439*. O Ζαγοριανός καθηγητής Φαρμακολογίας Θεόδωρος Αφεντούλης και μιά ωραιότατη επιστολή στην κόρη του

Zagora-Kalokairinos-Afentoylis

Για τον Αφεντούλη μιλήσαμε μιά άλλη φορά (http://tinyurl.com/kp4vag2 ). Πρόκειται για ένα από τους δύο “σοφούς” από την περιοχή μας (μαζί με τον Φίλιππο Ιωάννου) στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος του 19ου αιώνα. Kαι οι δύο Ζαγοριανοί. Ο Αφεντούλης ήταν καθηγητης Φαρμακολογίας με σπουδές στη Βιέννη και στο Μόναχο, αλλά πρύτανης του Πανεπιστημίου, Διευθυντής του Ζάνειου Νοσοκομείου στον Πειραιά, πληρεξούσιος στη Β’ Εθνική Συνέλευση των Αθηνών και θερμός υποστηρικτής της επανάστασης του Πηλίου στα 1854 και 1878. Επίσης ήταν μεταφραστής λογοτεχνικών κειμένων και ερασιτέχνης ποιητής!

Σήμερα σας μεταφέρω μια επιστολή του στην κόρη του Αμαλία που έγραψε το 1889.
Η γλώσσα είναι γλαφυρότατη, αλλά και λίγο δύσκολη ίσως για τους νεώτερους μιάς και είναι αρχαϊζουσα καθαρεύουσα. Αξίζει το διαβάσετε. Θα βρείτε μια κ α τ α π λ η κ τ ι κ ή περιγραφή του Πηλίου και της περιοχής, στοιχεία μυθολογικά αλλά και αρχαιολογικά της περιοχής, μια “δραματική” περιπλάνηση στο “σπήλαιο του Χείρωνα” , έναν ύμνο για τη ζωή στα βουνά και μια διάχυτη αγάπη για την κορη του Εμφανίστηκε στο Εθνικό Εικονογραφημένο Ημερολόγιο “Ποικίλη Στοά”, 1894, ένα χρόνο μετά το θάνατό του. Απολαύστε την.
ΣΗΜ. Η φωτογραφία είναι από καρτ ποστάλ του Στέφανου Στουρνάρα και δείχνει τον χείμαρο Καλοκαιρινό στην Ζαγορά.
——————–

Αγαπητή μοι Αμαλία,

… Χθες επέστρεψα εκ μακράς και πενθημέρου εκδρομής. Ανέβην τον Κοκουρίκον και την Αετού Φωλεάν, και ανέβην αυτήν κατά το ύψιστον άκρον, πεζοπόρων αποστολικώς επι δίωρον. Είναι ο Κοκουρικος μία των υψίστων και η συδενδροτάτη των κορυφών του Πηλίου, υπεράνω του Αγίου Γεωργίου, όθεν απερίγραπτος αναπετάννυται η αμφιθαλάσσιος θέα.

Πρός δυσμάς κάτωθέν μου, υπό τους πόδας μου, όλη η μακρά ημικυκλική, η υπό κολπίσκων και γλωσσοειδών ακρωτηρίων κατακέντητος επιθαλάσσιος παρυφή του Πηλίου, κατά ζώνας κεχωρισμένη ομοκέντρους. Περί εμέ δάσος πυκνόν εκ φηγών, είτα ή κατωφέρεια του ορούς απεψιλωμένας τάς οξείας υπό των ανθρακέων και υλοτόμων, μόνον δε κατά τας ρευματιάς διατηρούσα ηδέως λείψανα ακμαίας βλαστήσεως. Έπειτα η μακρά σειρά, ο κύκλος, ούτω ειπείν τών Πηλιωτικών κωμοπόλεων, μετά των υψιστέγων αυτών οικιών, εντεθαμμένων εντός της καταφύτου περιοχής των. Εφεξής οι αμπελοστεφείς γήλοφοι, οι φέροντες επί τών προεξεχουσών ακροτήτων, άλση δρυών ή πλατάνια και κατακρύπτοντες ένα προφήτην Ήλίαν ή μίαν άλλην αγιότητα. Έπειτα η αδιάκοπος ελαιοφυτεία, η κατακαλύπτουσα δίκην χλαίνης συνηρεφούς, όλην την ποδιάν του όρους, παρά δε τήν θάλασσαν η πεδιάς εκείνη, η ερασμιωτάτη, η ίμερόεσσα, η κατάφυτος έξ οπωροφόρων δένδρων εν κήποις πολυθελγήτροις, ένθα άλλοι μεν καρποί άρτι φύονται, άλλοι δέ ώριμοι τελέθουσιν ως εν τη νήσω των μυθολογουμένων Φαιάκων, πέραν δε πάντων τούτων τό αλίτρυτον πεδίον, ό λειοκύμαντος κόλπος τό παγασαίον, εν ω η Θέτις ελούετο παίζουσα και αναπηδώσα επί του αφρού της θαλάσσης, ώστε άνωθεν από της φωλεάς του αετού ο Ακραίος Ζευς δεν ηδυνήθη να μείνη αναίσθητος προς τά θέλγητρα της ερατεινής νηρηΐδος…

