1023. “Η Εν Σαρακηνώ Μάχη” 6/2/1878 (Κ. Σακελλαρίδη)

16423051_1124886440970075_4601392730641905244_o1
Επέτειος της μάχης της Σαρακηνού (6 Φεβρ. 1878) σήμερα. Διαβάστε την περιγραφή της μάχης σε μιά παλιά ανάρτηση εδώ http://tinyurl.com/zboeqpv . Σήμερα έχουμε εδώ ένα μικρό κομμάτι ενός ποιήματος του Κ. Σακελλαρίδη του ιδρυτή της Θεσσαλίας που συμμετείχε στην επανάσταση του 1878 (δείτε περισσότερα γι’ αυτό στη ανάρτηση του αγαπητού Άρη Παπαδόπουλου εδώ http://anolehonia.blogspot.com/2014/11/1_22.html ). Ο Άρης μου έδωσε ένα αντίγραφο αυτού του ποιήματος που παραθέτω εδώ (ευχαριστώ!) – άφησα την ορθογραφία αυτούσια εκτός από τη μετατροπή στο μονοτονικό.

“Και ο Φλεβάρης περπατεί στας έξη, μια Δευτέρα,
Έξαφνα σκούζει μια φωνή: “Τούρκοι παιδιά στο Κλήμα”
Και σα φωτιά, σαν αστραπή η Λεβεντιά ξυπνάει.
Ξυπνάει! και στα ρέματα σταις αποκείθε ράχαις
Στον Τϋπανο, στον Σαρακινό, ψηλά στην Καλογρίτσα
Με λιονταρίσι’ αταραξιά, με αλαφιού ποδάρι
Σκορπάει και ριζόνεται σε πέτρα, σε κοτρώνι
Κι ανάργι’ ανάργια τη φωτιά ανάφτει το τουφέκι.
Πιαστήκανε στον πόλεμο! κ΄ευθύς καπνός κι΄αντάρα
Κι αντίλαλος και ταραχή κατακυλά σταις ράχαις
Κι΄ολημερής η ρεματιαίς αδιάκοπα βογγούνε.

Παν εκατό στον Τύμπανο, πενήντα στο Γουστίλα.
Και εκατό σκορπίζονται στα περα-δώθε πλάγια
Και τα καϋμένα τα παιδιά τα δεκοχτώ τ΄αγόρια
Π’αφήσαν το Γυμνάσιο και παν για την Πατρίδα
Καταμπροστά στου κανονιού πηδούν με μιας το στόμα.
Τα νειάτα δεν τα κυβερνά ο νους, αλλ΄ η καρδιά τους.
Πέντε χιλιάδες μονομιάς τους ρίχνονται οι Τούρκοι
Δεξιά, ζερβά, από μπροστά και απ’ την πέρα ράχη
Και δυό πασσάδες δίνουνε ΄πο δυό μεριαίς τη διάτα
Και τα κανόνι’αδιάκοπα κτυπούν τα μετηρίζια,
Μα εκείνοι δεν δειλιάζουνε, δε σκύφτουνε κεφάλι
Τους τραγωδούν τους φέρνουνε φυσέκια η παρθέναις
Τους κτίζουν τα ταμπούργια τους νερό τους κουβαλούνε
Κ’ έχούν ΄στο πλάι σύντροφο τη δόλια Μαργαρίτα.

Κάνουν οι Τούρκοι προσευχή και ξεκινούν για πάνω.
Μα αδεκεί τους σταματούν, τους κόφτουνε το δρόμο:
“Που πας, που πας Ρετζέπ πασσά, στην Λεβεντιά απάνω;”
Που πας ουρλιάζουν εκατό και χύνονται διακόσιοι
‘Στο κάτωχρο ασκέρι του με τα σπαθιά στο χέρι.
“Πάμε να σας σκλαβώσουμε ραγιάδες” τους φωνάζουν
Χίλια αντάμα στόματα απ’ τ’ αντικρύ ταμπούρι
Κι’αντάμα με το χουγιατό χυμούναι καταπάνω.

