627. Το Χρονικό της Συκής (συνέχεια 3η) [1]

CaptureΠερίληψη προηγουμένων (διαβάστε τα ολόκληρα εδώ: http://tinyurl.com/qj8mkut και εδώ http://tinyurl.com/ldb3hv6): Για να γλυτώσουν από τους πειρατές κάπου στα μέσα του 18ου αιώνα οι κάτοικοι της Συκής αποφασίζουν να μεταναστεύσουν στην Σκιάθο. O Γιάννης Τσιργάνος και η γυναίκα του είναι οι μόνοι που αποφασίζουν να μην ακολουθήσουν. Το πλοίο με τους Συκιώτες καθώς ανοίγεται προς τη Σκιάθο βυθίζεται αύτανδρο. Ο Τσιργάνος και η γυναίκα του μένουν μόνοι στο έρημο χωριό. Μαζί με άλλους δύο ξαναφτιάχνουν το χωριό. Στα 1808 το χωριό γίνεται στόχος ληστών που καίνε τα σπίτια αφού τα ξαφρίσουν και σφάζουν όλα τα γιδοπρόβατα του χωριού. Όμως οι Συκιώτες ανασκουμπώνονται από αυτή τη συμφορά και ξαναρχίζουν από την αρχή. Μέχρι που έρχεται η ώρα της επανάστασης…
————–

Το Μάη του 1821 ξέσπασε ο ξεσηκωμός και στη θεσσαλική Μαγνησία. Ύστερ’ από τις πρώτες εντυπωσιακές ενέργειες των επαναστατών, έφτασε ο Μαχμούτ – πασάς Δράμαλης από τη Λάρισα οδηγώντας τρανό φουσσάτο, πεζούρα και καβάλλα. Οι επαναστάτες υποχώρησαv στο Τρίκερι. Ο Δράμαλης προχώρησε προς τα εκεί καίοντας κι αρπάζοντας. Οι Συκιώτες κατάλαβαν τί τους περιμένει. Παράτησαν το χωριό και συφάμελα τρύπωσαν σέ μια σπηλιά βορειανατολικά του Ποτοκιού, στο Α γ ρ ι μ έ λ ι σ σ ο . Το μέρος αυτό ήταν από τη φκιασιά του καλά προφυλαγμένο. Το στόμιό του έβλεπε στ’ άνατολικά. Κάτωθέ του έχασκε θεόρατος κι απάτητος γκρεμός και στη ρίζα του το κύμα έγλειφε τα βράχια. Εκεί χώθηκαν oι δυστυχισμένοι Συκιώτες παίρνοντας στην τρομάρα και τη βιάση τους ελάχιστες κουμπάνιες μαζί τους.

Σε λίγο έφτασε στη Συκή η ο Δράμαλης. Ο ίδιος έστησε τη σκηνή του στη θέση
Μ ά ε ι ρ α, στο συκοπερίβολο του Θανάση Χρίστου, ενώ οι ασκερλήδες του σκόρπισαν στα σπίτια και τις ρούγες του έρημου χωριού. Έκαψαν τρία αρχοvτικά και ξεγύμνωσαν κυριολεχτικά τα υπόλοιπα. Μαθαίνοντας ο πασάς το καταφύγι των Συκιωτών, έστειλε ένα μπουλούκι και τους έκλεισε από στεριάς. Τρία μερόνυχτα έμειναν εκεί και δεν έλεγαν να παραδοθούν. Οι πολιορκητές τους καλούσαν κάθε τόσο να βγουν και να προσκυνήσουν άφοβα. Οι κλεισμένοι σκέφτηκαν και ξανασκέφτηκαν το πράμα. Ήξεραν πως το ψωμί και το νερό τους σώθηκε και πως, μνήσκοντας εκεί, θάνατος φριχτός τους περίμενε από την πείνα και τη δίψα. Απ’ την άλλη, ήταν τόση ή τρομάρα κι φρίξη πούνιωθαν απ’ τους τούρκους, ώστε και την παράδοση δεν την αποτολμούσαν. Στα στερνά αποφάσισαν το συμβιβασμό.

