1005. Ο Μεμέτ Αϊ – Βασίλης

15726337_1091357320989654_1337584104107048627_n2
Ένας ακόμη ιστοριόμυθος από την πένα του κ. Βίκτωρα Κοντονάσιου. Ο Μεμέτ εφέντης είναι πραγματικό πρόσωπο της περιοχής του Αλμυρού γύρω στα 1870. Η φωτογραφία στα αριστερά είναι του Κ. Ζημέρη από το ΔΗ.Κ.Ι. (Οθωμανοί αστοί. Βόλος;). Δεξιά ο Πύργος του Αλμυρού από το βιβλίο “Αλμυριώτικοι Ιστοριόμυθοι του Β. Κοντονάσιου. Περισσότερες πληροφορίες για τον πύργο στο http://www.filarxaiosalmyrou.gr/?p=187
————————————-
Πλούσιος ήταν ο Μεμέτ εφέντης. Είχε χωράφια σ’ όλη την περιφέρεια Αλμυρού, στο Γιάρμπασι, στα Γκορτζάρια, στη Μαγγανίτσα, παντού, όπως είχε ακούσει από τον πατέρα του. Ο ίδιος δεν τα είχε ιδεί ποτέ. Τα καλλιεργούσαν οι παραγιοί του.

Για ένα μόνο χωράφι δεν είχε ακούσει να του μιλάει ο πατέρας του, το «στρογγυλό χωράφι». Κι ήταν πολύ μεγάλο αυτό το στρογγυλό χωράφι, αφού χρειαζόταν πολύ σπόρο να το σπείρουν. Θα σπείρουμε τα στρογγυλό χωράφι του λέγαν οι παραγιοί του και χρειάζεται πολύ σπόρο. Με το σπόρο μετρούσαν τα χωράφια τότε. Έτσι μετρούσαν και του Μεμέτ τα χωράφια. Άλλο χωράφι ήταν δέκα βιδούρες, άλλο ήταν είκοσι. Μερικά ήταν τριάντα και σαράντα βιδούρες. Μα κανένα δεν ήταν τόσο μεγάλο όσο το «στρογγυλό χωράφι».

Κάθε τόσο του ζητούσαν σπόρο γι’ αυτό. Ο αγαθός Μεμέτ δεν θυμόταν για το χωράφι αυτό. Το είχε από τον πατέρα του; του το έδωσε ο πεθερός του ή μήπως το κληρονόμησε από το θείο του; Κουραζόταν να σκέπτεται. Δεν εύρισκε απάντηση. Έτσι φορούσε κι αυτός το φέσι του και πήγαινε να καπνίσει τον ναργιλέ του. Τρεις ήταν οι πρωτοπαραγιοί του Μεμέτ εφέντη, ο Τσοπλάχης, ο Καρατσώχης και ο Καραπατάχης. Αυτοί έκαναν κουμάντο. Ο Μεμέτ τους είχε εμπιστοσύνη. Μόνοι τους έπαιρναν το σπόρο, μόνοι τους κουβαλούσαν την εσοδεία.

Μεγαλοφαμελιάρηδες και οι τρεις. Δεν μπορούσαν να θρέψουν τις οικογένειές τους μ’ όσα τους έδινε. Είδαν την μπουνταλοσύνη του Μεμέτ κι άρχισαν να παίρνουν από την αποθήκη του σιτάρι για να καλύψουν όλες τους τις οικογενειακές ανάγκες. «Το ήθελαν να σπείρουν το στρογγυλό χωράφι στην Κεφάλωση». Το στρογγυλό χωράφι στην Κεφάλωση δεν τίποτε ήταν άλλο παρά οι «στρογγυλές» αχόρταγες μυλόπετρες του μύλου του Αργυρόπουλου. Μια δυο φορές γλυκάθηκαν. Δεν αρκέστηκαν στις δικές τους μόνο ανάγκες. Θέλησαν να βοηθήσουν και για τις συγγενικές τους οικογένειες. «Πόσο σπόρο μπρε θέλει το στρογγυλό χωράφι;» «Είναι πολύ μεγάλο, αφέντη. Δεν χορταίνει»

Κάποτε όμως το «στρογγυλό χωράφι», που ήταν μυστικό έγινε γνωστο και στον αγαθό Μεμέτ. Ο Μεμέτ φαρμακώθηκε. Ακούς εκεί να τον κοροϊδεύουν τόσα χρόνια. Δεν τον ένοιαζε για το σιτάρι που του το έκλεβαν, όσο το ότι τον κορόιδευαν. Θύμωσε πολύ. Έδιωξε τους τρεις πρωτοπαραγωύς και πήρε άλλους. Ο Μεμέτ Αϊ – Βασίλης στοv Αλμυρό Βίκτωρ Κων. Κοντονάτσιος – Γιατί, Μεμέτ εφέντη, το έκανες αυτό το κακό; – Μπιρ Καρατσώκ’, μπιρ Τσοπλάκ’. μπιρ Καραπατάκ, ιτς μπιρ έψιν μποκ, απαντούσε νευριασμένος, ο Μεμέτ εφέντης. (Ενας Καρατσώκης, ένας Τσοπλάκης, ένας Καραπατάκης, οι τρεις ένα ψημένο σκατό).

