1042. Ο πατέρας μου ήταν ο Ανσέλμος Μουρτζούκος…


ΠΡΟΛΟΓΟΣ
H πλειονότητα της ισραηλιτικής κοινότητας στο Βόλο ήταν Ρωμανιώτες δηλαδή Εβραίοι που ήρθαν στην Ελλάδα περίπου στον πρώτο αιώνα μ.Χ. Στη περιοχή μας είχαν συνεχή παρουσία στις Φθιώτιδες Θήβες (Αγχίαλος), στον Αλμυρό και φυσικά στο Βόλο. Η παρουσία αυτή κλονίστηκε στην διάρκεια της κατοχής. Η κοινότητα είχε τότε περίπου 900 μέλη. Ενώ οι Ιταλοί δεν δημιούργησαν κανένα πρόβλημα, όταν η περιοχή πέρασε στην δικαιοδοσία των Γερμανών, μετά την συνθηκολόγηση της Ιταλίας, άρχισαν οι πιέσεις. Με άμεση αντίδραση των επικεφαλής της ισραηλιτικής κοινότητας, του μητροπολίτη Ιωακείμ και του Γερμανού πρόξενου Σέφελ, ένας μεγάλος αριθμός μελών της κοινότητας έφυγε για να κρυφτεί κυρίως στο Πήλιο αλλά και άλλοι στην Αθήνα. Από τους λίγους που έμειναν στο Βόλο περίπου, έπεσαν θύματα της της επιχείρησης των Ες-Ες την νύχτα της 24 προς 25η Μαρτίου του 1944 κατά την οποίαν συνελήφθησαν περίπου 150. Αρχικά τους βάλαν στην Κίτρινη Αποθήκη, μετά τους στείλαν στην Λάρισα και από εκεί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης με μοιραία κατάληξη. Εκτός από κάποια γραπτά κείμενα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι εξιστορήσεις μελών της ισραηλιτικής κοινότητας της εποχής εκείνης αλλά και άλλων ντόπιων που έμμεσα ή άμεσα βοήθησαν στην διάσωση πολλών. Αυτές οι μαρτυρίες βρίσκονται στο Μουσείο Ολοκαυτώματος στην Ουάσινγκτων και στο USC Shoah Foundation Institute στο Λος Άντζελες. Οι μαρτυρίες αυτές αναφέρονται όχι μόνο στις δύσκολες στιγμές της Κατοχής αλλά δίνουν λεπτομέρειες για την ζωή στην ισραηλιτική κοινότητα του Βόλου πριν την Κατοχή.

Σήμερα σας παρουσιάζω ένα κομμάτι από μια απο αυτές της μαρτυρίες που μπορείτε να την βρείτε ολόκληρη στο https://collections.ushmm.org/search/catalog/irn513271 (στα αγγλικά). Ανήκει στην Πωλέττα Νεχεμά-Μουρτζούκου, και αναφέρεται στην ζωή της στο Βόλο σαν παιδί (έφυγε 10 ετών) πριν το 1940. Η τελευταία πληροφορία που έχω είναι ότι η κυρία Νεχαμά ζεί στην Αμερική στην πολιτεία του Μέριλαντ. Η συνέντευξη δόθηκε στα 2003.

Η μετάφραση είναι δική μου και τα όποια λάθη επίσης… Έχω παραλείψει τις ερωτήσεις για να δοθεί κάπως ένα στρωτό κείμενο.

Η φωτογραφία δείχνει μια αστική ισραηλιτική οικογένεια στο Βόλο του Ζαχαρία Λεβή (από το Εβραϊκό Μουσείο της Ελλάδος http://www.jewishmuseum.gr/gr/repository/item/16404.html ). Δεν έχω μπορέσει να εξακριβώσω αν είναι αυτή του παππού της κυρίας Πωλέττας Νεχαμά-Μoυρτζούκου, που είχε το ίδιο όνομα ή είναι συνωνυμία. Αν ξέρει κάποιος ας μας βοηθήσει.

ΚΟΜΜΑΤΙ ΤΗΣ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗΣ ΤΗΣ ΠΩΛΕΤΤΑ ΝΕΧΑΜΑ-ΜΟΥΡΤΖΟΥΖΟΥ.
https://collections.ushmm.org/search/catalog/irn513271
—————————————
Ο πατέρας μου ήταν ο Ανσέλμος Μουρτζούκος, και γεννήθηκε στο Βόλο. Και η μητέρα μου ήταν η Θάλεια Μουρτζούκου. Λεβή ήταν το πατρικό της όνομα. Επίσης γεννημένη στο Βόλο…. Παντρεύτηκαν το 1921 και απέκτησαν δύο παιδιά. Τη αδερφή μου, η οποία γεννήθηκε το 1923 και εμένα μετά από 10 χρόνια, το 1933.

