Τρύγος

Capture“Ο τρύγος ήταν ένα μεγάλο αγροτικό πανηγύρι. Οι προετοιμασίες άρχιζαν απ΄ τις αρχές Σεπτεμβρίου. Πρώτα, ετοιμαζόταν, οι προβιές και τα τουλούμια. Σφάζονταν μεγάλα τραγιά και γίδες και τα τομάρια, με ειδική επεξεργασία, μεταβάλλονταν σε σκεύη μεταφοράς του μούστου και των στεμφύλων. Έπρεπε να είναι πρόσφατα επεξεργασμένα, ώστε να αντέξουν στην πίεση του μούστου κατά την μεταφορά. Το ίδιο διάστημα, μάζευαν φύλλα από φτελιές, για να τα ξεράνουν, και να τα κάνουν αργότερα ζυμάρι, για να «θυρώσουν» (κλείσουν) τις πόρτες και τις οκνές από τα βαένια. Έπλεναν και στανιάριζαν τα κρασοβάρελα πολύ σχολαστικά με βραστό νερό και φύλλα καρυδιάς. Στανιάριζαν και τα καρούτια που θα πατούσαν τα σταφύλια. Αγόραζαν κόφες, καλάθια και κοφτερούς σβανάδες. Συμφωνούσαν και καπάρωναν, τους εργάτες και τους αγωγιάτες, που θα τρυγούσαν, θα κουβαλούσαν ή θα πατούσαν τα σταφύλια.

Όλες αυτές οι προετοιμασίες, γινόταν με κέφι και ενθουσιασμό.
Οι αγωγιάτες, που θα αναλάμβαναν την μεταφορά, έκαναν και αυτοί τις δικές τους προετοιμασίες. Πήγαιναν στον σαμαρά, να επισκευάσουν και να γεμίσουν τα σαμάρια των ζώων. Επίσης, στον πεταλωτή να περάσουν καινούργια πέταλα στα πόδια των μουλαριών. Φρόντιζαν να ξεκουράζουν τα ζώα, για να ανταπεξέλθουν στις κουραστικές μέρες του τρύγου. Κι όταν όλα ετοιμάζονταν καθώς έπρεπε, δεν απέμενε παρά να έρθει η βλογημένη μέρα για τον τρυγητό.

Ο τρύγος όταν οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές, άρχιζε από το τελευταίο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου, για να τελειώσει το τελευταίο δεκαήμερο του Οκτώβρη στα ψηλώματα. Κι όταν έρχονταν η καθορισμένη μέρα, ένα μελισσολόι, από ανθρώπους και ζώα λειτουργούσε στο αμπέλι, με την τάξη και την ακρίβεια της κυψέλης. Όλοι επί ποδός. Μόνο η νοικοκυρά έμενε στο σπίτι για να δέχεται τα φορτώματα και να μαγειρεύει για όλους. Οι γυναίκες, έκοβαν τα τσαμπιά και τα ΄ριχναν στις μεγάλες κόφες. ¨Όταν γέμιζαν οι κουβαλητάδες, τις φορτωνόταν στην πλάτη και τις πήγαιναν στον χώρο που ήταν στημένο το καρούτι, και τις άδειαζαν στις στρωμένες λινάτσες. ¨Όταν μαζεύονταν αρκετοί σωροί, άρχιζε το πάτημα. ¨Ένας γεροδεμένος άνδρας, με μαζεμένα τα παντελόνια πάνω από τα γόνατα, πατούσε τα σταφύλια στριφογυρίζοντας τα πόδια, μέχρι να χωρίσουνε οι ρόγες απ΄ τα τσαμπιά και να λιώσουν. Ο γλυκός μούστος, έτρεχε απ΄ τα ανοίγματα του πατώματος του καρουτιού και γέμιζε το κάτω διαμέρισμα, ενώ τα τσάμπουρα έμεναν απάνω.

