658. Το χρονικό της Συκής (συνέχεια 4η) [1]

X-XXX-Neohorion-B-ED
Περίληψη προηγουμένων (διαβάστε τα ολόκληρα εδώ: http://tinyurl.com/qj8mkut εδώ http://tinyurl.com/ldb3hv6 και εδώ http://tinyurl.com/lsddgo3 ): Για να γλυτώσουν από τους πειρατές κάπου στα μέσα του 18ου αιώνα οι κάτοικοι της Συκής αποφασίζουν να μεταναστεύσουν στην Σκιάθο. O Γιάννης Τσιργάνος και η γυναίκα του είναι οι μόνοι που αποφασίζουν να μην ακολουθήσουν. Το πλοίο με τους Συκιώτες καθώς ανοίγεται προς τη Σκιάθο βυθίζεται αύτανδρο. Ο Τσιργάνος και η γυναίκα του μένουν μόνοι στο έρημο χωριό. Μαζί με άλλους δύο ξαναφτιάχνουν το χωριό. Στα 1808 το χωριό γίνεται στόχος ληστών που καίνε τα σπίτια αφού τα ξαφρίσουν και σφάζουν όλα τα γιδοπρόβατα του χωριού. Όμως οι Συκιώτες ανασκουμπώνονται από αυτή τη συμφορά και ξαναρχίζουν από την αρχή. Μέχρι που έρχεται η ώρα της επανάστασης. Μετά τις πρώτες επιτυχίες των επαναστατών φτάνει ο Δράμαλης από τη Λάρισα οδηγώντας τρανό φουσάτο, με πεζούς και καβαλάρηδες. Πολιορκεί την Συκή. Με διπλωματία οι Συκιώτες γλυτώνουν αλλά πληρώνουν και αρκετά χρήματα ως σημάδι υποταγής.  Ο Δράμαλης όμως αντικαθίσταται από τον «αιμοβόρον και θηριωδέστατον»  Αλιόπασα, ο οποίος στις 22 Μαΐου 1822 σφάζει και λεηλατεί την περιοχή και την Συκή. Οι συκιώτες είναι τώρα σκορπισμένοι και φοβισμένοι.
———————————

Ο Ευστάθιος Ριματισόπουλος έμαθε το χαλασμό του χωριού του στο Τρίκερι. Εκεί είχε άποτραβιχτή o επαναστατικός στρατός μετά την κατάληψη της Μιλίνας απ’ τους τούρκους. Μπαίνει σέ μια βάρκα με δυο – τρείς φίλους του και γιαλό – γιαλό φτάνει στο συκιώτικο ακρογιάλι. Έψαχνε στις αχτές να βρη κανένα Συκιώτη για να μάθη τίποτε για τη φαμίλια του. Ξελαρυγγιάστηκαν να χουγιάζουν στα βράχια και στις ρεματιές. Έφτασαν στη θέση Σ ύ ρ τα απέναντι στη Σ φ έ ρ τ η πάντα φωνάζοντας. Ξετρύπωσαν μέσα από τα χαμόκλαδα μερικοί Συκιώτες. Ο γαμπρός του Δημήτρης με τη γυναίκα του Ελένη, ο Δημήτρης Χατζόπουλος, ο Νικολός Αλαμάνας, ο Γεώργιος του Μανόλη, ο Γιάννης Κρόκος, ο θείος του χρονογράφου Ζαχαρίας και μερικοί άλλοι ακόμα.