Οι γονείς μου ήταν από την Χαλκίδα, που είναι στην Εύβοια. Πότε ακριβώς ήρθαν στο Βόλο, δεν είμαι σίγουρη, αλλά – τα παιδιά τους γεννήθηκαν όλα στο Βόλο. Ήταν Ρωμανιώτες, δηλαδή ήταν Εβραίοι από πού πρωτοεγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα πολύ, πολύ παλιά.

Παντρεύτηκαν όταν η μητέρα μου ήταν 22, και ο πατέρας μου ήταν 23. Εγκαταστάθηκαν στο Βόλο, και εκεί έζησαν όλη τη ζωή τους. Είχαν ένα μικρό σπίτι. Έμεναν πολύ κοντά στην υπόλοιπη οικογένεια, που μένει ακόμα στην Ελλάδα. Οι οικογένειες έχουν τα σπίτια πολύ κοντά η μία στην άλλη, μερικές φορές ένα σπίτι τριών ορόφων, και κάθε οικογένεια είχε ένα όροφο. Έτσι ζούσαν εκεί. Οι παππούδες μου είχαν κατασκευάσει ένα εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας. Ολοκληρώθηκε το 1906. Και το 1920 περίπου, όταν οι παππούδες πήραν σύνταξη, ο πατέρας μου και ο αδελφός του ανέλαβε το εργοστάσιο, το οποίο ονομαζόταν Λεβιάθαν-Μουρτζούκος, και Σία.


(ανάρτηση Γεώργιος Ασδέρης).

Υπήρχαν τρία άλλα εργοστάσια στο Βόλο. Το ένα ήταν επίσης εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας, και το άλλο έφτιαχνε εργαλεία. Το εργοστάσιο του πατέρα μου ήταν το μεγαλύτερο. Παρήγαγε το βασικό υλικό, το κασμίρι, που ήταν για ανδρικά κοστούμια, αλλά και για ρούχα των γυναικών – για κουστούμια. Τα νήματα εισάγονταν από την Αγγλία. Το εργοστάσιο ήταν γνωστό σε όλη την Ελλάδα αλλά και διεθνώς.

Περίπου 900-1200 άνθρωποι απασχολούνταν στο εργοστάσιο. Είχαν τρεις βάρδιες, και το εργοστάσιο δεν σταματούσε ποτέ. Και υπήρχε μια μεγάλη σειρήνα, η οποία είναι κάθε πρωί στις πέντε σφύριζε για να ξυπνήσει τους εργαζόμενους, να έρθουν να εργαστούν. Αυτό ήταν ωραίο ξυπνητήρι! Όλος ο Βόλος το ήξερε. Αφού σφύριζε η σειρήνα του Μουρτζούκου, θα πρέπει να είναι πέντε.


(ΛΑΪΚΗ ΦΩΝΗ, Βόλος 4-10-1931 – ανάρτηση Άρη Παπαδόπουλου)

Η εταιρία δεν υπάρχει πια. Δυστυχώς, ήρθαν πολλές ατυχίες μετά τον πόλεμο. Πρώτα η παραγωγή διακόπηκε, επειδή δεν μπορούσαμε να παίρνουμε το υλικό από την Αγγλία. Δεν υπήρχε τρόπος. Στη συνέχεια, έπρεπε να κρυφτούμε, και το εργοστάσιο έκλεισε επειδή οι Γερμανοί το κατέλαβαν. Κατέστρεψαν μερικά από τα μηχανήματα, και ένα μέρος του εργοστασίου έγινε στρατώνες. Μετά τον πόλεμο ήταν σε πολύ κακή κατάσταση, και δεν υπήρχαν χρήματα για να ξεκινήσουμε από την αρχή. Η τράπεζα μας έδωσε ένα δάνειο, και ξεκινήσαμε, αλλά με το μισό ή το ένα τέταρτο των ανθρώπων, και η παραγωγή ήταν πολύ περιορισμένη. Έτσι πήγε κούτσα-κούτσα για λίγο. Στη συνέχεια, για μερικά χρόνια τα πράγματα ήταν δύσκολα. Ήταν δύσκολο να έρχονται οι πρώτες ύλες, και γενικά οι οικονομικές συνθήκες ήταν πάρα πολύ κακές. Έτσι τελικά η τράπεζα το κατάσχεσε, και αυτό ήταν το τέλος του. Έγινε μια αποθήκη για σιτηρά, και τώρα το έχουν κάνει τεχνικές σχολές. Αλλά είναι ενδιαφέρον ότι κράτησαν την πρόσοψη, η οποία ήταν, εννοώ αρχιτεκτονικά, πολύ προχωρημένη αρχιτεκτονικά. Η στέγη του ήταν κεκλιμένη, και διατηρείται. Κρατάει και το όνομα, τις λένε Τεχνικές Σχολές Μουρτζούκου. Υπάρχει μια στάση λεωφορείου που ονομάζεται στάση Μουρτζούκου.