Ένας σμήνος από μέλισσες, τριγύριζαν βουίζοντας γύρω από το καρούτι. Έπαιρναν και αυτές το μερτικό τους και έφευγαν βουίζοντας για να ΄ρθουν και άλλες… και άλλες. Κι ήταν οι εικόνες εκείνες του τρύγου μοναδικές και ανεπανάληπτες. Σωροί τα σταφύλια! Οι κατακόκκινοι «ροϊδίτες», οι χνουδωτοί «συκιώτες», τα κατακίτρινα «κέρινα», τα μαύρα «αριτινά» με τις σφιχταγκαλιασμένες ρόγες, μαζί με τους μεγαλόρογους «παππούδες» περίμεναν να θυσιαστούν και να μετουσιωθούν σε θείο νέκταρ. Κι όταν ερχόταν οι αγωγιάτες και έφερναν τις προβιές και τα τουλούμια, το κουβάλημα σταματούσε για να βοηθήσουν όλοι στο σάκιασμα και στο φόρτωμα.
Φόρτωναν τα δυνατά μουλάρια και τα ΄βγαζαν στην στράτα. Στο πιο γερό μουλάρι που πήγαινε μπροστά, κρεμούσαν στον λαιμό του την κουδούνα. Είχε διπλή γλώσσα κι έδινε τόσο δυνατό ήχο που ακογόνταν μίλια μακρυά. Η κουδούνα βρίσκονταν σε ενέργεια όταν τα ζώα ήταν φορτωμένα, για να προειδοποιεί, ν΄ ανοίγουν δρόμο. Ένας άγραφος νόμος επέβαλε να δίνεται προτεραιότητα στα φορτωμένα ζώα. Οι ορεινοί δρόμοι ήταν στενοί και δεν χωρούσαν να γίνεται διασταύρωση. Ο Κ.Ο.Κ της εποχής υποχρέωνε τον άδειο, να βρει χώρο και να δώσει πέρασμα στον φορτωμένο. Και τηρούσαν τον νόμο αδιαμαρτύρητα έστω και αν έπρεπε να γυρίσουν αρκετό δρόμο, μέχρι να βρεθεί πέρασμα. ¨Όταν έφθαναν σα φορτώματα στο σπίτι, οι αγωγιάτες ξεφόρτωναν τα ζώα και άδειαζαν τις προβιές και τα τουλούμια στα βαένια, κρεμούσαν τα «αγκιά» στα σαμάρια, ανέβαιναν καβάλα και έπαιρναν το δρόμο της επιστροφής για να ξαναφορτώσουν. Τώρα τα ζώα ήταν ξεφόρτωτα και δεν είχαν προτεραιότητα.

Στην δεύτερη στράτα συνήθως οι αγωγιάτες έπαιρναν απ΄ τη νοικοκυρά τις γαβάθες με το μεσημεριανό φαγητό. Κατ΄ έθιμο όλες τις μέρες του τρυγητού, τ΄ αφεντικό τραπέζωνε όλους όσους εργαζόταν στον τρύγο. Κρέας με πατάτες, κρέας με μανέστρα ή βακαλιάρος γιαχνί, ήταν τα συνηθέστερα φαγητά, που συνοδεύονταν από την «βιτσέλα» με το κρασί. Τα΄απομεσήμερο τρυγούσαν τόσα σταφύλια όσα χρειάζονταν για την τελευταία στράτα. Δεν έπρεπε να περισσέψουν μούστος ή στέμφυλα, γιατί θα ‘παιρναν ζύμωση. Η επιστροφή γινόταν με το ηλιοβασίλεμα. Πανωσάμαρα, έβαζαν «κρεμαστάρια» με εκλεκτά σταφύλια για να φυλέψουν γνωστούς και φίλους που θα βρισκόταν στον δρόμο του χωριού. Κι όταν τελίωνε ο τρύγος του αμπελιού, όλοι εύχονταν στον νοικοκύρη «να ΄ναι καλά και του χρόνου και καλά κρασιά» ”

ΣΗΜ. Το κείμενο είναι πό το βιβλίο «Το Κατηχώρι άλλοτε και τώρα» του Γ. Μπάρδη, 2008. Η φωτογραφία είναι του Κ. Βαρωτά (1928-2000) και ανήκει στο αρχείο του φίλου Θανάση Γέρμανου που τον ευχαριστώ και για την φωτογραφία και για το βιβλίο. http://www.aspromavro.net/alx/articles1/afieromata/236-varotas-kostas.html

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized and tagged , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s