900. Οι λαθροανθρακείς της Μακρινίτσας

13524488_935241826601205_7497968704706174042_n[1]
Ο φίλος Άρης Π. ανέφερε σε μια άλλη συζήτηση το (λαθρ)εμπόριο κάρβουνου στην Μακρινίτσα, και θυμήθηκα το ενδιαφέρον αυτό κείμενο της Αποστολίας Νάνου-Σκοτεινιώτη από το βιβλίο της «Μακρινίτσα» (1977) που το παραθέτω. H φωτογραφία είναι του Δ. Λέτσιου.
———————————————–
Σήμερα οι λέξεις λαθρέμπορας και λαθρεμπόριο έχουν άλλη έννoiα και βαρύτητα και προκαλούν άλλου είδους αντιδράσεις και συναισθήματα. Κι αυτό γιατί τα είδη που εμπορεύονταν, αλλά και τα κίνητρα από τα οποία ξεκινούσαν οι λαθρέμποροι ήταν διαφορετικά ανάμεσα στις δυo εποχές, τη σημερινή και την παλιά… Οι λαθρέμποροι της Μακρινίτσας χωρίζονταν σε τρεις κατηγορίες. Στους λαθρέμπορους του κάρβουνου, του τσίπουρου και του καπνού… Πιστεύουμε … πως το βασικό κίνητρο ήταν η ανάγκη επιβίωσης των ίδιων και των οικογενειών τους. Καθώς δεν είχαν μάθει να κάνουν άλλη δουλειά και δεν είχαν άλλους πόρους, τι το πιο φυσικό από το να πάνε στο πλαϊνό δάσος, να κόψουν ξύλα να τα πουλήσουν για να ζήσουν…

Το παιγνίδι με τον κίνδυνο, καθώς το είχαν μάθει κάτω από τόσους αιώνες τούρκικης σκλαβιάς, τους έγινε συνήθεια και στην κατοπινή τους ζωή… ‘Αλλος λόγος ήταν η δυσκολία στους υπαίθριους πληθυσμούς να πειθαρχήσουν στους νόμους του σχετικά νεοσύστατου κράτους….

Οι πληροφορίες λένε, πως το δάσος της Μακρινίτσας κινδύνεψε να καταστραφεί εντελώς εκείνα τα χρόνια, κάτω από το τσεκούρι του λαθρέμπορα υλοτόμου που δεν λογάριαζε, ούτε άκουγε τίποτα.

Οι Μακριντζιώτες που ασχολούνταν με την λαθρουλοτομία, ήταν αρκετοί, πριν το 1938. Μετά το 1938 δόθηκαν άδειες, ορίστηκαν ζώνες ξυλεύσεως και το λαθρεμπόριο σταμάτησε. Ένας από τους πιο δυναμικούς αυτής της δουλειάς ήταν ο μπαρμπα Θωμάς Τσιρογιάννης 94 χρονών σήμερα (στα 1977) διηγείται:

“Δεν είχαμε άδειες, για να φτιάχνουμε κάρβουνα να ζήσουμε και καταφεύγαμε στα λαθραία. Απ΄ την μια ο Σαμσαρέλλος που ήθελε ένα μεγάλο μέρος από το δάσος δικό του, απ΄ την άλλη το δασαρχείο που απαγόρευε να κόβουμε ξύλα, μας στρίμωξαν και μας κυνηγούσαν από την δουλειά που μάθαμε από μικρά παιδιά. Εμείς όμως καρφί δεν δίναμε γι΄αυτές τις αποφάσεις και τις διαταγές. Το δάσος ήταν όπως ξέραμε από παλιά Μακρινιτσιώτικο και συνεχίζαμε την δουλειά μας μέσα σ΄αυτό, ακόμα και στα κρυφά.

Εγώ ήμουν σαΐνι σ΄αυτή τη δουλειά. Έχω κυνηγηθεί και δικαστεί για δεκατέσσερες αντιστάσεις κατά της αρχής… Μια φορά ξέφυγα μπροστά από τα μάτια τους με τις χειροπέδες στα χέρια και έφτασα πηδώντας και τρέχοντας στην «Κρύα Βρύση» έξω από τις Σταγιάτες, κι ούτε μπόρεσαν να με πιάσουν….