Ποιος ωστόσο να παρουσιαστή στον πασά και να κουβεντιάση την παράδοση; Δέχτηκε να βγή ο Ευστάθιος Ριματισόπουλος, εγγονός του γνωστού μας Νικόλα Ασπροποταμίτη και πατέρας του χρονογράφου. Αυτός ήξερε καλά τα τούρκικα. Τον ακολούθησε και κάποιος άλλος• Σπύρο τον έλεγαν. Παρουσιάστηκαν στον πασά, γονάτισαν μπροστά του και ζήτησαν το έλεός του. « … όστις φιλάνθρωπος ων δεν άργησεν να συλλυπηθή την συμφοράν των δύστυχων Συκεωτών, τωv οποίων έδωκεν την άδειαν να εξέλθωσι του σπηλαίου, αφήσας (ο πασιάς) και αρκετήv τροφήν δι’ αυτούς» — όπως λέει το χρονικό.

Από εκεί ο Δράμαλης σήκωσε τ’ ασκέρι του και πήγε στην Αργαλαστή. Οι αργαλαστιώτες ωστόσο είχαν έγκαιρα μεταφερθή όλοι στο Τρίκερι μαζί με τα κινητά τους πράματα. Βρίσκοντας έρημο το χωριό ο πασάς ξαναγύρισε στα Λεχώνια. Εδώ όvτας έκραξε τον Ευστάθιο Ριματισόπουλο κι άλλους Συκιώτες και τούς έκανε αυστηρές συστάσεις. Να μείνουv στα σπίτια τους φρόνιμοι και να κοιτάξουν τίς δουλειές τους. Και vα του φέρουν σα σημάδι υποταγής είκοσιν οκάδες μετάξι και πέντε χιλιάδες γρόσια. Απ’ αυτά οι Συκιώτες έδωσαν μονάχα
τρεις χιλιάδες γρόσια. Για ν’ ασφαλιστούν περισσότερο ο Δράμαλης τους εφοδίασε και μ’ ένα μπουγιουρντί αμνηστεία). Τις υπόλοιπες δυο χιλιάδες γρόσια και το μετάξι τα γλύτωσαν οι Συκιώτες «διότι ο πασιάς δια διαταγής ανωτέρας, μετέβη εις την Ελλάδα να προσβάλη τους ανδρείους Έλληνας, άλλ’ έδωκεν τα κώλα εις τα ενδότερα της Ελλάδος συv τοις στρατεύμασί του».

Δεν είχε κλείσει ο χρόνος που είχαν κάπως ησυχάσει και ξεθαρρέψει οι Συκιώτιες, όταv πλάκωσε στη Μαγνησία ένας άλλος διοικητής, ο Αλιό-πασάς. Εγκαταστάθηκε κι αυτός στα Λεχώνια. Μόλις έμαθαν οι Συκιώτες τον ερχομό του, έστειλαν τους κοτζαμπάσηδες του χωριού γερο-Μανόλη και γερο-Διονύση να τον προσκυνήσουν και να ζητήσουν να επικυρώση και ν’ αναγνωρίση κι αυτός το μπουγιουρντί του Δράμαλη.

Ο Αλιό-πασας δέχτηκε τους πρωτόγερους καλομίλητα και γλυκά. Τους περιποιήθηκε με μια υποκριτική ευγένεια και τους είπε – όπως γράφει το χρονικό « Κύριοι κοτσιαμπασήδες της Συκης γνωρίσατε καλώς, ότι εγώ ήλθα να ειρηνεύσω τον κόσμον, διότι τοιούτον είναι το θέλημα του κυρίου μου. Σεις δε οι κοτσιαμπασήδες πρέπει να πηγαίνετε εις το χωρίον σας και αμέσως να συνάξετε εντός του χωρίου όλους, μικρούς τε και μεγάλους, άνδρας και γυναίκας και πάντα
τα κινητά σας πράγματα, επειδή ο στρατός μου μέλει να περιέλθη όλα τα χωρία. και όσοι άνθρωποι ευρεθώσι έξω των χωρίων σας ή πράγματα, θα τα πάρουν οι στρατιώται μου, τους δε ανθρώπους θα τους εννοήσωμεν ως κλέπτας και θα τους κόψωμεν όλους. Προσέχετε λοιπόν να μην αφήσετέ τι να εξέλθη του χωρίου, διότι θα πάθουν και θα τους έχετε εις τον λαιμόν σας. Και δια περισσοτέραν ασφάλειάν
σας, ιδού επικυρώνω κάγώ το έγγραφον του Μαχμούτ πασιά, και αναγνωρίζω την υποταγήν σας, ραϊλίκι σας. και πηγαίνετε να κοιτάξετε την δουλειά σας και μην φοβείσθε παντελώς. Πάρετε και μερικην τροφήv να δώσετε εις τους πτωχούς και ησυχάσατε».

