Αρκουδιάρηδες (φωτο του Κώστα Μπαλάφα).

1505548_465971896861536_1548384922_n[1]
Τους θυμάμαι αμυδρά, να γυρίζουν τους δρόμους της πόλης. Είναι μερικά πράγματα του παρελθόντος που είναι καλύτερα που σβύσανε. Η εκπαίδευση των ζώων αυτών ήταν σκέτο βασανιστήριο. “Άνοιγαν ένα λάκκο μέσα στον οποίο έριχναν αναμμένα κάρβουνα και τον σκέπαζαν με μια χοντρή λαμαρίνα. Όταν αυτή ζεσταινόταν έφερναν την αρκούδα δεμένη κοντά, και μόλις την ανέβαζαν στη λαμαρίνα παίζανε το ντέφι. Βέβαια η αρκούδα καιγότανε με αποτέλεσμα μη μπορώντας να φύγει να ανασηκώνει εναλλάξ τα πόδια. Από τη συνεχή επανάληψη, όποτε η αρκούδα άκουγε το ντέφι (αντανακλαστικά) επαναλάμβανε τις κινήσεις που έκανε πάνω στη ζεστή λαμαρίνα!” (http://tinyurl.com/4cz65j)

Ας θυμηθούμε και το σχετικό ποίημα του Ρίτσου:

“Φορές-φορές, την ώρα που βραδυάζει, έχω την αίσθηση
πως έξω απ’ τα παράθυρα περνάει ο αρκουδιάρης µε τη γριά βαρειά του αρκούδα µε το µαλλί της όλο αγκάθια και τριβόλια
σηκώνοντας σκόνη στο συνοικιακό δρόµο
ένα ερηµικό σύννεφο σκόνη που θυµιάζει το σούρουπο
και τα παιδιά έχουν γυρίσει σπίτια τους για το δείπνο και δεν τ’ αφήνουν πια να βγουν έξω
µ’ όλο που πίσω απ’ τους τοίχους µαντεύουν το περπάτηµα της γριάς αρκούδας-
κ’ η αρκούδα κουρασµένη πορεύεται µες στη σοφία της µοναξιάς της, µην ξέροντας για πού και γιατί-
έχει βαρύνει, δεν µπορεί πια να χορεύει στα πισινά της πόδια
δεν µπορεί να φοράει τη δαντελένια σκουφίτσα της να διασκεδάζει τα παιδιά, τους αργόσχολους, τους απαιτητικούς,
και το µόνο που θέλει είναι να πλαγιάσει στο χώµα
αφήνοντας να την πατάνε στην κοιλιά, παίζοντας έτσι το τελευταίο παιχνίδι της,
δείχνοντας την τροµερή της δύναµη για παραίτηση,
την ανυπακοή της στα συµφέροντα των άλλων, στους κρίκους των χειλιών της, στην ανάγκη των δοντιών της, την ανυπακοή της στον πόνο και στη ζωή
µε τη σίγουρη συµµαχία του θανάτου -έστω κ’ ενός αργού θανάτου­ την τελική της ανυπακοή στο θάνατο µε τη συνέχεια και τη γνώση της ζωής
που ανηφοράει µε γνώση και µε πράξη πάνω απ’ τη σκλαβιά της.
Μα ποιος µπορεί να παίξει ως το τέλος αυτό το παιχνίδι; Κ’ η αρκούδα σηκώνεται πάλι και πορεύεται
υπακούοντας στο λουρί της, στους κρίκους της, στα δόντια της, χαµογελώντας µε τα σκισµένα χείλη της στις πενταροδεκάρες που τις ρίχνουνε τα ωραία κι ανυποψίαστα παιδιά (ωραία ακριβώς γιατί είναι ανυποψίαστα)
και λέγοντας ευχαριστώ. Γιατί οι αρκούδες που γεράσανε το µόνο που έµαθαν να λένε είναι: ευχαριστώ, ευχαριστώ. Άφησέ µε νά ‘ρθω µαζί σου.”

ΣΗΜ> Δείτε άλλες φωτογραφίες του Κωστα Μπαλάφα εδώ:
http://www.pinterest.com/svrakatseli/kostas-balafas/και εδώ
http://www.costasbalafas.gr/index.php?option=com_joomgallery&view=gallery

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized and tagged , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s