927. Παναγία Μεγαλογένους – Κατηχώρι


—————————————-
Από την ανάρτηση του φίλτατου Θανάση Γέρμανου (ευχαριστώ πολύ!) – φωτογραφία του Κώστα Ζημέρη, και to πάντα ενδιαφέρον κείμενο του αείμνηστου Θανάση Ζέρβα.
——————
Το μονύδριο της «Παναγίας Μεγαλογένους» * και το πανηγύρι της 23 Αυγούστου.

Ανατολικά απ’ το Κατηχώρι και σ’ απόσταση τριών περίπου χιλιομέτρων υπάρχει ένα ταπεινό εξωκλήσι απ’ τα πιο παλιά και ιστορικά στην περιφέρεια αυτή. Είναι αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου και ονομάζεται «Παναγία Μεγαλογένους». Γιορτάζει δε στις 23 Αυγούστου, ημέρα της Απόδοσης της μεγάλης γιορτής. Η θέση στην οποία βρίσκεται είναι περίοπτη. Έχει θαυμάσια θέα προς τα ανατολικά και ο θεατής από εκεί απολαμβάνει μια εικόνα μοναδική. Στα πόδια τον ξετυλίγεται ο γαλήνιος Παγασητικός, σαν τεράστιος κρυστάλλινος καθρέφτης, ενώ ξέμακρα προβάλλουν ολοκάθαρες οι σιλουέτες τον Τρικέρι και βαθιά της Εύβοιας. Το εκκλησάκι πρέπει. να κτίστηκε στις αρχές τον 17ου αιώνα ή και πιο μπροστά ακόμα. Αυτό το πιστοποιούν οι αγιογραφίες που υπάρχουν στους εσωτερικούς τοίχους και που κατά τον Ζωσιμά Εσφιγμενίτη χρονολογούνται από το 1619. Ο μικρός αυτός ναός ήταν το «καθολικό» ενός μοναστηριού στο οποίο τα παλιά χρόνια διαβιούσαν ολιγάριθμοι μοναχοί, οι οποίοι, παράλληλα με την εκτέλεση των θρησκευτικών των καθηκόντων, καλλιεργούσαν και τα γύρω κτήματα τα οποία ανήκαν σ’ αυτό.

Από μια πέτρινη βρύση, η οποία υπάρχει και σήμερα, έτρεχε άφθονο νερό ολοχρονίς και απ’ αυτό πότιζαν τα κάτω τον μοναστηριού κτήματα. Θυμάμαι πολύ καλά —εδώ και εξήντα χρόνια— ότι στα παρακείμενα κελιά ζούσαν δυο καλόγεροι, οι οποίοι καλλιεργούσαν τα κτήματα και διατηρούσαν ένα μικρό κοπάδι από γίδια. Ο γύρω από το μοναστήρι χώρος ήταν ένας πραγματικός παράδεισος. Θρασομανούσε όλος ο τόπος απ’ τα φυτά. Αμπέλια, λαχανόκηποι, οπωροφόρα δέντρα, καρυδιές, αμυγδαλιές και ελιές, όπως επίσης και άλλα καρποφόρα δέντρα γέμιζαν τη γύρω έκταση. ‘Ήταν ένας επίγειος παράδεισος. Κάθε χρόνο την ημέρα της γιορτής γινόταν μεγάλο πανηγύρι. Εκατοντάδες πιστοί συνέρρεαν από τα γύρω χωριά από την παραμονή, διανυκτέρευαν στα κελιά και στο ύπαιθρο, και, μετά τη Θεία Λειτουργία, γλεντοκοπούσαν μέχρι τις πρωινές ώρες της επόμενης ημέρας.

