609. 28η Οκτωβρίου 1940 στην πλατεία της Ζαγοράς

10556868_610450465747011_5832320757815409065_o[1]
“Η είδηση ότι η Ιταλία μας κήρυξε τον πόλεμο και ότι αυτή την στιγμή ελληνόπουλα ήδη πολεμάν στα βουνά της Ηπείρου και σκοτώνονται δεν άργησε να φτάσει σε κάθε γωνιά του χωριού. Η φθινοπωρινή πλατεία γεμίζει από κόσμο. Τα πλατάνια που αρχίζουν να χάνουν τα φύλλα τους είναι αλλαγμένα. Οι αδροί, γέρικοι κορμοί τους φαίνονται σαν βρώμικοι. Κάτι έχουν κολλήσει επάνω τους. Πράγματι μεγάλα, άσπρα φύλλα τυπογραφείου τους αγκαλιάζουν, τους σφίγγει ολόγυρα. Είναι οι πίνακες επιστράτευσης του Ελληνικού Στρατού. Όλοι οι χωριανοί πηγαίνουν προς τα εκεί και κοιτάζουν προσεκτικά. Τι βλέπουν άραγε; Βλέπουν για τα παιδιά τους, που θα μαζευτούν, που θα πάνε.

Οι νέοι του χωριού, με πρόσωπα σοβαρά, με χαρακτηριστικά που εκφράζουν αποφασιστικότητα, δύναμη, θάρρος, ψάχνουν στα πλατάνια, στους πίνακες αυτούς, να βρουν την μονάδα τους, να μάθουν που πρέπει να παρουσιαστούν.

Παρέες –παρέες, αυτοί που δεν φεύγουν, συζητούν τα νέα. Αρχίζουν οι αποχαιρετισμοί. Όχι λύπη, δάκρυα, σπαραγμοί. Είναι στιγμή ιερή. Δεν πρέπει κανείς να λιγοψυχήσει, να δειλιάσει, να δείξει στον άλλο το τρεμούλιασμα της ψυχής του. Και τα παιδιά με το φιλί της μάνας, την ευχή του πατέρα, σιγά-σιγά αρχίζουν να σμίγουν σε ομάδες και με τραγούδια, αστεία, χωρατά – για να σκεπάσουν ίσως κάποιον εκνευρισμό – φεύγουν.

«Γρήγορα θα γυρίσουμε. Μη στεναχωριέστε. Σε λίγες μέρες θα τους πετάξουμε στην θάλασσα και θάμαστε πάλι πίσω, στα σπίτια μας, μαζί σας». Αυτά είναι τα τελευταία λόγια.

Σαν γίγαντες φαινόντουσαν αυτά τα παιδιά. Γεροδεμένα, με τα αδρά αποφασισμένα πρόσωπα, με το ντρουβά στον ώμο που την τελευταία στιγμή η μάνα έβαλε μέσα ότι βρήκε στο σπίτι, ένα αυγό, ένα κομμάτι κρέας, ένα καρβέλι ψωμί, μια αλλαξιά ρούχα.

Φύγανε! Το χωριό, η πλατεία άδειασαν. Μελαγχολία. Η γλυκειά μελαγχολία του αναπόφευκτου, της υποταγής στο πεπρωμένο. Δεν είναι μελαγχολία φόβου, ούτε φόβος για την μοίρα αυτών που φύγανε. Έχουν ξαναφύγει οι πατεράδες τους και πριν από αυτούς οι παππούδες τους. Είναι η μελαγχολία για το κενό που τόσες ψυχές αφήνουνε πίσω, φεύγοντας ξαφνικά, όλες μαζί.

Λίγες σιλουέτες στην πλατεία. Σκυφτές, συλλογισμένες. Η πατρική αγκαλιά ακόμα ζεστή από το στερνό αγκάλιασμα. Κανείς δεν μιλά. Λες και στέρεψαν τα γεγονότα. Το αεράκι εξακολουθεί και παίρνει τα πλατανόφυλλα και τα στριφογυρίζει, σαν να θέλει να διαλύσει τις σκοτεινές σκέψεις, να τις πάρει μαζί του, να ξαλαφρύνει το νου.

Τα κολλημένα χαρτιά στον πλάτανο, το τόσο βιαστικά και πρόχειρα τοποθετημένα, αρχίζουν και σχίζονται. Κομμάτια κόβονται, πέφτουν στο πλακόστρωτο, μπερδεύονται με τα πλατανόφυλλα στο νοτισμένο από την βροχή χώμα. Γίνονται ένα μαζί τους, ώσπου να τα πάρει το νερό της βροχής και ο αγέρας. Η αποστολή τους έληξε. Ό,τι είχαν να πουν το είπαν….”

ΣΗΜ> Από το βιβλίο “Ανθρώπινες Ρίζες” του Κώστα Ανιτσά, Αθήνα 1978. Αν τα ντοκιμαντέρ και οι πατριωτικές εκπομπές των ημερών παρομοιαστούν με σάλπιγγα, το κείμενο αυτό του Κ. Ανιτσά ακούγεται σαν φυσαρμόνικα. Χωρίς να διακρίνεται για την τεχνική του αρτιότητα, βγάζει μια μελαγχολική ανθρωπιά που δίνει μια διαφορετική διάσταση στα γεγονότα των ημερών. H φωτογραφία είναι του Στέφανου Στουρνάρα και είναι περίπου 15-20 χρόνια πρίν το 1940 αλλά αποδίδει ταιραστά την ατμόσφαιρα του κειμένου.

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized and tagged , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s