Πέρασε ένας χρόνος. Οι τρεις μεγάλοι πρωτοκολληγάδες του Μεμέτ εφέντη, οι τρεις πρώην πρωτοπαραγιοί του, άρχισαν να υποφέρουν. Δεν είχαν να φάνε. Είχαν φτάσει τα επόμενα Χριστούγεννα και δεν είχαν ούτε ψωμί. Άρχισαν χαι οι αρρώστιες.
Τα μάθαινε ο Μεμέτ και λυπόνταν πολύ. Δεν άντεχε να βλέπει τα μικρά παιδιά των αγαπημένων του πρωτοπαραγιών, που τα ήξερε πολύ καλά όλα γιατί συχνά το φίλευε με πολλά καλούδια, να διακονεύουν, να γυρίζουν ξυπόλητα.

Παραμονή Αγίου Βασιλείου ο Μεμέτ εφέντης με δυο υπηρέτες φόρτωσαν τρία κάρα με σιτάρι κι άλλα τρόφιμα και τράβηξαν πρώτα για το σπίτι του Τσοπλάκη. Ο μικρός Αλέκος με τα τρία αδέρφια του πετάχτηκε έξω. – «Γιατί μπρε δεν ήρθατε να μου πείτε τον Αϊ Βασίλη φέτος; Μπρος τραγουδάτε τώρα». Σάστισαν τα παιδιά. Οι υπηρέτες του κατέβασαν δυο τσουβάλια σιτάρι. Πετάχτηκε έξω κι η Τσοπλάκαινα. Είδε τι γινόταν κι έσκυψε και φίλησε το χέρι του παράξενου Αϊ Βασίλη. Ο Τσοπλάκης ντρεπόταν να βγει. Ο Μεμέτ τον είδε και τον φώναξε. Έλα δω μπρε καραμπουζουκλή Τσοπλάκη. Άντε να πας να σπείρεις μπρε το «στρογγυλό χωράφι ». Άσπαρτο θα το αφήσουμε χρονιάρες μέρες;

Ο Μεμέτ, ίδιος Αϊ Βασίλης με το κόκκινο φέσι και τη χοντρή κάπα, συνέχισε να σεργιανίζει στους δρόμους της γετονιάς της Ξηρόβρυσης. Σ’ όλα τα σπίτια των κολληγάδων του κατέβαζε τσουβάλια με σιτάρι. Όλοι ήταν σαστισμένοι. Έκλαιγαν από χαρά. Χοροπηδούσαν τα μι κρά ενθουσιασμένα. Ο Μεμέτ τους έλεγε να του πουν τα κάλαντα. Αυτοί σαστισμένοι μόνο γελούσαν. Άρχιζε τότε ο ίδιος να ,τραγουδαει μόλις έμπαινε σε κάθε σπίτι: «Αγιος Βασιλης ερχεται από τη Καισσαρεία … ». Και οι υπηρέτες κατέβαζαν τσουβαλια με σιτάρι, λαχανικά, λουκάνικα, κρέατα, μήλα, ρούχα. Πηγε και ξαναπήγε στις αποθήκες του και στα χασάπικα και ,στα μανάβικα και στα εμπορικά, πολλές φορές ως το βραδυ.

Είχε «ενθουσιαστεί», είχε γίνει «ένθεος». Είχε πλημμυρίσει από αγάπη. Γύριζε παντού και σκορπούσε. Και έδωσε μόνος του πολύ περισσότερα από τον σπόρο που χρειάστηκε τα προηγούμενα χρόνια το μεγάλο στρογγυλό χωράφι. Κι ήταν για πρώτη φορά τόσο χαρούμενος ο Μεμέτ. Γελούσε και χόρευε ο παράξενος Αϊ Βασίλης, ο Μεμέτ εφέντης κι έλεγε μόνος του τα κάλαντα. Στα τελευταία σπίτια τόσο πολύ είχε ενθουσιαστεί που έμπαινε χορεύοντας: «Καλή χρονιά, μπρε, καλή χρονιά», και ξεφόρτωνε καλούδια. Κι ήταν ο Μεμέτ εφέντης ο Αϊ Βασίλης για δεκάδες αλμυριώτικες οικογένειες εκείνη τη χρονιά, κάπου 1860 – 1870. Τότε πρέπει να ήταν γιατί τότε ήταν μαθητής στο σχολείο ο μικρός Γιάννης Καραπατάκης. Όταν ο δάσκαλός του, Νέστορας Ζαγορίσως, θέλησε να τους μιλήσει για τον Άγιο Βασίλειο ο Γιάννης Καραπατάκης τον σταμάτησε: «Τουν είδα τουν Άϊ Βασίλη, θείου. Μας έφιρι δυο τσιουβάλια στάρ’ ».

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s