Μια ζωντανή περιγραφή τόσο της εκκλησίας όσο και τον πανηγυριού μας δίνει ο κοσμοκαλόγερος Ζωσιμάς Εσφιγμενίτης στον «Προμηθέα» τον Αυγούστου τον 1890: «τη 23η τον παρόντος μηνός Αυγούστου, έντινι μονυδρίω καλουμένω «Παναγία Μεγαλογένη» και κειμένω εν τη περιφερεία του χωρίου Κατηχωρίου του Δήμου Ορμινίου τελείται πολυάριθμος πανήγυρις. Ο ναός εν είδει ποιμενικής καλύβας εκτισμένος, τιμάται επ’ ονόματι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, το δε εικονοστάσιον αυτού έχει μόνον τρεις μικράς εικόνας, τον Χριστού, της Θεοτόκου και του Προδρόμου. Εζωγραφίθη δε ο ναϊσκος τούτος τω 1619, αλλ’ ένεκα της υγρασίας η ζωγραφιά δεν διακρίνεται και το πλείστον μέρος τον τοίχου είναι καλυμμένον υπό χαρτίνων αγιορείτικων εικόνων. Προς τα δεξιά τον ναΐσκου έχουσιν εικόνα της Θεοτόκου κινητήν εζωγραφιμένην τω 1801 ην εξάγουσι κατά την αυτήν ημέραν από πρωϊας εις τον μικρόν νάρθηκα, όπως ασπάζωνται αυτήν οι προσερχόμενοι και προσφέρωσιν το δώρον. Η λειτουργία άρχεται την ενάτην π.μ. και απολύει την ενδεκάτην. ‘Έπειτα οι προσκυνηταί κάθηνται υπό τα πέριξ δέντρα και τας ελαίας κατά συνοδείας και κατά πρασιάς, όπως γευματίσουσι και με τα ταύτα άρχονται των επί των οποίων τραγουδιών εκάστού τραγουδούντος κατά την θέλησίν του, μερικαί δε συνοδίαι έχουσι και μουσικά επιτόπια όργανα και χορεύουσι ατάκτως και ασέμνως. Οι δε ακμαίοι και άλκιμοι νέοι αφ’ ής ώρας επισκεφθώσι το προαύλιον τον μοννδρίον, μένονσι έξω χωρίς να ίδωσιν όλως τον ναόν και θύουσι μέχρι δείλως εις τον Βάκχον και αφού πλησθώσιν οίνον, άρχονται το πυροβολείν, προς εκδήλωσιν της δραστηρίου ενεργείας και χάριτος τον Διονύσου.
Την Τρίτη ώραν μ.μ. σημαίνει ο ηγούμενος κρούων το ξύλινον σήμαντρον όπως αθροισθώσιν οι προσκυνηταί και μετά την συνάθροισιν τούτων εξάγει την εικόνα της Θεοτόκου εις το προαύλιον και θέτει αυτήν επί καθίσματος και έμπροσθεν αυτής δίσκον μετά μικρού άρτον και ποτήριον πλήρους οίνον και αγγείον μετά κολύβων. Άμα δε ο ιερεύς ψάλει το απολυτίκιον και το κοντάκιον, ο προεστώς φωνεί: «ελάτε δια το λάδι της εκκλησίας. Ποιός Θα σηκώσει το ύψωμα της Παναγίας;» Εις των προσκυνητών λέγει «εγώ πάτερ». Ο προεστώς λέγει «βοήθειά σον»… Για να μην μακρυγορούμε δεν θα καταγράψουμε όλη τη διαδικασία της δημοπρασίας. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι προσφορές γίνονταν σε οκάδες λάδι. Ο πλειοδότης γονάτιζε έβαζε μετάνοια στην Παναγία και τον ιερέα. ‘Ομως ας αφήσουμε τον λογιώτατο καλόγηρο να μας αφηγηθεί το τέλος αυτής της δημοπρασίας…. «Ούτω, λοιπόν, προσέρχεται ο πλειοδότης, γονυπετής έμπροσθεν της εικόνος τρις, είτα λαμβάνει τον άρτον εξ ενός μέρους και εξ άλλον ο ιερεύς, όστις εκφωνεί μέγα το όνομα. Προσκυνητής: της Αγίας Τριάδος – Ιερεύς: Παναγία Θεοτόκε.- Προσκυνητής: Βοήθει υμίν. Και καθ’ εξής κατά την τοπικήν συνήθειαν και ούτως απολύεται ο λαός και έκαστος αναχωρεί εις το χωρίον μετά φωνών και αλλοκότων κραυγών ως μαινόμενος και τούτο διότι έρχεται από τον ναού της Θεοτόκου, «από το πανηγύρι, δια τούτο γίνονται, λέγουσι, τα πανηγύρια, για να μεθάει κανείς».