Εκεί στην ακρογιαλιά καθισμένοι ανιστόρησαν την τραγωδία της Συκής και το σκλαβωμό των δικών τους, με καρδιά συντριμμένη, άκουσε ο Ριματισόπουλος τη μαύρη τύχη της φαμίλιας του. Έκλαψε πολλή ώρα εκεί στην αμμουδιά ακουμπισμένος κι αρμυρά τα δάκρυά του έσμιγαν με το ολάρμυρο κύμα. Οι άλλοι τον συντρόφευαν στη θλίψη του, σιγοκλαίοντας ο καθένας για τους δικούς του. Όλους τους είχε αγγίξει η συμφορά με τη μαύρη φτερούγα της. Τέλος ο Ευστάθιος, αφού ξεθύμανε με το κλάμα, ξαναβρήκε τον εαυτό του. Πολεμιστής ήταν. Μίλησε στους συντρόφους του, μ’ αυτά τα λόγια – αντιγράφω το Χρονικό:
«Ω αδελφοί μου! Δεν πρέπει, να νομίζωμεν τους τούρκους ανδρειωμένους και σιδηρένιους και ωσάν θηριά, και από τον φόβον μας να τρέχωμεν να πνιγώμεν, αλλά πρέπει να σταθώμεν ανδρειωμένα να εξαγοράσωμεν και να εκδικηθώμεν τουλάχιστον τα τέκνα μας. Διότι και αυτοί οι τούρκοι σώμα έχουν καθώς και ημείς.  Διατί λοιπόν να τους φοβώμεθα τόσον; Δεν είναι εντροπή μας να βλέπωμεν 5-10 τούρκους και να τρέχωμεν εις τον κρημνόν; Και σεις κρέας έχετε αλλά και ο τούρκος ομοίως. Δια ποίον λοιπόν λόγον ελάβαμεν τόσον φόβον;  Άλλο, φίλοι μου, δεν είναι το αίτιον του τόσου φόβου αλλά η απειρία μας, διότι όντες ημείς άπειροι της πολεμικής τέχνης φοβούμεθα τόσον τους τούρκους. Όσον το κατ’ εμέ όμως είμαι αποφασισμένος να χύσω και την υστερινήν ρανίδα του αίματός μου. Τι την θέλω τοιαύτην ζωήν;  Ας λείπει. ‘Ή θα έκδικηθώ την σύζυγον μου και τα τέκνα μου ή ας αποθάνω κι εγώ. Όθεν όποιος είναι άνδρας ας μ’ άκολουθήση ίνα έκδικηθώμεν το αίμα των εδικών μας!»

Υστερ’ απ’ αυτά ξεθάρρεψαν κάπως οι κατατρομαγμένοι εκείνοι ραγιάδες.  Αποφάσισαν λοιπόν να βγουν στο κλαρί. Καλύτερη η βασανισμένη κι επικίνδυνη ζωή του κλαρίτη από τη ζωή του κιοτή, που σειούνται τα φύλλα των δέντρων και σύγκαιρα σειούνται και τα φυλλοκάρδια του. Η βάρκα έφυγε ξανά για το Τρίκερι αφήνοντάς τους άρματα και λίγες κουμπάνιες.  Ανέβηκαν με προφύλαξη στο έρημο χωριό.  Υστερ’ από δυο – τρείς μέρες είχαν το πρώτο τους τράκο με τους τούρκους.  Ένα μπουλούκι από είκοσι τούρκους καβαλάρηδες κάλπαζε προς τη Συκή. Κρυμμένοι οι δώδεκα Συκιώτες λίγο πιο έξω απ’ το χωριό στη θέση Κ ο ν τ ό ρ ε μ α, τους ρίχτηκαν μ’ αποκοτιά. Ντουφέκισαν τ’ άλογά τους. Γκρεμίστηκαν λαβωμένα τ’ άτια, ενώ οι τούρκοι αναβάτες τους σαστισμένοι λάκησαν προς το σύδεντρο και γίνηκαν καπνός. Οι Συκιώτες γύμνωσαν τ’ άλογα από το φορτίο τους. Όπλα και πολεμοφόδια. Από τότε δεν ξαναπάτησε τούρκος στη Συκή.