(ανάρτηση Θανάση Γέρμανου)

Ας πάμε όμως πίσω στην αρχή, όταν ο πατέρας μου δούλευε με τον πατέρα του στο εργοστάσιο. Η μητέρα μου ήταν οικοκυρά, και ένας κοσμικός άνθρωπος. Έκανε πολλή εθελοντική εργασία στο Βόλο. Εργάστηκε στο ορφανοτροφείο, και ένα άλλο ίδρυμα – πως το λένε; Kαι θυμάμαι πάντα ότι είχε τσάι στο σπίτι, και όλες οι κυρίες ερχόταν, και υπήρχαν όμορφα γλυκά, κέικ και μπισκότα, και ότι έπρεπε να ντύνομαι με τα καλά μου για να έλθω να χαιρετήσω τις κυρίες με υπόκλιση, το οποίο δεν μου άρεσε… Η μητέρα μου ήταν μια πολυάσχολη κυρία. Αυτό ήταν αναμενόμενο τις κυρίες της κοινωνικής της θέσης, επειδή ήμασταν αρκετά πλούσιοι. Είχαμε μια υπηρέτρια, και ένα μάγειρα. Εγώ είχα μια νταντά, και αργότερα γκουβερνάντα. Η μητέρα μου τους είχε υπό την επίβλεψη της. Πάντα, τα πάντα ήταν απολύτως τέλεια.

Όταν ερχόμουν στο σπίτι, με πήγαινε η νταντά μου στο πάρκο, ή για κολύμπι το καλοκαίρι, η μητέρα ήταν στο σπίτι το μεσημέρι. Και όταν πήγαινα για ύπνο, ήταν εκεί. Οι γονείς μου έκαναν ταξίδια στην Αυστρία. Ταξίδεψαν πολλές φορές στην Ελβετία και την Αυστρία. Για μεγάλα χρονικά διαστήματα ότι δεν ήταν στο σπίτι. Αλλά η γιαγιά μου ήταν μαζί μας, και φυσικά, το οικιακό προσωπικό, και η αδελφή μου, που ήταν μεγαλύτερη, και βασιζόμουν πάνω της.
Η μεγαλύτερη αδελφή μου ήταν σαν μια μητέρα μου, επειδή πάντα μου επέβαλε την πειθαρχεία. Και εγώ πάντα ήθελα να γίνω όπως αυτή. Αν έφερνε φίλους στο σπίτι, ήθελα να είμαι μαζί τους. Και αυτή δεν ήθελε να είμαι εκεί. Αλλά οι φίλοι της ήταν θαυμάσιοι, με παίρναν μαζί τους και μου μιλούσαν, αλλά εκείνη δεν με ήθελε εκεί με τίποτα. Με φρόντιζε, με φρόντιζε πολύ. Αλλά ήταν σημαντικά μεγαλύτερη από μένα εκείνη την εποχή. Ήταν 21 και εγώ 10, που είναι μια μεγάλη διαφορά.

Το εβραϊκό όνομα μου είναι Εσθήρ, που είναι το όνομα της γιαγιάς μου από την μεριά της μητέρας μου. Το όνομα Πωλέττα, νομίζω ότι προέρχεται από την Paulette Goddard [μια αμερικανίδα ηθοποιό], την οποία η μητέρα μου την λάτρευε. Νομίζω ότι γι΄αυτό με ονόμασαν Πωλέττα. Με φωνάζαν Πωλεττάκι, που σημαίνει μικρή Πωλέττα. Και μερικές φορές έτσι με φωνάζουν ακόμα όταν πηγαίνω στην Ελλάδα.