Θεέ μου! το μπουμπουνιτό, τι μούγκρισμα, τι πλάλα,
Σα χύμιξαν οι άπιστοι πέντε μαζί χιλιάδες
Κ’ έκλώσανε τον Τύμπανο από ταις δύο πάνταις
Από δεξιά, από ζερβά, και απ΄το δεξί πλευρό του.
Σκούζουν τα βόλια, ‘στράφτουνε των κανονιών η μπάλαις
Και στρώνονται αμέτρητοι οι τούρκοι στα κοτρώνια.
Από παντού εσφλώμωσε, εγείνηκε σκοτάδι
Θεοβροντή δεν έπερνε κανείς απ΄τη βαζούρα,
Μον’ κάπου, κάπου στη λαμπή ξέλαμπε το κοτρώνι
Που κράταγε ακοίμητο της Λεβεντιάς το βόλι.
“Εδώ ‘μασθε” “απάνω τους” φωνάζ’ ενας του άλλου
“Βαστάτε παλληκάρια μου, βαστάτε λεβεντάδες”
Σκούζ’ η γερο-Σουΐπενα μεσ’στη φωτιά χωμένη.
Πέντε φοραις τους τσάκισαν, τους πήρανε στο γιούχα
Τρεις μπημπασάδες λάβωσαν, κ’ένα κρατούν στο τόπο
Και χίλιους ξεδιπλάρωσαν έως το μεσημέρι…

Γέρνει ο ήλιος και βαρειά ακόμα το τουφέκι
Βροντά στα ξηρορρέματα, μέσα στα κορφοβούνια
Και από κει το βογγητό αντιλαλεί ως πέρα.
Στα εικοσιτέσσαρα χωριά απ΄άκρη έως άκρη,
Και μιά μαννούλα δύστυχη στου βογγητού τον ήχο
Ρίχνει ματιά στον ουρανό, φωνή σ’ενα περδίκι.
“Πουλί! όπου ψηλά πετάς και σκίζεις τον αέρα
“Θυμήσου τη μαννούλα σου πως σε γλυκοφιλούσε
“Και πως γλυκά σε τάιζε κάθε στιγμή στο στόμα,
“Θυμήσου … και λογάριασε τον πόνο μου, πουλί μου,
“Και άλλαξε το δρόμο σου, και σύρε να μου φέρης
“Μαντάτα απ’ τον πόλεμο και΄απ’ τον μονάκριβό μου
“Αχ παίξε τα φτερούδια σου και κλώσε τη νουρά σου
“Και σαν εβγής στον Αϊλιά πέρα στη Μακρινίτσα
“Πέτα ψηλά κι’ αγνάντεψε να δης το μικρογυιό μου.
“Είναι ψηλός, είναι λιγνός, λεβέντης σαν ξεφτέρι
“Μ’ ανέγροικος για το σπαθί και για το μητερίζι..
“Μικρός, μικρός απ΄το σχολειό μέσ’ απ’ την αγκαλιά μου
“Σαν χελιδόνι πέταξε στου Αϊλιά ταις ράχαις
“Και απ΄τα γλυκοχαράματα κοντά δώεκα ώραις
“Καίεται μέσ’στον πόλεμο με τούρκους και αραπάδες.

“Για πέτα, πέτα πέρδικα εκεί ψηλά και πες μου
“Αν πολεμά ο γυιόκας μου, αν κυνηγά τους τούρκους
“Κι αν τον ιδής να πολεμά να κυνηγά τους τούρκους
“Άλλαξε δρόμο γλήγορα κ’έλα να μου μηνύσεις
“Κι’άν πάλι τον ελάβωσε κανένα δόλιο βόλι
“Πάρε νερό ‘στη γλώσσα σου και πέρα στο πλευρό του”.

ΣΗΜ. Η φωτογραφία είναι από κάρτα του Κώστα Στουρνάρα

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s