1000. Χριστούγεννα στον Αλμυρό στα 1802 (του κ. Βίκτωρα Κοντονάσιου)

15697471_1086790214779698_2101083869762975350_n1
Καλά Χριστούγεννα σε όλους. To κείμενο που ακολουθεί είναι μια ιστορία (ιστοριόμυθος όπως τον αποκαλεί ο κ. Κοντονάσιος) από τα Χριστούγεννα του 1802 στον Αλμυρό. Eίναι από το βιβλίο του «Αλμυριώτικοι Ιστοριόμυθοι» που αναφέρονται σε πραγματικά ιστορικά γεγονότα, τα οποία έλαβαν χώρα στην ευρύτερη περιοχή του Αλμυρού, στα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας. Επίσης έχει δημοσιευθεί στο http://www.almyros.gr/2015/12/28/80274/
Η αγιογραφία είναι του 18ου αιώνα από την περιοχή μας και περιέχεται στο το βιβλίο “Η λαϊκή τέχνη στο Πήλιο” του Κίτσου Μακρή.
————————————————
Ηταν 1802 στον Αλμυρό. Κι ήταν παραμονή Χριστούγεννα. Απόψε ήταν μεγάλη τους η χαρά. Για πρώτη χρονιά θα γιόρταζαν τα Χριστούγεννα στην εκκλησιά τους, τον Άγιο Νικόλαο. Άλλα χρόνια έπρεπε να πηγαίνουν στον Πλάτανο ή στο Κουρφάλι. Από νωρίς ο παπα-Κλέαρχος, ο παπα-Νικόλας κι ο παπα – Απόστολος, είχαν χαράξει μονοπάτι μέχρι και την εκκλησία πατώντας το χιόνι. Όλα ήταν έτοιμα.

Όλοι περίμεναν την άγια ώρα. Ο ντελάλης είχε περάσει όλα τα σοκάκια κι είχε αναγγείλει τη μεγάλη χαρά. Να πάνε στην εκκλησιά τους ελεύθερα. Ο Αγάς είχε δώσει την άδεια ν’ ανοίξει η εκκλησιά τους που εφτά μήνες ήταν κλειστή.

Κι ενώ όλοι ετοιμάζονταν για τη μεγάλη γιορτή, γρήγορα έπεσε μια παγωμάρα. Φόβος και τρόμος τους πλάκωσε. Μη γελαστεί και πάει κανένας στην εκκλησιά θα πάει χαμένος, έλεγαν. Θα πέσει λεπίδι. Το μαντάτο, από στόμα σε στόμα, έφτασε παντού. Οι Τούρκοι έχουν σκοπό να μπουκάρουν στην εκκλησία την ώρα της λειτουργίας και θα τους σφάξουν. Παγίδα τους έχουν στήσει με την άδεια που τάχα έδωσε ο αγάς. Ο παπα-Κλέαρχος έτρεξε τρομαγμένος στο σπίτι του παπα-Νικόλα. Τι θα κάνουμε; Τι κακό μας βρήκε;

– Να πάρουμε και τον παπα-Απόστολο και να πάμε στο γέρο – Κωσταντή. Και πήγαν. Το είχε μάθει κι ο Κωσταντής. Ήταν έτοιμος. Είχε φορέσει την πατατούκα του και κρατούσε στα χέρια το μπαστούνι. Πάμε είπε οργισμένος μόλις τους είδε, σα να τους περίμενε από ώρα. Αμίλητοι ξεκίνησαν. Ο γερο- Κωσταντής δεν έλεγε τέτοιες ώρες κουβέντες …

Ήταν χρόνια πριν, 1740. Πανέμορφη τουρκοπούλα αρχόντισσα ζούσε στον Αλμυρό η Γκιουλ Χανούμ, μοναχοκόρη του Ζαΐτ αγά. Όλες οι τουρκοπούλες του Αλμυρού τη ζήλευαν για την ομορφάδα της. Κι όλες καλόβλεπαν τον λυγερόκορμο Χουσίτ Αχμέτ Αγά. Μ’ αυτός δεν είχε μάτια παρά μόνο για την αφράτη Γκιουλ Χανούμ.