Το όνομα της αδελφής μου είναι Γιολάντα, και την φωνάζαμε Γιόλα. Το όνομά της από την εκ πατρός γιαγιά μου, ήταν Ξανθή. Στα αγγλικά σημαίνει blonde είναι κάπως αστείο αλλά την φωνάζανε Γιόλα. Είναι παραδοσιακό τα παιδιά να ονομάζονται με το όνομα των παππούδων όταν αυτοί ζούσαν. Στους Ασκενάζι δεν το κάνουμε αυτό. Στο σεφαραδίτικη παράδοση και στους Ρωμανιώτες, ονομάζουμε τα παιδιά με το όνομα των εν ζωή παππούδων των γιαγιάδων και άλλων συγγενών, θείοι και θείες.

Τα παιδικά μου χρόνια θυμάμαι ότι ήταν υπέροχα. Μου άρεσε το σπίτι που ζήσαμε. Είχαμε ένα όμορφο σπίτι, και έναν ωραίο κήπο που μύριζε υπέροχα γιατί είχαμε δέντρα, όπως λεμονιές και πορτοκαλιές και όμορφα τριαντάφυλλα. Έτσι ήταν πάντα πολύ ευχάριστο να βρίσκεται κανείς έξω στον κήπο. Ήμουν φίλη με πολλά παιδιά. Η γκουβερνάντα μου, που μιλούσε γαλλικά, και εγώ έπρεπε να μιλώ γαλλικά μαζί της, με πήγαινε στο πάρκο, και εκεί ήταν πάντα κάποια παιδιά, με τα οποία παίζαμε όλων των ειδών τα παιγνίδια. Το καλοκαίρι πήγαινα κολύμπι κάθε μέρα. Έπαιρνα το μικρό τρένο από το Βόλο, που ανεβαίνει στο βουνό του Πηλίου, αλλά σταματούσε στην παραλία του Αναύρου, όπου κατεβαίναμε. Μερικά βαγόνια ήταν κανονικά αλλά δύο από αυτά ήταν ανοιχτά σαν άμαξα, και εκεί μου άρεσε να κάθομαι. Και μου άρεσε, γιατί μπορούσα να δω τα πάντα.

Στο σπίτι μιλούσαμε κυρίως ελληνικά αλλά και γαλλικά, επειδή η μητέρα μου έχει σπουδάσει στην Ελβετία, στη Λοζάνη, και έτσι ήθελε να μάθουμε γαλλικά. Γι’ αυτό και μιλούσαμε γαλλικά με τη μητέρα μου, και την γκουβερνάντα. Έτσι, στην ηλικία των πέντε ήξερα άπταιστα γαλλικά. Αυτές ήταν οι μόνες δύο γλώσσες που μιλούσαμε. Φυσικά, τώρα ξέρω και αγγλικά.

Δεν τηρούσαμε το κοσέρ [την επιτρεπόμενη εβραϊκή διατροφή]. Δεν νομίζω ότι τρώγαμε χοιρινό, αλλά κατά τα άλλα τρώγαμε τα πάντα. Πήγαινα στη συναγωγή μαζί με τη μητέρα μου για να δώσει λάδι. Αυτή ήταν μια πρακτική που θεωρούνταν μια καλή πράξη. Έπρεπε να προσφέρουμε λάδι στη συναγωγή για τις λάμπες. Τότε πήγαινα με τη μητέρα μου, αλλά εγώ πήγαινα σε λειτουργίες. Ο πατέρας μου πήγαινε. Η μητέρα μου πήγαινε [στην συναγωγή] στις σημαντικές γιορτές, μαζί με τον πατέρα μου.

Θυμάμαι το εβραϊκό Πάσχα. Αλλά γιορτάζαμε και το ελληνικό Πάσχα επίσης. Ήμασταν πάντα καλεσμένοι κάπου όπου ψήνανε αρνιά, κάτι που είναι παράδοση για τους Έλληνες κατά το Πάσχα. Εκεί βρισκόταν και ένα πολύ μεγάλο μέρος της τοπικής κοινωνίας. Πάντα αισθανόμουν Ελληνίδα. Άρχισα να αισθάνομαι εβραϊα, όταν πήγα στα Πουλάκια [προσκοπική οργάνωση για τα μικρά κορίτσια]. Πρέπει να ήμουν έξι χρονών. Οι συναντήσεις ήταν το Σάββατο, και θυμάμαι τη γιαγιά να λέει: “Αυτό είναι κακό. Δεν πρέπει να πηγαίνεις εκεί τα Σάββατα, επειδή είσαι εβραία. ” Αλλά επέμενα, και η μητέρα μου δεν το θεωρούσε φοβερό το ότι πήγαινα εκεί το Σάββατο. Αλλά όταν έπρεπε στην συνάντηση να είχα φέρει μια βελόνα και ένα νήμα, γιατί έπρεπε να μάθουμε πώς να ράψουμε ένα κουμπί, και εγώ στην πραγματικότητα είχε ξεχάσει να το φέρω, και η αρχηγός μου είπε, “Πού είναι το νήμα και το κουμπί σας ; ” είπα, «Εγώ δεν ράβω τα Σάββατα.» Έτσι εγώ δήλωσα την καταγωγή μου, και φυσικά αυτή δεν μπορούσε να πει τίποτα.