Έτσι αποκοίμισε και τους Συκιώτες όπως και τους άλλους πηλιορείτες. Ο Αλιό-πασάς ήταν πετρόκαρδος και κρυφονούσης. ‘Ύπουλος σαν το τσακάλι. «Αιμοβόρον και θηριωδέστατον» τον λέει ο χρονογράφος. Μπροστά του ο Δράμαλης φαινόταν άγιος.

Στις 2 του Μάη του 1822 [ΣΗΜ πρέπει να είναι 1823], μέρα Δευτέρα, βγήκε ο πασάς παγάνα v’ άφανίση τα χωριά. Πρωί-πρωί μπήκε στη Μπιστινίκα και την έκαψε. Το μεσημέρι έφτασε στη Συκή. Αλαλητό των ασκερλήδων, ποδοβολητό των αλόγωv, βλαστήμιες και φωνές. Γιόμισαν οι ρούγες από αγριόθωρες φάτσες και σαρίκια. Μάζεψαν όλους τους χωρικούς, άντρες, γυναίκες και παιδιά, στην εκκλησιά και τους έζωσαν φυλάγοντάς τους. Άλλοι στρατιώτες ξεχύθηκαν στα σπίτια και τα λεηλάτησαν. Ήταν τόση η αρπαχτική τους μανία που δεv άφησαν τίποτε. “… έλαβον οι αχρείοι οθωμαvοί όλα των τα υπάρχοντα, όχι μόνον τα άξια λόγου πράγματα, αλλά και τα πλέον ευτελέστερα πράγματα επήραν oι ασεβέστατοι, καθώς πυροστίας, ξύστρας κλπ.»

Μια κόλαση φρίκης είχε απλωθή σ’ όλο το χωριό. Οι μαζωμένοι φώναζαν γοερά• τα παιδιά έκλαιγαv- οι γυναίκες λιποθυμούσαν. Κι οι τουρκαλάδες τους χτυπούσαν με τα κοντάκια των καριοφιλιώv και τους κλωτσούσαν ασυμπόνετα.

Μέσα στο σπίτι του χρονογράφου – ο πατέρας του έλειπε απ’ το χωριό – γίνηκε μια άλλη τραγική σκηνή. Μια από τις αδερφάδες του η ‘Ελένη, μαζί με τέσσερις άλλες γειτόνισσες κι ένα μικρό παιδί, δε. βγήκαν να πάνε στη σύναξη. Κρύφτηκαν μέσα σέ μια τεράστια κάδη. Από κει μέσα, πεθαμένες σχεδόν, άκουαν το κακό που γινόταν έξω στο χωριό. Μια – δυο φορές μπήκαν τούρκοι μέσα στο σπίτι για να πλιατσικολογήσουν, και προσπάθησαν ν’ αναποδογυρίσουν η]ν κάδη. Δεν το κατάφεραν. Και καθώς ήσαν βιαστικοί την παράτησαν: « … ή πρόνοια του ‘Υψίστου δεν άφησεv, ώστε vα φανώσι αl αθώαι εκείναι εξ ψυχαί, αι οποίαι από τον μέγαν φόβον όπου συvέλαβον ήτον σχεδον νενεκρωμέναι … »

