919. Το όνειρο (Γιώργου Καφενταράκη)

13925221_964326540359400_5992731235834063950_n[1]
————-
(λίγες παραγράφοι από το βιβλίο του Γ. Καφενταράκη «Σε μια αυλή … της οδού Νικοτσάρα», 2009, με αυγουστιάτικα χαρακτηριστικά. Ο πίνακας είναι από το εξώφυλλο του βιβλίου και είναι της Δέσποινας Καφενταράκη – μου άρεσαν και το βιβλίο και η ζωγραφική του εξώφυλλου!)

“Μωρέ Ζέστη! Μουρμούρισε ο μπαρμπα Μανόλης, ο πλανόδιος ιχθυοπώλης της μεγάλης αυλής και έσφιξε στην αριστερή του μασχάλη το προσκέφαλο στην αριστερή του μασχάλη το προσκέφαλο του κρεβατιού του. Βγήκε έξω από το καμαράκι του και την μεγάλη αυλή και άρχισε να κατηφορίζει την οδό Νικοτσάρα, με κατεύθυνση προς την εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου.
Ήταν μια μεσαυγουστιάτικη, ζεστή και υγρή ημέρα και ο ιδρώτας γλιστρούσε γύρω από την λερή τραγιάσκα που ήταν μόνιμα φορεμένη στο κουρεμένο του κεφάλι.
-Διαβολεμένη ζέστη! Ξαναμουρμούρισε.
….
Κάτω από την δροσιά των πεύκων, αρκετοί κάτοικοι της περιοχής είχαν στρώσει κουρελούδες και σεντόνια στο χώμα, με σκοπό να απολαύσουν ένα υποφερτό μεσημεριανό ύπνο. Εκείνου δεν του άρεζε να κοιμάται κάτω από τα δένδρα…προτιμούσε τα λευκά δροσερά μάρμαρα της μεγάλης εκκλησίας.
Εκεί στα θεμέλια του καμπαναριού, που τα μάρμαρα σχηματίζουν χώρους όπου θα μπορούσε να καθίσει κανείς, άραζε το γέρικο του σώμα [και ονειρεύονταν]…
….
Ένα αγριεμένο μαυροκόκκινο σύννεφο άρχισε με τρομακτική ταχύτητα να γεμίζει τον ουρανό της δυτικής πλευράς της πόλης και πολύ γρήγορα να τον καλύπτει ολόκληρο… Ο δυτικός κυματισμός, που δημιουργήθηκε σχεδόν στην μπούκα του λιμανιού, άρχισε να προχωρά προς την πλευρά της βορειοανατολικής παραλίας, παρασύροντας στο πέρασμα του κάθε αγκυροβολημένο και εν κινήσει πλωτό που έτυχε να βρίσκεται εκεί. Εκείνος είχε «χάσει» το σώμα του μέσα στον όγκο των φύλλων μιας λευκής σε λουλούδια πικροδάφνης του παραλιακού πάρκου. Ήταν μόνος εκεί που προ ολίγου υπήρχαν τόσοι άνθρωποι.
– Που πήγε τόσος κόσμος; Ψιθύρισε και έκανε μια προσπάθεια να κατευθυνθεί προς τη μεριά της εκκλησίας. Αυτό όμως ήταν αδύνατον να γίνει, μιας και στην επιφάνεια της παραλιακής οδού, το μεγάλο κύμα είχε ξεβράσει εκατοντάδες μικρές και μεγάλες μέδουσες, που με το σώμα τους είχαν δημιουργήσει ένα γλοιώδες, παχύρευστο στρώμα που γυάλιζε μακάβρια στην κιτρινοκόκκινη αντηλιά της ημέρας.

-Τι στο δαίμονα; O μπαρμπα-Μανόλης πετάχτηκε ορθός…Τι στο δαίμονα; Ξανάπε αυτή την φορά σιγανά και με τρεμάμενη φωνή. Κάθισε στο μάρμαρο, έβγαλε την τραγιάσκα και άρχισε να ξύνει το κουρεμένο τoυ κεφάλι.
-Παναγιά μου… “

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized and tagged , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s