Κι έγινε το προξενειό. Κι η πανέμορφη Γκιουλ μπήκε κυρά κι αφέντρα στ’ αρχοντικό Χουσίτ Αχμέτ. Χόλιασαν όλες οι τουρκοπούλες από τη ζήλια τους. Ευτυχισμένη η Γκιουλ Χανούμ κοντά στον Χουσίτ. Και γέμισε από μεγαλύτερη χαρά όταν ένιωσε να μεγαλώνει μέσα της μια καινούρια ύπαρξη. Κι άλλο δεν περίμενε παρά να σφίξει στην αγκαλιά το παιδί της. Όμως ο φθόνος και η ζήλια για την ευτυχία του Χουσίτ και της Γκιουλ φαίνεται καρποφόρησαν. Μια μέρα αφού η Γκιουλ έφερε στον κόσμο ένα χαριτωμένο κοριτσάκι έπεσε βαριά άρρωστη. Κι ούτε γιατροί, ούτε γιατροσόφια, ούτε οι δεκαπέντε χοτζάδες του Αλμυρού, που προσεύχονταν στον Αλλάχ, μπόρεσαν να κάνουν κάτι. Η Γκιουλ Χανούμ έφυγε από τούτο τον κόσμο. Έκλεισε τα πανέμορφα μάτια της πάνω που είδε τα όμορφα ματάκια της κορούλας της ν’ ανοίγουν.

Απέναντι από το σπίτι του αγά ήταν το σπιτάκι του Αποστόλη Λιάνου. Η Μαριγώ, η γυναίκα του, και η Γκιουλ ήταν αγαπημένες γειτόνισσες κι αχώριστες φίλες. Μαζί έπλεναν. Μαζί έγνεθαν. Μαζί έκαναν όνεφα. ‘Ηταν και οι δυο νιόπαντρες και έγκυες. Δεν ήθελαν τίποτε άλλο. Ποτέ δεν είχαν νοιαστεί που η μια λάτρευε το Χριστό κι η άλλη τον Αλλάχ. Χριστός κι Αλλάχ για τις δυο τους ήταν αυτά που μεγάλωναν στις κοιλιές τους. Τίποτε δεν μπορούσε να
τις χωρίσει.

Η Λιάνωνα γέννησε πρώτη, τρεις μήνες νωρίτερα από τη Γκιουλ. Είχε γιο. Τον είπαν Κωσταντή. Πόσα χάδια, πόσα φιλιά, πόσες αγκαλιές είχε δεχτεί ο μικρός Κωσταντής από τη Γκιουλ Χανούμ, που περίμενε μέρα με τη μέρα και το δικό της παιδί.

– Ε, βρε Μαριγώ, και να ‘κανα κορίτσι και να γίνονταν να γινόμασταν συμπεθέρες, έλεγε η Γκιούλ, σε κάποιες ώρες αληθινής ανθρώπινης χαράς,
– Κάνε πρώτα κορίτσι και βλέπουμε. Που ξέρεις τι γίνεται μέχρι τότε που θα μεγαλώσουν ; Εμείς θα τα μεγαλώσουμε σαν αδέρφια, όπως οι δυο μας.

Ούρλιαξε από τον πόνο η Μαριγώ η Λιάναινα σαν άκουσε το μαντάτο. Άρπαξε τον Κωσταντή της κι έτρεξε λες και θα πρόφταινε να σταματήσει το χάρο να του πάρει από τα χέρια την καλή της φιλενάδα.

Πανικός στον τούρκικο οντά. Να σκούζουν , να φωνάζουν, να χτυπιούνται. Κι έφτασε το θλιβερό μαντάτο απ’ άκρη σ’ άκρη σ’ όλο τον Αλμυρό. Το πήρε ο αέρας και το φώναζε παντού να το ακούσουν όλοι: Η Γκιουλ Χανούμ πέθανε! Η Γκιουλ Χανούμ πάει!

Όλοι έτρεχαν, όλοι έσκουζαν. Και μόνο ο Χουσίτ Αχμέτ καθόταν άφωνος, μ’ ένα χαμένο βλέμμα να κοιτάζει την πανέμορφη Γκιουλ ζώντας σ’ άλλο κόσμο. Δεν άντεχε τόσες απανωτές συγκινήσεις ο οργανισμός του κι αμύνθηκε χάνοντας προσωρινά τα μυαλά του.