Αφού τέλειωσε η λεηλασία, άρχισε ή μεγαλύτερη συμφορά. Οι τούρκοι μοίρασαν μεταξύ τους τους Συκιώτες και τούς πήραν σκλάβους. Σαν τα πρόβατα τους ξεχώριζαν και τούς ξεδιάλεγαν ανάλογα με την ηλικία τους, τη σωματική τους διάπλαση, την ομορφιά τους. Όσο καλύτεροι ήσαν τόσο μεγαλύτερη τιμή θα είχαv όταν θα τους πουλούσαν. Μέσα σ’ άνείπωτες σκηνές αλλοφροσύνης αποχωρίζονταν δικοί και συγγενείς. Κλωτσιούνταν τα παιδιά για ν’ αφήσουν τα χέρια του πατέρα πoυ τα κρατούσαν μ’ απόγνωση, σέρνονταν απ’ τις κοτσίδες των κοπέλλες και κοπελλούδες για να ξεκολλήσουν από τον κόρφο της μάνvας: « Τότε λοιποv εξέβαλον τους υπό την διατήρησίν των (=φρούρηση) Συκιώτας, και τούς εμοίραζον ανάμεσόv τους, φευ, ως κτήνη. Φρικτόν θέαμα! Τότε εχωρίζετο πατήρ από τα τέκνα του και η μήτηρ ομοίως, αδελφός απ’ αδελφού και φίλος από φίλον, γυνή από τον άνδρα της και άvήρ από την σύζυγόv του! Μέγας θρήνος έγινε την
ημέραν εκείνην … Φρίξον ήλιε! Στέναξον, στέναξοv η γη! … »

Τριακόσιες είκοσι τέσσερις ψυχές σκλαβώθηκαν και είκοσι τρεις σκοτώθηκαν. από την οικογένεια του Εύστάθιου Ριματισόπουλου αιχμαλωτίσθηκε η γυναίκα του Περιστέρα, τ’ Αγόρια Δημήτρης και Παρίσης και τρία κορίτσια: Αλεξάντρα, Τριανταφυλλιά και Μαριγώ. Ο πατέρας ήταν στρατιώτης. Δέκαρχος στο σώμα του εκατόvταρχου Καραπαρίση. Εκείνη τη μαύρη μέρα βρισκόταv στη Μιλίνα.

Αφού τέλειωσε ή μοιρασιά, τους σαλάγησαν μπροστά σάν κοπάδι oι Τουρκοι και τράβηξαν για την Αργαλαστή. Και για ν’ αποσώση ο χαλασμός, η οπισθοφυλακή τους έβαλε φωτιά στα σπίτια του χωριού. Οι φλόγες έγλειφαν τα πάντα. Μαύρος καπνός υψωνόταν και το θλιβερό μοιρολόϊ του κοπαδιού των σκλάβων αναέριζε κι απλωνόταν στις πλαγιές.

Στο δρόμο που τούς πήγαιναν, είκοσι τρείς νομάτοι, πες οι πιο θαρραλέοι, πες οι πιο απελπισμένοι, ρίχτηκαν στα ρουμάνια και στις ρεματιές και γλύτωσαν. Με την ψυχή στα δόντια έφτασαv στο χωριό. Σίμωσαν στα σπίτια τους και προσπαθούσαν vα σβήσουν τη φωτιά. Τα περισσότερα ωστόσο είχαν σωριαστεί σε μαύρα αποκαΐδια.

Στερνός – στερνός δραπέτεψε στη θέση Ξ υ γ κ ά ο Νικολής Γεωργίου Κουτσίκου. Πιλάλησε κι αυτός για το χωριό. Ήρθε και σταμάτησε πάνω από το μοναστήρι του Πρόδρομου στο μέρος που το λένε Τ ρ ε ί ς Σ υ κ ι έ ς. Πάνω σ’ αυτό το λοφάκι πήρε αvάσα κι αγνάντευε έvα γύρo μην ξέροντας τί να κάνη. Τα πόδια του έτρεμαν• η καρδιά του ήταν μαύρη. Εκεί που βίγλιζε σαστισμένος, βλέπει ξάφνου νάρχεται από το δρόμο της Αργαλαστής έvα τούρκικο μπουλούκι. Δρόμισε ακράτητος για το χωριό. Στάθηκε κατάκορφα στη Θέση Τ ρ α ν ή Π έ τ ρ α και φώναξε μ’ όση δύναμη του είχε απομείνει:

