No 1052. H Πασχαλιά του παλιού καιρού (του Κ. Λιάπη)

Χριστός Ανέστη!
Το κείμενο αυτό του Κώστα Λιάπη από τις περίφημες Ώρες του Πηλίου μας θύμισε προχτες ο φίλος της σελίδας Giorgio Asderis. Τμήμα του επαναλαμβάνω σήμερα.
Η φωτογραφία είναι του Κ. Βαρωτά και την έχει αναρτήσει ο φίλος Thanasis Germanos.

“Την πιο τρανή, πιο λαμπρή – όνομα και πράγμα – γιορτή της χρονιάς αποτελούσε για το τρισμακάριστο βουνό ή Πασχαλιά. Απ’ την τριήμερη γιορταστική ευωχία της κανένας πηλιορείτης, πλούσιος ή φτωχός, μικρός ή μεγάλος, γερός η σακάτης δεν απόλειπε. Ακόμα κι οι πλούσιοι ταξιδεμένοι ντόπιοι το χαν σε κακό να λείψουν έστω και για μια χρονιά άπ’ τη Λαμπρή του χωριού τους. Άλλωστε, δίχως αυτούς τους μουσαφίρηδες η Πασχαλια ήταν άνοστη και για τους χωρικούς. Τούτοι οι αρχοντάδες θα ‘διναν το ιδιαίτερο χρώμα με την εκκεντρική πολλές φορές παρουσία τους και με τον μπόλικο πάντα παρά τους στο χωριό και στη Λαμπρή του.

Αλλά κι ο φτωχόκοσμος των ξωμάχων τούτες τις άγιες μέρες φάνταζε αλλιώτικος. Οι νοικοκυραίοι θάχαν κάνει έγκαιρα το κουμάντο τους κι απ’ το κάθε κονάκι κι απ’ το κάθε άτομο δε θα ‘λειπε στο πασχαλινό ραβαΐσι τίποτα από κείνα πού δίνουν τη χαρά και την ευφροσύνη. Τα φαμελίτικα κελάρια μεγαλοβδομαδιάτικα ήταν κατάγιομα απ’ τίς πασχαλινές κομπανίες, το βασταμένο για την περίπτωση αρνοκάτσικο δεν έλειπε από κανένα κατώι, οι καινούργιες αλλαξιές και τα λογής – λογής πλουμίδια μικρών και μεγάλων καρτερούσαν βολεμένα στο «καλό δωμάτιο» τη μεγάλη ώρα να μορφοστολίσουν και να βγάλουν ασπροπρόσωπο σε τούτη τη γενική χαρά τον «πάσα ένα».

Πριν απ’ τα μεσάνυχτα του μεγάλου Σαββάτου, σε πολλά πηλιορείτικα χωριά ξεκινούσαν οι «βαρδιάνοι» με τα χοντρά ματσούκια τους για νά ξυπνήσουν έγκαιρα, πριν απ’ τηv Ανάσταση, τους πιστούς. Ανάσταση δίχως να συγκεντρωθεί όλος ο κόσμος στην εκκλησιά είταν τότε αδιανόητη. Κι όταν ερχόταν επιτέλους ή ώρα να βγει το εκκλησίασμα στην πλατεία τής εκκλησιάς πού είταν – κι είναι δα – ή ίδια συνήθως και πλατεία του χωριού και να πει ο παπάς το “Χριστός ‘Ανέστη”, γινόταν … ανάστα ο Κύριος.

Δεν υπήρχε τότε στο χωριό γκρας, καραμπίνα και παλιό σκουριασμένο καριοφίλι πoυ να μην ανάψει κείνο το ευλογημένο βράδυ. Πόλεμο σωστό κάνανε οι μαχαλάδες ποιος θα ξεπεράσει τον άλλον στο ντουφεκίδι.

Σ’ ολονών δε τα χείλια τούτες τις περισσά ευφρόσυνες στιγμές θ’ άνθιζε το λουλούδι τής αγνής χαράς και στην καρδιά η λαμπριάτική λαμπάδα άναβε τη φλόγα της άδολης αγάπης, αυτής που σκορπιζόταν σπάταλα σε μύριες κι όμορφες καρδιοστάλαχτες ευχές

– Χριστός Αvέστη … Χρόνια πολλά … Ζωή, χαρά κι ευτυχία παιδιά … Να ζήσετε Και να ζήσουμε…

Κι ως ξεκινούσε απολείτουργα το λεφούσι των πιστών για τα κονάκια του, γινόταν μέρα η νύχτα απ’ τις αναμμένες λαμπάδες. Με τούτο το φως άναβαν το καντήλι του αγίου στο σπίτι, άναβαν και τη φωτιά να ζεστάνουν την ετοιμασμένη απ’ τ’ απόγευμα μαγειρίτσα. Τούτη τη φωτιά την κρατούσαν σαράντα μέρες αναμμένη και τις λαμπριάτικες λαμπάδες τις φύλαγαν ολοχρονίς στα εικονίσματα και τις άναβαν μοvάχα σε περιπτώσεις θεομηνίας όταν ήθελαv δηλαδή να γλιτώσουν το δεvτρολόι ή τα κηπευτικά τους απ΄την κακοκαιρία, ή την κάθε σοδιά τους απ’ το διαολεμένο στο Πήλιο γαρμπή.