Ξεθάρρεψαν κι οι Συκιώτες. Μαζεύτηκαν ένα μπουλούκι γύρω στα είκοσι ντουφέκια.  Άλλοτε δέκα οχτώ άλλοτε είκοσι δύο. Καπετάνιος τους ο Ριματισόπουλος. Πήγαν και λημέριασαν στη θέση Π α λ ι ό  ρ ο γ γ ο προς τα σύνορα τής Νιάου. Υπήρχε εκεί μια μονάχα βρύση και παραπάνω ένα πετράλωνο. Εκεί λημέριασαν. Σέ μέρος συχνοπάτητο μιας κι ανταμώνονται oι δρόμοι τέσσερων χωριών. Tης Συκής, της Αργαλαστής, του Νιόχωριου και της Νιάου.
Πολύ γρήγορα πήραν τον αέρα του κλεφτοπόλεμου κι έγιναν ξεφτέρια στις ενέδρες. Τα τούρκικα διαβατικά αποσπάσματα ήσαν συχνά. Κατευθύνονταν προς την Αργαλαστή ή στο Τρίκερι. Εκεί βρισκόταν όλο το τούρκικο στράτευμα και πολεμούσε με τις επαναστατικές δυνάμεις του Γκιαουρ-Καρά-πασιά – όπως έλεγαν οι τούρκοι τον αρχηγό των ελληνικών μπουλουκιών Τσάμη Καρατάσο. Οι μικρές ομάδες πάθαιναν θραύση από τους Συκιώτες. Μια μέρα αιφνιδίασαν και σκόρπισαν ένα απόσπασμα από εκατό περίπου τούρκους. Σκότωσαν εφτά και αιχμαλώτισαν πέντε. Τον ένα αιχμάλωτο τον έσφαξε με το χέρι του βάρβαρα ο ίδιος ο Ευστάθιος Ρηματισόπουλος – «καθ’ ον τρόπον σφάζουσι τα πρόβατα» γράφει το χρονικό – και τους άλλους τέσσερις τούς έδεσαν χειροπόδαρα και τους έκαψαν στη φωτιά ζωντανούς.  Πράξη σκληρή που προσπαθεί να τη δικαιολογίση ο χρονογράφος:

«Επ’ αληθείας σκληρά είναι αυτή η πράξις, τo νά σφάξη τις και να κάψη ζώντας. Αλλ’ αν στοχασθή τινάς την πράξιν ην έκαμον οι τούρκοι κατά τών 370 ψυχών της Συκής, ευθύς χωρίς  την μικράν αμφιβολίαν θα αθωώση τον πατέρα μου και τους υπο την οδηγίαν του ανδρείους Συκεώτας, διατί έπραξαν απανθρώπως. Πολλάκις ο μακαρίτης μοί έδιηγείτο οτι, οσάκις ενεθυμείτο την μητέρα μου, τους αδελφούς μου, και εν γένη τους συγγενείς και χωριανούς του, τους οποίους είχον αιχμαλωτίσει και φονεύσει οι τούρκοι, εφλογίζετο υπερβαλλόντως και έπνεε μεγίστην εκδίκησιν κατά των οθωμανών. Και δικαίως. Διότι όστις είναι πατήρ και πάθει τα όμοια εκεινών τότε θα ευνοήση».
Σε μεγάλη ανησυχία μπήκαν οι τουρκοι ύστερ’ απ’ αυτά. Ήσαν τόσες oι απώλειές τους, λίγες μα συχνές, που πίστευαν ότι oι κλέφτες που παρουσιάζονταν στο δρόμο προς την Αργαλαστή θα ξεπερνουσαν σίγουρα τους εκατόν πενήντα. Γι’ αυτό εφάρμοσαν κι αυτοί άλλη ταχτική. Πρώτα – πρώτα οι αποστολές τους γίνονταν μεγάλες σ’ αριθμό. Και το σπουδαιότερο. ‘Έπαιρναν μαζί τους Νιοχωρίτες, τους ανακάτευαν με τους τούρκους, έτσι που να διστάζουν οι Συκιώτες να τους χτυπούν, από φόβο μη σκοτώσουν και ρωμιούς μαζί.
Οι Συκιώτες ωστόσο ζύγιαζαν τις επιθέσεις τους. ‘Όταν έβλεπαν να περνά μεγάλο ασκέρι, λούφαζαν. Ρίχνονταν μονάχα στους λιγοστούς. Και πάντα βρίσκονταν και τέτοιες ομάδες.  Ήσαν εκείνοι που έρχονταν ίσια από τη Λάρισα και δέν ήξεραν τίποτε για τον θάνατο που παραμόνευε εκεί τριγύρω στο Παλιόρογγο. Κάποτε μια τέτοια ομάδα από εφτά νομάτους ξεπατώθηκε ολάκερη. Στη σύγκρουση μάλιστα αυτή ο Συκιώτης Κωνσταντής Χρίστου Ξαγάνης σκότωσε ένα τουρκο με μια κοτρώνα, που του τη σφεντόνισε κατακούτελα.
Στο μεταξύ ο πόλεμος συνεχιζόταν. Η αντίσταση βέβαια είχε λυγίσει σ’ όλα τα πηλιορείτικα χωριά, μα στο Τρίκερι τα επαναστατικά στρατεύματα βαστούσαν ακόμα. Οι καπεταναίοι Καρατάσος, Αγγελής Γάτζος, Μήτρος Λιακόπουλος, Μήτρος Μπασδέκης, όχι μονάχα δεν παραδίνονταν, μα πολεμούσαν με πείσμα. Σέ πολλές μάχες οι απώλειες των τούρκων σέ σκοτωμένους, λαβωμένους, αιχμάλωτους και πολεμοφόδια η σαν σημαντικές.