Το δημοσίευμα αυτό το υπογράφει ο Εσφιγμενίτης: «Πώς αγοράζεται η χάρις της Θεοτόκου». Για το πανηγύρι αυτό, εδώ και τέσσερις δεκαετίες μου έδωσε πληροφορίες ο αείμνηστος Νίκος Γκουντέλιας απ’ την Άλλη Μεριά. Ανάμεσα στα όσα μου διηγήθηκε υπάρχει και ένα τραγικό γεγονός. Στο πανηγύρι της Μεγαλογένους μαζεύονταν πανηγυριστές απ’ τον Άγιο Λαυρέντιο, τη Δράκια, τη Μακρινίτσα, την Πορταριά και τα χωριά τον Άνω Βόλου. Οι περισσότεροι πήγαιναν καβάλα σε ζώα. Μετά τη Θεία Λειτουργία στο έξω απ’ την εκκλησία ισιάδι γίνονταν μεγάλος χορός, με βιολιά, λαούτα, κλαρίνα και άλλα όργανα. Αντιλαλούσαν τα γύρω λαγκάδια από τις φωνές, τα τραγούδια και τις μελωδίες των μουσικών οργάνων. Το 1922 που ο ελληνισμός θρηνούσε για τη Μικρασιατική καταστροφή, ο ιερέας που ιερούργησε την ημέρα εκείνη, αναφέρθηκε στο δράμα που παίζονταν στην Ιωνία σε βάρος των ομοεθνών μας και απευθύνθηκε προς τους προσκυνητές λέγοντας, ότι δεν έπρεπε να γίνει χορός και λαϊκό, πανηγύρι, προκειμένου να συμμετάσχουν στο μεγάλο πένθος του ελληνισμού. ‘Όμως στον «κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα». Τα λόγια του αγαθού λευϊτη έπεσαν στον αέρα. Ο χορός και το ξεφάντωμα άρχισε με περισσότερη ένταση απ’ τις άλλες φορές. ‘Ομως το «άδικο ουκ ευλογείται». Πάνω στο χορό, Μακρινιτσιώτες και Δρακιώτες ήρθαν στα χέρια για την «πρωτιά» στο χορό. Αποτέλεσμα τρεις σκοτωμένοι και περισσότεροι τραυματισμένοι. Το γεγονός αυτό θεωρήθηκε ως «θεία τιμωρία». Από τότε το πανηγύρι γίνεται θρησκευτικό χωρίς χορούς, τραγούδια, νταούλια και βιολιά. Σήμερα εκεί που υπήρχε «επίγειος παράδεισος» υπάρχει έρημος. Τα κελιά σαρίστηκαν, η βρύση στέρεψε, τ’ αμπέλια και τα καρποφόρα δέντρα αφανίστηκαν και μόνο λίγα λιόδεντρα υπάρχουν κάτω απ’ το ταπεινό ξωκλήσι.
*Λαογραφικά ανάλεκτα
Θανάσης Ζέρβας

ΣΗΜ. Επι τη ευκαιρία να σημειώσω ότι ο Γιαννόπουλος έχει διαφορετική γνώμη για το όνομα από τον Ζωσιμά. Δείτε: Ν. Γιαννόπουλος. Αι παρά την Δημητριάδα Βυζαντιναί Μοναί (μερος Α) ΕΠΕΤΗΡΙΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ, 1924, τόμος Α Ί 1924, σελ. 210 – 240. Η σχετική σημείωση στις σελίδες 230 και 231.

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s