«Όποιος είναι μέσα εις το χωρίον, ογλήγορα vα φύγη διότι έρχετ’ ασκέρι και θα τον πιάσουν». Και συνεχίζει το χρονικό «Τούτο το επανέλαβε τρις δια να λάβουν την είδησιν οι ευρισκόμενοι. Αιωνία, αιωνία, αιωνία η μνήμη του! Αν αυτόv τον μακαρίτην δεv ήθελε η θεία πρόνοια τον φωτίσει και δώσει τηv είδησιv εις τους μείvαντας να φύγουν, βέβαια ουδέ μία ψυχη δεv ήθελε γλυτώσει».

Όσοι βρίσκονταν στο χωριό, κρυμμένοι και δραπέτες, σκόρπισαν στα πλάγια. Άρχισε να βραδιάζη. Έπεσε η νύχτα κι έκρυψε στα μαύρα της φτερά τους άμοιρους Συκιώτες. « … έσπευσαν απνευστί ίνα φύγωσι και κρυφθώσι. Μόλις λοιπόν και μετά βίας ημπόρεσαv να γλυτώσουν την ζωήν τους. “Αν όμως ήθελε είναι ημέρα ακόμη, βέβαια δεν ήθελε γλυτώσει ούδ’ ένας. Άλλ’ έπειδη και έφθασεν η νύξ, βοήθησε τα μέγιστα τους δυστυχείς Συκεώτας εις το να κρυφθώσι…»

Οι τούρκοι τους είδαν που πήραν τις πλαγιές και ρίχτηκαν καταπόδι τους. ‘Έφτασαν στ’ ακρογιάλι. Μπροστά ή θάλασσα και πίσω τους η τούρκικη παγάνα: « … δεν έμεινεν άλλη ελπίς ειμή η εξ ύψους βοήθεια. Όθεν δεν άργησεν ή θεία πρόvοια να σκεπάση εκείνα τα απελπισμέvα και απολωλότα πλάσματα με το κάλυμμα της ευλογημένης νυκτός, ήτις ως άλλη μήτηρ εσκέπασε τα τέκνα της, βοώσα μεγάλως κατά της αδικωτάτου πράξεως τωv απίστων και αθέων οθωμανών».

Χολομανώντας και βράζοντας απ’ το κακό τους οι τούρκοι ξαναγύρισαν στο χωριό. Εκεί έμειναν αυτή τη νύχτα. Και το πρωί, πριν φύγουν, έβαναν φωτιά και στα υπόλοιπα σπίτια, στην εκκλησιά του Αη-Γιώργη και στο μοναστήρι του Πρόδρομου, πούχαν γλυτώσει από το δαυλί τής περασμένης ήμέρας: « … ώστε δεν έμειvε λίθος επί λίθου» – όπως σημειώνει ο χρονογράφος.

Δυο – τρεις μέρες πλανιόvταν oι Συκιώτες στα λογγάρια νηστικοί και ξεσχισμένοι. Που να πάνε; ο Αλιό-πασάς με τ’ ασκέρια του περίτρεχε όλα τα χωριά καίοvτας και σκλαβώνοντας. Την ίδια τύχη είχε και το Μετόχι. Όσο για το Προμίρι εκεί ο χαλασμός ξεπερνάει κάθε περιγραφή. Στο μεταξύ τoυς ξαναπήρε μυρουδιά η παγάνα. Οι Συκιώτες δεν ήξεραν που vα παv. Πάνω στην απόγνωσή τους, θυμήθηκαν μια κρυψώνα. Υπάρχει σ’ ένα γκρεμό στην ακρογιαλιά μια σπηλιά. Στου Ά ρ ά π η τη λένε. Βρίσκεται νοτιοδυτικα του Σ φ έ ρ τα ι, δυο λεπτά από τη θάλασσα. Από στεριάς είναι απάτητη• μόνο από τη μεριά της θάλασσας μπορεί να πλησιάση κανείς. Εκεί τρύπωσαν. Οι τούρκοι τους βρήκαν με τα πολλά. Τους φώναξαν να παραδοθουν. Εκείνοι άρνήθηκαν. Τι είχαν τάχα να ελπίσουν από τα λυσσασμένα εκείνα θεριά; Κι αν γλύτωναν το μαχαίρι, τους περίμενε το σκλαβοπάζαρο. Ούτε λόγος λοιπόν για συμβιβασμο. Ήταν δειλινό. Ένας αράπης απ’ το τούρκικο ασκέρι, ξεφρενιασμένος κι απόκοτος, φώναζε και φοβέριζε. Σε μια στιγμή, μέ το μαχαίρι στα δόντια, σκαρφάλωσε στα βράχια κι ανέβαινε στη σπηλιά.