Στην πραγματικότητα, δεν θυμάμαι κανένα άλλο εβραίο φίλο. Ίσως ένα, θυμάμαι έναν. Ήταν ως επί το πλείστον Έλληνες Ορθόδοξοι. Η ζωή μας ήταν καλά ενταγμένη στην τοπική κοινωνία. Ο πατέρας μου ήταν ο πρόεδρος της εβραϊκής κοινότητας, άρα, είχαμε πολύ ισχυρό εβραϊκό στοιχείο στην οικογένεια, εμείς απλά δεν ήμασταν πολύ θρησκευόμενοι, ας το θέσω έτσι.

Τα χρόνια της παιδικής μου ηλικίας ήταν πολύ άνετα, σταθερά και προβλέψιμα. Οι γονείς μου οργανώνανε μεγάλα πάρτι, – πάντα υπήρχαν πολλοί άνθρωποι τριγύρω μας. Ηταν σταθερή ροή γνωστών ανθρώπων (της περιοχής) που έρχονταν από το σπίτι μας, ή πηγαίνομε εμεις. Ήμουν ένα παιδί, και φυσικά, τα παιδιά δεν μπλεκότανε με τους ενήλικες, δεν συμμετείχαμε σε αυτά τα πραγμάτα, αλλά θυμάμαι την ενθουσιασιώδη ατμόσφαιρα. Αυτό που θυμάμαι είναι ότι οι γονείς μου αγόρασαν ένα σπίτι για το καλοκαίρι στα Καλά Νερά, ένα χωριό του Πηλίου, αλλά πάνω στη θάλασσα. Και εμείς πηγαίναμε εκεί για τα Σαββατοκύριακα, και θυμάμαι ότι συσκευάζανε τα τρόφιμα σε μεγάλα καλάθια, και στη συνέχεια μπαίναμε στο τρένο. Ο υποτακτικός που φρόντιζε το μέρος εκείνο έρχονταν πάνω σε άμαξα με άλογο για να μας παραλάβει από το σιδηροδρομικό σταθμό, και να μας πάει στην βίλα όπως συνηθίζαμε να το αποκαλούμε. Και αυτές ήταν από τις πιό αγαπημένες μου στιγμές. Μου άρεσε τόσο εκεί. Το καλοκαίρι μείναμε για ένα μήνα ή δύο, ή ίσως και περισσότερο.. Ίσως πηγαίναμε και το χειμώνα, δεν θυμάμαι, αλλά μάλλον για μικρό χρονικό διάστημα.

Ήμουν έξι χρονών, και πήγα κατευθείαν στην πρώτη τάξη. Δεν υπήρχαν νηπιαγωγεία εκείνες τις ημέρες. Όταν πήγα στην πρώτη τάξη, ένα μήνα αργότερα, ξέσπασε ο πόλεμος με την Ιταλία. Και το σχολείο έκλεισε για λίγο. Οι άντρες εκπαιδευτικοί έφυγαν για τον πόλεμο, και από τότε φύγαμε από το Βόλο…

Η συνέντευξη συνεχίζεται (αντιστοιχεί σε κείμενο 130+ σελίδων!), και η κυρία Νεχαμά διηγείται πως πήγανε πρώτα σε ένα σπίτι στην Αγριά, και μετά στα μέσα του 1943 φύγανε για την Αθήνα με καΐκι και ψεύτικα χαρτιά. Εκει κρυφτήκαν σε διάφορα σπίτια. Σε ένα από αυτά κάποιοι τους καταδώσανε και συνελήφθηκε ο πατέρας της από έλληνες συνεργάτες των Γερμανών. Ο Μουρτζούκος κατάφερε να τους δωροδοκήσει και να φύγει. Η οικογένεια πέρασε το υπόλοιπο μέρος της κατοχής κρυβόμενη σε διάφορα σπίτια. Η συνέντευξη αναφέρεται στην μετά την Κατοχή εποχή αλλά και στην μετάβαση της κ. Π. Νεχαμά στην Αμερική.

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized and tagged , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s