Μες στο μεγάλο κακό κανένας δεν πρόσεχε το νεογέννητο τουρχάκι που έκλαιγε. Κανένας δεν το άκουγε. Μόνο μιας μάνας το αυτί, της Μαριγώς της Λιάναινας η καρδιά, μπόρεσε κι αποσπάστηκε από το θάνατο και νοιάστηκε για τη ζωή. Άρπαξε το τουρκάκι, πέταξε έξω το ένα της στήθος κι εκεί , μπροστά σ’ όλους, το ‘βαλε να βυζάξει. Λούφαξε το μικρό κι άρχισε να καταπίνει. Στ’ άλλο της χέρι ο Κωσταντής κοίταξε λίγο περίεργα κι έβαλε κι αυτός τα κλάματα. Λούφαξε κι αυτός σαν κόλλησε το στόμα του στ’ άλλο στήθος της μάνας του.

Δεκαπέντε μήνες ο Κωσταντής, το Χριστιανόπουλο, κι η Χατιζέ Χανούμ – έτσι ονόμασαν την κόρη της Γκιουλ Χανούμ – η τουρκοπούλα, στην ίδια αγκαλιά χωμένα, γαλήνευαν αδελφωμένα βυζαίνοντας το ίδιο το γάλα.

Ποιος να χωρίσει σαν μεγάλωσαν λίγο τον Κωσταντή και τη Χατιζέ. Μαζί στα παιχνίδια, στα γέλια, στα κλάματα. ‘Ηταν αδέρφια. Βύζαξαν την ίδια μάνα! Ομογάλακτα αδέρφια.

Κι όταν τα χρόνια πέρασαν και μεγάλωσαν κι έπαψαν να ‘ναι παιδιά κι έγιναν αγόρι και κορίτσι, τα πράγματα άλλαξαν. Τους χώρισαν οι μεγάλοι. Χωρίζουν όμως οι καρδιές; Κουβέντιαζαν πού και που αλλά μόνο όταν ήταν μπροστά κι άλλοι. Μία μόνο φορά αντάμωσαν μεγάλοι οι δυο τους, την παραμονή του γάμου της Χατιζέ, και κάτι έδωσε κρυφά αυτή στον Κωσταντή, τυλιγμένο σ’ ένα βελούδινο πανί. ..

Ο Κωσταντής Λιάνος κι οι τρεις παπάδες, τσαλαβουτώντας στα χιόνια, έφτασαν στου αγά το κονάκι. Ο φρουρός παραμέρισε με σεβασμό. Όλοι γνώριζαν ότι ο Κωσταντής Λιάνος μπορούσε να μπαίνει και να βλέπει τη Χατιζέ Χανούμ, την ομογάλακτη αδερφή του, την πεθερά του άγριου Μπεκήρ,

Τι είπαν με τη Χατιζέ Χανούμ κανένας δεν έμαθε. Λίγη ώρα έμειναν κι έφυγαν. Δε σταμάτησαν ούτε στιγμή. Πήραν γύρω τα σπίτια να τους πούνε ότι όλα είναι καλά και το πρωί να πάνε γιορτάσουν τα Χριστούγεννα.

Χαράματα ο γερο-Κωσταντής και οι παπάδες πήγαν στην εκκλησία. Καθάρισαν τα χιόνια από την πόρτα να μην τα κουβαλάν μέσα με τα παπούτσια τους κι άναψαν τα καντήλια. Ύστερα ο Κωσταντής μπήκε στο παράσπιτο που ήταν δίπλα στην εκκλησία, κάτι είπε σε μια μαντηλωμένη γυναίκα και βγήκε πάλι έξω.

Δειλά δειλά άρχισαν να φτάνουν οι Χριστιανοί. Έμπαιναν μέσα έκαναν το σταυρό τους και φιλούσαν τον άγιο Νικόλαο, την εικόνα που είχαν στείλει οι Βλάχοι του Αλμυρού από την Κορυτσά, δώρο στην εκκλησιά τους.