Ο αγώνας μας ήταν σκληρός και άγριος ιδίως από τα 1918 ως το ’28. Εγώ ξεκινώντας από την Κοπέλα [περιοχή της Μακρινίτσας] με τρία μουλάρια φορτωμένα κάρβουνα, βασιλεύοντας ο ήλιος, έφτανα στο Βόλο ξημερώματα. Όλη νύχτα δρόμο. Με τρία φορτώματα κάρβουνο από 3 και 30 δραχμές την οκά έπαιρνα 700 ως 800 δραχμές. Λεφτά γερά αλλά βγαλμένα με αίμα. Τα κάρβουνα ήταν είδος πρώτης ανάγκης, όπως σήμερα ο ηλεκτρισμός.
Άλλη φορά, είμασταν τρεις που κατεβάζαμε τα λαθραία κάρβουνα, πρίν τα χαράματα. Ο Αστυνομικός σταθμάρχης της Μακρινίτσας παραφύλαγε έξω από το χωριό σ΄ ένα πέρασμα, μα άκουσε και βγήκε μεσ’ στο σκοτάδι, με το πιστόλι να μας σημαδεύει. Μάλιστα για να μας κάνει να τα χάσουμε πυροβόλησε και χτύπησε ένα δικό μου μουλάρι στο πόδι κι αυτό έπεσε κάτω βογκώντας. Τότε μ’ ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Αρπάζω μια φορτωτήρα [ξύλο που καταλήγει σε διχάλα και βοηθάει στο φόρτωμα του ζώου] απ΄τ’ άλλο το μουλάρι, τον δίνω μία, τον αρπάζω από τα μαλλιά και τον γονατίζω κάτω. Εκείνος σάστισε, ζαλίστηκε και έτσι μπορέσαμε και φύγαμε….

¨Ενας άλλος λαθρουλοτόμος, ο Νίκος Μπουμπουζιώτης λέει:

Ο περισσότερος κόσμος παλιά, από την εκκλησία της Παναγίας και πάνω, έφτιαχνε ξύλα και κάρβουνα λαθραία. Ενώ κάτω από την Παναγία, οι άλλοι Μακρινιτσιώτες δούλευαν στα βυρσοδεψεία. Η ζωή μας ήταν σκληρή και δύσκολη. Κούραση, αγρυπνία, κυνηγητό, ντουφεκίδι, τσακωμοί,… Τα ξύλα και τα κάρβουνα όμως ήταν η δουλειά μας. Δεν ξέραμε άλλο τρόπο να ζήσουμε και παρόλο το κυνηγητό, συνεχίζαμε. Αυτό το καταλάβαιναν πολλοί δασικοί και αγροφύλακες που μας βοηθούσαν να ξεφύγουμε. Βέβαια και μεις δεν τους αφήναμε έτσι. Πολλοί δασικοί ενώ έρχονταν φτωχοί, με ένα παντελόνι, έφευγαν χαρτζιλοκωμένοι…
Τα καμίνια ήταν εκεί που γίνονταν τα κάρβουνα. Μεσ’ στο δάσος σ΄ένα ξέφωτο σκάβουν ένα μέρος 50-60 πόντους βάθος και πλάτος 1,5 τετράγωνο. Εκεί τοποθετούν τα ξύλα της οξιάς σε σειρές απανωτές. Κάτω τα λιανότερα, στην μέση τα χοντρά και πάνω πάλι λιανά. Στο πίσω μέρος του καμινιού αφήναν μια αστρέχα, ένα ελεύθερο σημείο, ένα άνοιγμα για να φεύγει ο καπνός. Όταν τελειώσει το καμίνιασμα, γίνεται μετά το κλάδιασμα, το σκέπασμα δηλαδή με κλαδιά οξιάς. Μετά ρίχνουν πάνω από τα κλαδιά ξερά φύλλα και ζήγρες [αγριόχορτα και φύλλα]. Και στο τέλος χώμα. Στο εμπρός μέρος αφήνουν στην αρχή ένα άνοιγμα, ένα μικρό φούρνο, ή πετρωσιά, για να ανάψει το καμίνι και μετά το κλείνουν κι αυτό. Όταν κλειστεί το καμίνι, αφήνεται για να ψηθούν τα ξύλα του μέσα σε ένα διάστημα από 5-7 ή 10 μέρες, ανάλογα με την ποσότητα των ξύλων. Εκεί μέσα δουλεύει ο ατμός και στεγνώνει το ξύλο που γίνεται σιγά σιγά κάρβουνο. Με 500-600 οκάδες ξύλα, γίνονται 120 οκάδες κάρβουνου. Η φύρα του ξύλου είναι μεγάλη.

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized and tagged , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s