621. Το Χρονικό της Συκής (2η συνέχεια) [1]

Capture1

Περίληψη προηγουμένου (διαβάστε το ολόκληρο εδώ: http://tinyurl.com/qj8mkut): Για να γλυτώσουν από τους πειρατές κάπου στα μέσα του 18ου αιώνα οι κάτοικοι της Συκής αποφασίζουν να μεταναστεύσουν στην Σκιάθο. O Γιάννης Τσιργάνος και η γυναίκα του είναι οι μόνοι που αποφασίζουν να μην ακολουθήσουν. Το πλοίο με τους Συκιώτες καθώς ανοίγεται προς τη Σκιάθο βυθίζεται αύτανδρο. Ο Τσιργάνος και η γυναίκα του μένουν μόνοι στο έρημο χωριό.
—–
Αδύνατο στάθηκε νά μείνη στο έρημο χωριό ο Τσιργάνος. Τ’ άδεια σπίτια, τα πορτοπαράθυρα, που τάκαναν οι αέρηδες να βογγούν πένθιμα πάνω στους ρεζέδες τους, τους γιόμιζαν με παγερή φρίκη σαν έπεφτε το σκοτάδι. Θαρρούσες πως πλανιόνταν στις ρούγες τα φαντάσματα των πνιγμένων Συκιωτών. Πήρε τη γυναίκα του κι έφυγε. Προς τα σύνορα τού Νιοχωριού, κοντά στο ποτάμι της Γρανίτσας, βρήκαν μια σπηλιά. Εκεί κούρνιασαν σαν τ’ αγρίμια. Μέχρι σήμερα η τρύπα αυτή λέγεται Σ π η λ ι ά τ ο υ Τ σ ι ρ γ ά ν ο υ. Εκεί έμειναν κάμποσα χρόνια. Αποκτήσανε και παιδιά.

Στο μεταξύ οι καλόγεροι του μοναστηριού του Πρόδρομου πάτησαν τα περισσότερα και καλύτερα χτήματα των Συκιωτών. Και για να μην τα νταβίση ( = τα διεκδικήση) — όπως λέει το χρονικό – ο μόνος Συκιώτης που σώθηκε, ο Τσιργάνος, τα τ ά π ι σ α ν με τούρκικα ταπιά επίσημους κτηματικούς τίτλους). Μέχρι τα 1842 τα χτήματα αυτά βρίσκονταν στην κατοχή τους. “Λοιπόν δραξόμενοι την ευκαιρίαν ταύτην οι κακόγεροι μάλλον ή καλόγεροι, εγύμνωσαν την Συκήν από τα μισά κτήματα των πνιγέντων”. Στα 1842 τα πούλησαν ξανά στους Συκιώτες.

Μια μέρα ο Τσιργάνος βρέθηκε σε κάποια τοποθεσία της περιφέρειας του Νιοχωριου, που λέγεται Γι ο ύ ρ τ σ α. Εκεί αντάμωσε τυχαία ένα άτομο. Νικόλα τον έλεγαν. Έπιασαν κουβέντα κι ανιστόρησαν τα βάσανά τους. Ο Νικόλας ήταν ξενόφερτος. Η σκούφια του κρατούσε από τον Ασπροπόταμο. Κατατρεγμένος ήταν από τους κλέφτες και ξέπεσε στο Πήλιο, κούρνιασε στη Γιούρτσα και ζούσε εκεί την αγριμοζωή του μ’ ένα – δυο γίδια συντροφιά. ο Τσιργάνος βρήκε στο Νικόλα ένα ομοιόπαθό του. Τα κοινά βάσανα κι η απόγνωση που πλημμυρούσε την κουβέντα τους έκαναν τις καρδιές τους να χτυπήσουν μ’ αμοιβαία συμπάθεια. Του είπε για τον τόπο της Συκής και του πρότεινε να πάνε στο χωριό να μείνουν μαζί. Εκεί θα μπορούσαν να φκιάσουν κοπάδια, να τα βόσκουν ένα γύρο στις πλαγιές και να περάσουν τα υπόλοιπα χρόνια τους συντρέχοντας ο ένας τον άλλο.

Ο Ασπροποταμίτης δέχτηκε. Σύνταχα κουβαλήθηκαν στο ερημοχώρι. Χώρησαν τα σπίτια σε δυο μερίδια. Έβαλαν σύνορο το δρόμο που βρίσκοταν ανάμεσα στις δυο βρύσες, κατεβαίνοντας από την εκλησιά ως τα Ζαφειραίικα. Τη μικρή βρύση, που την έλεγαν «Έξω Βρύση» την πήρε ο Νικόλας και τη μεγάλη, που την ονομάτιζαν «Μέσα Βρύση» ο Τσιργάνος. Αυτές οι συμφωνίες κράτησαν και στους απογόνους των μέχρι τά 1821.

Ο καιρός περνούσε ήσυχα. Τα κοπάδια των δυο καινούργιων οικιστών της Συκής πρόκοβαν κι αυξαίνανε. Ήσαν οι δυο τους τίμιοι και μονοιασμένοι. Στο μεταξύ, στη θέση Κωφού, άραξε κι άλλο ξενόφερτο ναυάγιο. Τον έλεγαν Καραδήμο. ο Τσιργάνος με το Νικόλα τον δέχτηκαν κι αυτόν στο χωριό. Αυτοί είναι οι τρεις πρώτοι γενάρχες της σημερινής Συκής.