Σε λίγο είχαν έρθει όλοι. Κι άρχισε η πρώτη χριστουγεννιάτικη λειτουργία στην καινούργια τους εκκλησιά, αυτήν που μόλις πριν εφτά Αλμυριώτισσα με αντεριά μήνες, ανήμερα του Αγίου Κωνσταντίνου είχαν εγκαινιάσει κι από τότε δεν την είχαν λειτουργήσει. Δεν τους άφηνε ο Μπεκήρ αγάς.

Γέμισε ο τόπος ψαλμουδιές. Μοσχομύρισε το λιβάνι. Άστραφταν τα καντήλια. Άστραφταν και τα πρόσωπα. «Η Παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει». «Χριστός γεννάται, Δοξάσατε». Τι χαρά, τι ευτυχία, τι γαλήνη. Οι ραγιάδες είχαν ξεχάσει κάθε τους φόβο. Είχε γεννηθεί ο Χριστός! Δεν φοβόνταν ούτε και τον τρομερό Μπεκήρ.

Κι όμως ο Μπεκήρ ήρθε. Φάνηκε με καμιά δεκαπενταριά άντρες, όλους ζωσμένους σπαθιά. Δυο παλικάρια, που είχε βάλει ο γερο- Κωσταντής να φυλάνε, έτρεξαν να τον ειδοποιήσουν.

Ο Κωσταντής Λιάνος δε μίλησε. Βγήκε έξω, μπήκε βιαστικά στο παράσπιτο, άρπαξε από το χέρι τη μαντηλωμένη γυναίκα κι ήρθε και στάθηκε στην πόρτα της εκκλησιάς, αγριεμένος, φύλακας άγγελος της εκκλησιάς και όλων των ραγιάδων που προσεύχονταν μέσα. Δίπλα του, όρθια κι αγριεμένη, στεκόταν μια τουρκάλα. Ήταν η Χατιζέ Χανούμ, η καλή αδερφή του.

Έφτασε αποφασισμένος ο Μπεκήρ. Είδε την πεθερά του και σάστισε. Η Χατιζέ κι ο γέρο Κωσταντής σήκωσαν ψηλά, κρατώντας την με το ένα χέρι ο ένας και το άλλο η άλλη, μια εικόνα.

– Γύρνα πίσω, Μπεκήρ. Μόνο πατώντας πάνω σε μένα θα περάσεις στην εκκλησιά, φώναξε η Τουρκάλα. Κι ο σαστισμένος φοβερός Μπεκήρ γύρισε πίσω κι έφυγε.

Ξημέρωσε. Σχόλασε η εκκλησιά. Άρχισαν να βγαίνουν όλοι έξω. Βγαίνοντας έσκυβαν όλοι και φιλούσαν την εικόνα που κρατούσαν τα δυο αδέρφια, από τη μια μεριά ο Κωσταντής κι από την άλλη η Χατιζέ.

Ήταν η εικόνα της Γέννησης του Χριστού. Αυτήν είχε παραδώσει, την παραμονή του γάμου της, η Χατιζέ Χανούμ, τυλιγμένη σε βελούδινο ύφασμα, στον Κωσταντή Λιάνο. Της θύμιζε τη δική της γέννηση. Κι ήταν τόσο όμορφη η Παναγιά σαν τη μάνα της τη Γκιουλ Χανούμ που δεν είχε γνωρίσει. Την είχε κρυφά παραγγείλει στην Κωνσταντινούπολη από όπου της την είχαν στείλει να την κάνει ακριβό δώρο στον καλό της Κωσταντή. Πάνω της είχε ορκιστεί, Τουρκάλα αρχόντισσα αυτή, ότι θα τον βοηθήσει και με τη ζωή της ακόμα αν κάποτε χρειαστεί.

Σαν άκουσαν την ιστορία οι Αλμυριώτες που περίεργοι γι’ αυτό που έβλεπαν δεν έλεγαν να φύγουν αν δεν μάθαιναν, γύρισαν με την αράδα κι έσκυψαν και φίλησαν το χέρι της αρχόντισσας Τουρκάλας. Κω δεν ήξεραν αν φιλούσαν το χέρι κάποιας Τουρκάλας ή της δικής τους Παναγιάς. Δεν ήξεραν ποια τους είχε γλιτώσει από κάποια τρομερή σφαγή. Κι ήταν Χριστούγεννα του 1802 στον Αλμυρό.

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s