Αλλά πως με αποπλανά η φαντασία είς τον ομιχλώδη λαβύρινθον της μυθολογίας. Πέραν του παγασαίου κόλπου κατάντικρύ μου φαίνεται ή Άμαλιάπολις και του Βελέντζα η καλύβη και η σειρά της Όθρυος, η άποφαλακρωθείσα τήν νεφηγείτονα κορυφήν, και αύτης εις τά βάθη του εκ τών μαρμαρυγών του Ήλιου αεροειδούς ορίζοντος σκιαγραφούμεναι αι δειράδες της Οίτης και όπισθεν τούτων προ αριστεράν αι πυραμιδοειδείς του Παρνασσού κορυφαί. Πρός δεξιάν εκτείνεται το Θεσσαλικόν πεδίον, οιονεί δε εν τω προθαλάμω αυτού, πρόκεινται αι Φέρραι και τα Φάρσαλα. Προς αριστεράν μου ο μέγας Θερμαϊκός κόλπος μετά των χαλκιδικών χερσονήσων της Κασσάνδρας και του Αθωνος, ου η κορυφή φορει πίλον εκ νεφελών ως ιεροπρεπές καλυμαύχιον και έπειτα τα ρεύματα του δροσερου αέρος, τα περιβομβούντα και περιψύχοντα, και η βοή των δασών προσομοία προ τήν βοήν των κυμάτων, πάντα ταύτα με εξέστησαν των φρενών αγαπητή θύγατερ, και προσερισθείς εις το σμαράγδινον φύλλωμα χαμαιπετούς φυτού, έμεινα ώρας πολλάς ακίνητος απολαύων του απερίγραπτου θεάματος. Ήθελον, εάν ητο δυνατόν, νά διαβιώσω έν τή ερημιά ταύτη μακράν της τύρβης τών πόλεων και της κοινωνίας και εστοχαζόμην, ότι δεν είναι παντελώς μύθος το λεγόμενον, ότι ο Χείρων ο Κένταυρος, ιατρός αυτός, διεβίωσεν επί τών κορυφών του εινοσιφύλλου Πηλίου. Τις ηξεύρει αν ρανίς αίματος κενταυρείου δεν διαρρέει εν ταις φλεψί μου, κατακληρονομηθείσα δια τοσούτων αιώνων εις Μάγνητας απογόνους. Μα τάχα δεν φέρομεν πάντες εν ταις φλεψίν μας ρανίδιον αίματος κατακληρονομηθέν ημίν εξ αρχαιότητος ύψηλοτέρας -από του πρωτοπλάστου Αδάμ;

Επεχείρησα, ακριβεστάτη μοι θύγατερ, να γράψω πρός σε, και δεν ηξεύρω πως άκων αναρπάζομαι εις τους ευδαίμονας εκείνους χρόνους, εν οις ούτε εκλέγοντες υπήρχον ουτε εκλεγόμενοι, αλλά θέτιδες λουόμεναι εν τοις νάμασι των κόλπων και Δίαι, ερωτευόμενοι και μακρόθεν, ουχί μόνον από γειτονίας, εκ της κορυφής τών ορέων. Εις τοσούτον αποστάσεως έξικνείτο τότε η αίγλη των καλλονών και Πηλείς απονεμόμενοι της ερωτικής του Διός πανδαισίας και Αχιλλείς εκβλαστάνοντες από τοιούτων έρώτων και γάμων. Οπόσον ευδαίμονες ήσαν οι χρόνοι εκείνοι και εφ’ όσον αναρπάζουσα φέρει με η φαντασία προς τους χρόνους εκείνους, επί τοσούτον αισθάνομαι εν εμοί ανανεούμενον το σθένος της νεότητος και τοι φέρων το φορτίον σχεδόν επτά δεκαετηρίδων.

Ναι προσφιλεστάτη μου θύγατερ, επί της κορυφής των ορέων η ζωή παρέρχεται εν νεότητι διηνεκεί. Δεν μας κατακάμπτει το γήρας, δεν μας στενοχωρεί, η πνιγηρά τών πόλεων ατμοσφαίρα. Αδέσμευτος παραδίδεται ή ψυχή μας εις τήν αμιγή απόλαυσιν των φυσικών καλλονών και πάσα στιγμή του βίου μας απερίσπαστος πολλαπλασιάζεται εν αρρήτω γαλήνη. Τι πρός ημάς η τύρβη τής κοινωνίας και τα εγκληματικά πλούτη και αι αγωνιώδεις φιλοδοξίαι; Εκεί επί των ορέων, εν τη ιερά εκείνη σιγή, ην μόνη ή πνοή τών ανέμων διαταράσσει ή ο ρόχθος παραρρέοντος ύδατος, ο αήρ δροσερός, ανεπαίσθητος διολισθαίνει εις τα σπλάγχνα και διαστέλλει τά στήθη μας. Ουδεμία πνευστίασις, ουδείς στόνος τήν συνοδεύει ή διακόπτει. Και αισθανόμεθα το πνεύμα της ζωής διαπορευόμενον το σώμα ημών και διαχέον απανταχού σθένος και κουφότητα. Ναι, τω όντι αναγεννώμεθα επί των ορέων. Λέγουν ότι κάπου επί των κορινθιακών δειράδων υπήρχε πηγή εν η λουομένη η Ηρα κατ΄ έτος ανέκτα την παρθενίαν. Και είναι τό πράγμα αληθές. Επί των ορέων, όπου αναπνέεις αέρα δροσερόν και λούεσε εις κρυστάλλινα ύδατα, αισθάνεσε τάς δυνάμεις άνανεουμένας και ει μη την παρθενίαν, ως η Ηρα, αλλά καν τήν νεότητα ανακτάς επί των ορέων.

