό τον νευρίαζε. Το άτι του το στόλισε, λες και ήταν νύφη! Του αγόρασε καινούργιο σαμάρι, γκέμια, λυγκιά και μουστάκια για τη μούρη του. Όλα πήγαιναν καλά .

Σκέφτηκε ότι δεν έπρεπε να μείνει μαγκούφης. Έτσι αποφάσισε να παντρευτεί.
Την κοπελιά την είχε βάλει στο μάτι από καιρό. Ήταν ένα νόστιμο κι ευγενικό κορίτσι.
Δούλευε σ’ ένα αρχοντόσπιτο στην Ανακασιά. Τη λέγανε Βασιλική Πάταγα κι ήταν απ’ τη Μπιστινίκα. Γνωρίστηκαν στο φούρνο του χωριού όπου ο Γιώργης άφηνε εφημερίδα. Αγαπήθηκαν και παντρεύτηκαν.

Ήταν ένα πολύ αγαπημένο ανδρόγυνο. Φτιάξανε πέντε παιδιά. Ήτανε φτωχοί αλλά με την οικονομία τα κατάφερναν. Δυστυχώς στο έκτο παιδί, ήρθε ο θάνατος. Ήρθε ο θάνατος για μάνα και παιδί. Από εκεί και πέρα η Οδύσσεια του Γιώργη Διαμαντόπουλου δεν είχε τελειωμό . Η δουλειά – δουλειά κι η οικογένεια – οικογένεια. Μεγάλο το βάρος που είχε στους  ώμους του. Μόχθησε, κουράστηκε, υπόφερε και τέλος τα ‘βγαλε πέρα.  Ανάστησε τα παιδιά του με τη βοήθεια της δεύτερης γυναίκας του της Αθηνάς. Ο θεός τον αξίωσε να χαρεί κι εγγόνια. Ανάμεσα σ’ αυτούς και τον αγαπητό μου φίλο μουσικό Γιώργο Μεν. Διαμαντόπουλο, μαέστρο και υπάλληλο του Κρατικού Ραδιοφωνικού Σταθμού Βόλου. Ο άγνωστος ήρωας Γ. Διαμαντόπουλος πέθανε το 1972 σε ηλικία 80 ετών.

Ο Γιώργης Διαμαντόπουλος ήταν ο άνθρωπος που αθόρυβα ίσως και ασυνείδητα, προσέφερε για πολλές δεκαετίες ένα μεγάλο κοινωνικό έργο στις μικρές κοινωνίες των χωριών του Δυτικού Πηλίου. Αν πρέπει κάποτε οι κοινοτικοί άρχοντεςτων χωριών αυτών να τιμήσουν κάποιον για την  πολύτιμη προσφορά υπηρεσιών προς τους δημότες τους, αυτός έστω και μεταθανάτια πρέπει να είναι ο Γιώργης Διαμαντόπουλος, ο εφημεριδοπώλης, ο ταχυδρόμος, ο παραγγελιοδόχος, ο άνθρωπος.

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized and tagged . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s