Ο Aλιό-πασάς είχε κυριολεχτικά λυσσάξει. Στάλθηκε για να υποτάξη τη Θεσσαλομαγνησία και δεν τόχε καταφέρει. Η βραχόσπαρτη άκρη της, το Τρίκερι, έμενε ανυπόταχτη. Τη στεριανή της πλευρά την κρατούσαν πηλιορείτες, μακεδόνες και κασσαντρινοί επαναστάτες. Απ’ τη μεριά τής θάλασσας ήταν δύσκολο να πατηθή. Ο Αλιό–πασάς δεν είχε στόλο στη διάθεσή του. Ο Σουλτάνος στην Πόλη περίμενε αποτέλεσμα κι ο Αλιό-πασάς περνούσε τον καιρό του με το φόβο της ενοχής και το βραχνά της τιμωρίας. Όλη η μανία του ξεσπούσε στα πηλιορείτ.κα χωριά και στ’ ανυπεράσπιστα γυναικόπαιδά τους. Στο χέρι του ήταν να καίη, να σφάζη και να σκλαβώνη. Είχε πάρει μια τρομερή απόφαση: Να ξεκληρίση όλον τον πηλιορείτικο πληθυσμό. Μα δεν πρόφτασε.

Μια νύχτα ένα μπουλούκι του Καρατάσου ρίχτηκε ξαφνικά πάνω στο λόφο της Γατζέας, πού είχε στρατοπεδέψει ο πασάς. Με ξεγυμνωμένα τα σπαθιά οι κλέφτες χύθηκαν μέσα στις σκηνές αλαλάζοντας και σφάζοντας. Ηταν ένα από τα πιο παράτολμα ρεσάλτα που έγιναν στην διάρκεια του πηλιορείτικου ξεσηκωμού.  Αρκετοί τούρκοι σφάχτηκαν κι ο ίδιος ο Αλιά – πασάς δέχτηκε δυο – τρεις σπαθιές. Βαριά λαβωμένο τον κουβάλησαν το πρωί στο Κάστρο του Γόλου. Εκεί πέθανε.

«Ο δε αιμοβόρος και των θηρίων ανημερώτερος Αλιόπασας… ο Αλιτήριος … εις το κάστρον του Βώλου απέρριψε την μιαράν του και αχρειεστάτην ψυχήν.  Ούτος ο πασιάς, ως λέγεται, αν δεν ήθελε φονευθή, όλα τα είκοσι τέσσαρα χωρία του Βώλου ήθελε εξ αποφάσεως τα χαλάσει. Αλλ’ έφθασεν η οργή του θεού εις την μιαράν του κεφαλήν και εψόφησε χωρίς να βάλη εις πράξιν την απόφασίν του. Και ούτως ελευθερώθησαν τα δυστυχή 24 χωριά από τον αναπόφευκτον κίνδυνον».

Ο αντικαταστάτης του Κιουταχής ήταν το ίδιο αιμοβόρος μα πιο άξιος. Και τυχερός. Το χινόπωρο του 1823 το Τρίκερι παραδόθηκε στους τούρκους με συνθηκολόγηση. Ο ξεσηκωμός της Θεσσαλομαγνησίας πνίγηκε στο αίμα του. Στα χωριά κάπνιζαν ακόμα τα λιθοσώρια.

ΣΗΜ. Η εικόνα είναι του Στέφανου Στουρνάρα και δείχνει το Νεοχώρι (~1920)
.

[1] Κεφάλαιο 5ο και 6ο από το “Χρονικό της Συκής” Βαγγέλη Σκουβαρά, Βόλος 1959. Περιέχει την απόδοση ενός χειρόγραφου του 19ου αιώνα γραμμένο από τον Συκιώτη παπά Γεώργιο Ριματισόπουλο, που εξιστορεί τα βάσανα και τις ιστορίες της περιοχής. Η ορθογραφία είναι του βιβλίου και αν υπάρχουν κάποια επιπλέον λάθη φταίει το ΟCR.

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s