Αλλά το πιο τρανό ραβαΐσι γινόταν ανήμερα. τής Λαμπρής. Απ’ τα χαράματα κιόλας άρχιζαν οί καινούργιες … πολεμικές προετοιμασίες για να μην υστερήσει … ηχητικά τουλάχιστον το χωριό απ τα διπλανά του και στη δεύτερη ανάσταση που γινόταν, όπως δα και σήμερα νωρίς το ίδιο απόγευμα. Εξ άλλου οι έχοντες το γενικό πρόσταγμα στην παραδοσιακή επιχείρηση «Ιούδας», φρόντιζαν και τούτοι από πολύ νωρίς ώστε να είναι έτοιμο το φριχτό ανθρώπινο ομοίωμα του τρισκατάρατου μαθητή.

Νωρίς το απόγευμα το κρέμασμα του Ιούδα στο καμπαναριό ή σ΄ αλλο κεντρικό σημείο του χωριού, έδινε το σύνθημα για το ξέσπασμα του πολεμικού οίστρου των πιστών που λυσσομανώντας δεν αργούσαν να καταξεσχίσουν με ντουφεκιές και πέτρες τον αχυρένιο προδότη, να τον παραδώσουν υστερότερα στην φωτιά και να ποδοπατήσουν αλαλάζοντας στα στερνά τη στάχτη και τα αποκαΐδια του.

Λιγο αργότερα στον ίδιο συνήθως χώρο το ευφρόσυνο όσο και πολεμόχαρο κλίμα έπαιρνε και άλλες γλεντοκοπικές προεκτάσεις. Η γιορταστική λαοσύναξη έδινε τώρα το πολύχρωμο και πολύβουο παρών της τελώντας τις καθιερωμένες απ΄την ντόπια εθιμοταξία σπονδές της στο Βάκχο και την Τερψιχόρη, ως αργά το βράδυ. Τα λαλούμενα κα΄τακεντρα στην πλατεία τόνιζαν το γλετζίδικο οίστρο των γιορταστών και υπόθαλπτάν τα ξέφρενα χοροστάσια τους.

Πρώτα θα ‘σερνε το κάβο του χορού το αρχοντολόι του χωριού και οι ξενοφερμένοι «χαβατσιάδες» (έτσι συνήθιζαν να λένε τους Αιγυπτιώτες πηλιορείτες, τουλάχιστον στο Ανατολικό Πήλιο) που είταν και οι ιδιαίτερα γαλαντόμοι για τους οργανοπαίχτες της μουσικής κομπανίας κι ύστερα οι απλοί χαροκόποι, οι άδολοι ξωμάχοι των χωριών, οι διψασμένοι για την ανάκαρα του πασχαλινού κεφιού. Και ο γλεντοκοπικός οίστρος του λαμπριάτικου χορευτικού πανηγυριού συνεχιζόνταν ως τα βαθιά μεσάνυχτα απ’ τους ξαναμμένους ρέκτες του πιοτού και του χορού στα καφενομάγαζα του χωριού.

Κι ερχόταν η Λαμπροδευτέρα που είτανε και η κύρια μέρα του ψητού αρνιού. Μοσχοβολούσαν οι ρούγες των σπιτιών απ΄την κνίσα των ψημένων σφαχταριών που είτε απ’ την σούβλα, είτε απ’ τους χωριάτικους φούρνους, προετοιμάζαν καινούργιες ευωχίες και χαροκόπια.

Διάπλατα ανοιχτές οι αυλόπορτες των σπιτιών, ολάvοιχτες και οι καρδιές των χωρικών να κυκλοφορεί ελεύθερα η λαμπριάτικη αγάπη, η άδολη χαρά και το ξέφρενο γλεντολόι.

Και το ευφραντικό κλίμα έπαιρνε όλο και πιο πλατιές διαστάσεις. Οι πίπιζες και τ’άλλα λαλούμενα τσίριζαν στις απλωσιές του χωριού το τραγούδι της χαράς και του κεφιού, το ντόπιο ρακί και το «καΪκ΄κίσιο» κοκκινέλι κυλούσαν ασταμάτητα στους καταπιώνες των μερακλωμένων συμποσιαστών, μαζί με τα πασχαλιάτικα μεζελίκια, τα κόκκινα αυγά, τους μπακλαβάδες και τ’ άλλα πηλιορείτικα εκλεκτά εδέσματα και το χοροστάσι το τρελλό έδινε κι έπαιρνε κάτω από τις ανθισμένες και ευωδιαστές φυλλωσιές που απόπνεαν μαζί με τα δικά τους ανοιξιάτικα μύρα κι έναν τόνο ανθρώπινης ευωδίας και ευφροσύνης.

Απόβραδα της τρίτης μέρας του Πάσχα αποκάρωνε το κέφι και ξεθύμαινε ο γλετζέδικος οίστος. Απ΄την επαύριο, όλος αυτός ο κόσμος της ευφροσύνης αποχαιρετούσε τα λαμπριάτικα εθιμικά γιορτάσια και τα παραδοσιακά πασχαλινά ξεφαντώματα και ξαναγυρνούσε στη ρουτίνα του γεωργικού του μόχτου και της σκληρής καθημερινής βιοπάλης.”

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized and tagged , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s