Σιγά – σιγά και με τον καιρό οι Συκιώτες πλήθαιναν και το νεκροχώρι απόχτησε ξανά κίνηση και ζωή. Τσομπάνηδες οι περισσότεροι και μικροκαλλιεργητές, ήσαν δεμένοι με το βουνό και τα πλαγοχώραφα. Η μόνη περίπτωση που έσπαγε κάπως τη μονοτονία, ήταν το πανηγύρι του χωριού. Καταμεσίς στο χωριό ήταν χτισμένη η εκκλησία του Αη-Γιώργη. Ανήμερα της μνήμης του μαζεύονταν ντόπιοι και ξένοι πανηγυριώτες από τα κοντινά χωριά και γιόρταζαν με χαρά και γλέντι. Σύμφωνα με παλιά συνήθεια, αφιέρωναν στην εκκλησία σφαχτά αρνιά και κατσίκια. Όλα αυτά τα έσφαζαν, τα μαγείρευαν, κι οι επίτροποι τα μοίραζαν στους Συκιώτες και τους ξένους. Πάνω στο τραπέζωμα γινόταν κι η περιφορά του δίσκου. Με τα δυο, τα τρία ή τα πέντε γρόσια του κάθε προσκυνητή, συναζόταν το χρηματικό ποσό, που ήταν απαραίτητο για τη συντήρηση της εκκλησίας. Το όμορφο αυτό έθιμο βάσταξε μέχρι τα 1840.

Τη χρονιά αυτή, πάνω στην άψη του ξεφαντώματος, ξέσπασε ένας τρικούβερτος καβγάς. Ο Συκιώτης Νικολής Λαλάς λάβωσε με το χατζάρι τον Μπιστινικιώτη Σταμούλο. Και σίγουρα θα τον σκότωνε αν δεν τον συγκρατούσαν οι άλλοι. Η αναταραχή αυτή στάθηκε αφορμή να σταματήση το κοινό φαγοπότι στο περιαύλιο του ναού.

Βαριά ήταν η συμφορά που βρήκε τη Συκή στα 1808. Ολάκερη την καμπίσια και την ορεινή Μαγνησία περιέτρεχε το ληστρικό μπουλούκι του πρωτοκλέφτη Νικόλα Τσέλιου. Πολυάριθμο, αρματωμένο γερά και συνταγμένο από σκοινοπαλούκηδες ένα κι ένα, κατάντησε ο τρόμος των πηλιορείτικων χωριών. Οι τούρκικές αρχές τού κάστρου του Γόλου στάθηκαν ανίκανες να σταματήσουν τη δράση του. Ένα πρωί, μπήκαν στο χωριό. Το πάτησαν χωρίς αντίσταση. Ποιος ήταν σέ θέση να τους χτυπήση; Μάζεψαν τους χωρικούς στο περιαύλι του Αη – Γιωργιού. Πέντ’ έξη αγριόθωροι κλέφτες, κακομούτσουνοι και λεροί, τους φύλαγαν με το γιαταγάνι ξεθηκαρωμένο κι ορθό το λύκο του καριοφιλιού. οι αποδέλοιποι σκόρπισαν στα σπίτια. Σαμάρωσαν τα μουλάρια απ’ τους στάβλους κι άρχισαν να φορτώνουν ό,τι έβρισκαν. Αφάνισαν τα νοικοκυριά. Διαγούμισαν ρούχα, σκουτιά, σκεπάσματα, τρόφιμα και τσαμασίρια. Στο τέλος έβαλαν φωτιά και στα περισσότερα σπίτια και βγήκαν στις άκpες του χωριού. Εκεί σύναξαν όλα σχεδόν τα γιδοπρόβαrα πoυ έφταναν τα 1800, πήραν σκλάβους τον παπα-Παναγιώτη κι άλλους νοικοκύρηδες και τράβηξαν για την περιφέρεια τον Νιοχωριού. Λημέριασαν σέ μια θέση που λέγεται Κ λ ω σ σ ο ύ. Στο μεταξύ παράγγειλαν στους Συκιώτες να βρουν την ξαγορά. Αλλιώτικα – είπαν – θα τους στείλουν τα κεφάλια του παπά και των άλλων. Περιμένοντας εκεί και μην έχοντας τι να κάνουν για να σκοτώσουν την ώρα τους, έσφαξαν όλα τα γιδοπρόβατα, δοκιμάζοντας σ’ αυτά την κόψη των σπαθιών τους. Δέκα-οχτώ χιλιάδες γρόσια πλήρωσαν οι σκλάβοι για να γλυτώσουν απ΄το χατζάρι των κλεφτών.

Ο αφανισμός που έπαθε το βιός των Συκιωτών ήταν τρομερός και πρωτάκουστος. Tι να κάνουν όμως; Ξανάσκυψαν στο χώμα και ξεπλατιάζονταν, ξεκινώντας πάλι απ’ την αρχή!

[1] Κεφάλαιο 3ο και 4ο από το “Χρονικό της Συκής” Βαγγέλη Σκουβαρά, Βόλος 1959. Περιέχει την απόδοση ενός χειρόγραφου του 19ου αιώνα γραμμένο από τον Συκιώτη παπά Γεώργιο Ριματισόπουλο, που εξιστορεί τα βάσανα και τις ιστορίες της περιοχής. Η ορθογραφία είναι του βιβλίου και αν υπάρχουν κάποια λάθη φταίει το ΟCR.
Η φωτογραφία είναι του Κ. Ζημέρη γύρω στα 1925 από μια σειρά φωτογραφιών που έχει τον τίτλο “Τύποι από τα περίχωρα του Βόλου”.

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized and tagged , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s