Επί του Κοκουρίκου είναι ο ναός του ακραίου Διός, εις ον μυθολογείται ότι οι αρχαίοι κάτοικοι ανήρχοντο άπαξ του έτους μετά τήν έορτήν περιβεβλημένοι κάδδια – τοσουτον φαίνεται ότι ην τό ψυχος του όρους κατά την ώραν και τους χρόνους εκείνους! Επί του όρους τούτου, κατά τα πλάγια της ύψιστης κορυφής, εκεί ένθα άρχεται μικρόν οροπέδιον υπάρχει οπή φέρουσα εις υπόγειον σπήλαιον τοσούτον μέγα, ώστε ημπορεί νά περιληφθει εν αυτώ η οικία μας μετά πάντων τών τενεκέδων και του προ ταύτης ώρυομένου και κορυβαντιώντος συρφετου [ΣΗΜ. Αναφέρεται στην πρόσφατη εκλογική ήττα του στον Πειραιά μετά την οποία οι νικητές αντίπαλοι γιορτάζαν κρεμόντας τενεκέδες στο σπίτι του νικημένου]. Λέγεται ότι αυτό ήτο το άντρον του Χείρωνος. Εννοείς γλυκύτατη μοι κόρη, ότι δεν ηδυνάμην με εσταυρωμένας τας χείρας να θαυμάσω από της οπής το μέγαρον του Χείρωνος, του πατριάρχου εκείνου των Ομηρικών ιατρών, και διωλίσθησα δια της οπής εις το έρεβος του σπηλαίου. Αλλά ο κρότος των βημάτων μου και η μονοσύλλαβός μου κραυγή, παραπαίοντος εν τω σκότει, ως ο Οδυσσεύς εν τω Άδη, εξεπτόησαν σμήνος νυχτερίδων, αίτινες, άλλαι μεν τρίζουσαι, άλλαι δε προσπετόμεναι κατά την κεφαλήν μου, ηνάγκασάν με – οίον πεπνύμενον, αυτών δε πετουσιν εν σκιά – εξηνάγκασάν με να παλινδρομήσω ταχύς επί την όπήν. Δεν ηξεύρω δε πως ησθάνθην καταλαβόν με ως τι άγιον ρίγος, ο δέ κρότος τών βημάτων μου μεγαλυνόμενος υπό τής εξημμένης φαντασίας μοι ενεποίει ανεξήγητόν τινά τρόμον. Ήσαν στιγμαί καθ΄ ας εβλεπον ωσεί σπινθήρας προ τών ομμάτων μου εν τω σκότει και βεβαίως προήρχοντο μεν αυταί εκ της εντάσεως τών οφθαλμών άλλ’ ουχ ήττον έν τη ερημία εκείνη εφανταζόμην τους σπινθήρας οιονεί εξακοντιζομένους εκ του οφθαλμού αιλουροειδούς, άλλως τε και δεν είχον τον μήτον τής Αριάδνης, ίνα εξέλθω απλάνητος από του σπηλαίου. Η Αριάδνη μου είναι μακράν εις τας χλοεράς κοιλάδας της Βοημίας, συ δε το Αριάδνιόν μου συνθέτεις ιερεμιάδας επιστολών εις ας εκτραγωδείς τα δεινά α πάσχουσιν αι τρυφεραί θυγατέρες όταν οι πατέρες αυτών πλανώνται μετάξυ των αβάτων δασών, όπου δεν υπάρχουσι τηλέγραφοι, ή κατακυλίονται εισερπύζοντες εις σπήλαια, όπου δέν υπάρχουν ταχυδρομεία. Και ταυτα μεν δήταυτα ώ θύγατερ!

Γλυκυασπάζομαι σέ τε και τον Γεώργιον και τα τεκνία α εδωκεν ο Θεός άμφοτέροις και α διαφυλάττοι και μεγαλύνοι όπως και ταύτα βαδίσωσι ποτέ ή κάλλιον ειπείν άναρριχηθώσιν ως ο πάππος χερσί τε ποσίτε προς τά έδη του Ακραίου Διός και τάς κορυφάς του Κοκουρίκου και Γολγοθά.

Εν Ζαγορά τη 23 Αυγούστου 1889
Ο πατήρ σου

Θεόδωρος Αφεντούλης

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized and tagged , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s