– “Όλους δεμένους θα σας τους κατεβάσω κάτω τους γκιαούρηδες! – έκραζε.

Μα μόλις ωστόσο πρόβαλε το πισσόχριστο μούτρο του στο στόμιο της σπηλιάς, ο γέρο – Αναγνώστης, πατέρας του Νικόλα και του Ζαχαρού, του άστραψε μια με το καριοφίλι του. Στριφογύρισε πάνω στο βράχο ο σκυλάραπας μ’ ένα – δυο τιναγματα και κατρακύλησε στο γκρεμό. Κάτωθε τον περίμενε χάσκοντας το κύμα. Βλέποντας τούτα οι άλλοι τούρκοι έφυγαν. Η νύχτα κοντοσίμωνε.

Αργά και με χίλιες προφυλάξεις βγήκαν κι οι Συκιώτες. Εδώ τριγύρω δεv ήταv βολετό πια να σταθούν. Τράβηξαν και κρύφτηκαν στην περιοχή του Νιοχωριού.

Τα χωριά Νιοχώρι, και Νιάου δεν έπαθαν τίποτε σχεδόν μέσα σ’ αυτή την αναμπουμπούλα. Αυτά τα όριζαv oι σ π α χ η δε ς. Οι σπαχήδες ήσαv μικροί φεουδάρχες της οθωμανικής αυτοκρατορίας που τους δίνονταν από το κράτος ένα ή δυο χωριά. Η γη καθώς κι οι καλλιεργητές αποτελούσαν ιδιοχτησία τους και έπερναν μισακά τα προϊόντα. Κοντά στ’ άλλα οι σπαχήδες ήσαν στην περιφέρειά τους και τα φορολογικά όργανα του Σουλτάνου.

Πάνω στο φούντωμα του ξεσηκωμού ο πασάς είχε μεταφέρει τους Νιοχωρίτες συφάμελα στην Αργαλαστή. ‘Οταν όμως πήγαν οι σπαχήδες στον πασά και τούδειξαν τα σουλτανικά χαρτιά της κατοχής του χωριού, τότε ο πασάς πρόσταξε τον επαναπατρισμό τους. Μόνο δυο-τρεις Νιοχωρίτες σκοτώθηκαν. Έστειλε ωστόσο ένα ταγματάρχη του μέ πεντακόσιους στρατιώτες να μένη στο Νιοχώρι.

======

ΣΗΜ. Η εικόνα είναι από λιθανάγλυφο της Μονής Τιμίου Προδρόμου Συκής από το http://imd.gr/site/catalog/poi/20/162.

[1] Κεφάλαιο 5ο και 6ο από το “Χρονικό της Συκής” Βαγγέλη Σκουβαρά, Βόλος 1959. Περιέχει την απόδοση ενός χειρόγραφου του 19ου αιώνα γραμμένο από τον Συκιώτη παπά Γεώργιο Ριματισόπουλο, που εξιστορεί τα βάσανα και τις ιστορίες της περιοχής. Η ορθογραφία είναι του βιβλίου και αν υπάρχουν κάποια επιπλέον λάθη φταίει το ΟCR.

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized and tagged , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s