Νο. 1054. Ο σεισμός – του Λευτέρη Τσίλογλου

Ο δεύτερος σεισμός του 1955 στις 21/4 ήταν μικρότερος αλλά αρκετά καταστροφικός μιας και πολλά σπίτια είχαν ήδη υποστεί σημαντικές ζημιές από τον πρώτο σεισμό της 19/4. Σήμερα 20/4 ανάμεσα στις “επέτειους” του πρώτου και του δεύτερου σεισμού, διαβάζουμε ένα κείμενο του αγαπητού μας Λευτέρη Τσίλογλου. Η φωτογραφία είναι κομμάτι από τρίπτυχο πίνακα του Αγήνορα Αστεριάδη με τίτλο “Σεισμός του 1955” (δείτε στην υποσημείωση για περισσότερες πληροφορίες).
——
Ο πρώτος σεισμός που έζησα, ήταν στο Βόλο το 1955. Με βρήκε τη στιγμή που καθόμουν αμέριμνος στην τουαλέτα. Μια εμπειρία που όταν την πρωτοσυναντάς, σε ταράζει έτσι κι αλλιώς, αλλά εκεί που ήμουν πλήρως αφημένος, το ξαφνικό ταρακούνημα σφραγίστηκε μέσα μου σαν αρνητικό αίσθημα και από τότε με κυνηγάει διαρκώς. Βεβαίως, ο ίδιος ο σεισμός κρατάει λίγα δευτερόλεπτα και μετά τελειώνει. Στη διάρκεια του ό,τι είναι να συμβεί συμβαίνει πριν προλάβεις καν να το συνειδητοποιήσεις. Γίνεται όμως! Για λίγους έχει τραγικές συνέπειες, για τους πολλούς αποτελεί ένα περαστικό συμβάν. Η αγωνία δεν είναι αυτός ο ίδιος ο σεισμός.

Η αγωνία και το βασανιστήριο είναι η διαρκής ανησυχία, η αδιάκοπη αναμονή για το επόμενο ραντεβού μαζί του. Όποιος δεν έχει αυτή την αγωνία να μου τον δείξετε, να τον γνωρίσω! Για όποιον δεν φοβάται το σεισμό δυο ερμηνείες μόνο μπορώ να δώσω. Πρώτον γιατί μέχρι τώρα δεν είχε την «τύχη» αυτής της εμπειρίας και δεύτερον γιατί είναι από εκείνη την παράξενη, αντιπαθή – για μένα – και χοντρόπετση κατηγορία ανθρώπων, που δεν τη ζηλεύω και θα μπορούσα να ισχυριστώ ότι μάλλον τη λυπάμαι. Είναι εκείνοι που έχοντας στην πραγματικότητα κλειστούς τους δρόμους επικοινωνίας με το περιβάλλον, έχουν αυθαίρετα βαπτίσει την αναισθησία τους ως ψυχραιμία και θάρρος. Εμένα ο φόβος του σεισμού είναι βαθειά χαραγμένος μέσα μου και τον συνάντησα πολλές φορές στη ζωή μου, ιδιαίτερα όταν, στους σεισμούς των Αλκυονίδων νήσων, είχα και μικρό παιδί.

Ο σεισμός στο Βόλο του ’55, πέρα από τις δεκάδες ανθρώπινα θύματα προκάλεσε ανεπανόρθωτες υλικές ζημιές στην πόλη, πλήγωσε τα ωραία νεοκλασικά σπίτια που είχε το κέντρο της και άφησε άστεγους χιλιάδες κατοίκους της. Ανάμεσα στα κτίρια ήταν και τα σχολεία κι εκείνη η σχολική περίοδος τελείωσε με μαθήματα στο ύπαιθρο.

Από εκείνη τη χρονιά και με φθίνουσα πορεία στα επόμενα χρόνια, ο Βόλος έχασε την αρχική του λάμψη και έπαψε να είναι το πρώτο αστέρι της Θεσσαλίας. Για αντικειμενικούς λόγους άρχισε να αναδεικνύεται η Λάρισα. Με ιδιαίτερα φροντισμένη πολιτική πίεση από τον τότε σημαντικό πολιτικό παράγοντα και πρόεδρο της Βουλής Ροδόπουλο τον γνωστό με το προσωνύμιο ο Μοχλός, και τη σταδιακή μεταφορά των κεντρικών υπηρεσιών από το Βόλο στη Λάρισα, με το φυσικό άνοιγμα του αυτοκινη-τόδρομου Αθήνας- Θεσσαλονίκης, το λιμάνι του Βόλου, ως μοναδική διέξοδος για τη μεταφορά των προϊόντων του κάμπου της Θεσσαλίας, έχασε μεγάλο μέρος από την αρχική του σημασία. Έμειναν τα εργοστάσια σιδηροβιομηχανίας, κλωστοϋφαντουργίας, επεξεργασίας καπνού και ένας μεγάλος αριθμός ειδικευμένων βιομηχανικών εργατών. Η κρίση στη βιομηχανία στέρησε σε ένα ποσοστό κι αυτό το πλεονέκτημα.

Έμεινε μόνο το πλεονέκτημα της φυσικής θέσης της πόλης, η γειτνίαση της θάλασσας, οι καλλονές του Πηλίου με τα πανέμορφα χωριά του και η αυξανόμενη ανάπτυ-ξη του τουρισμού. Μεγάλο χτύπημα στην πόλη ήταν η αναχώρηση, κυρίως για την Αθήνα, ενός μεγάλου αριθμού ευκατάστατων αστικών οικογενειών που είχαν τη δυνατότητα της μετεγκατάστασης. Η πόλη έχασε ένα μεγάλο κομμάτι από το ειδικό ά-ρωμα πολιτισμού που προηγουμένως τη διέκρινε. Ο Βόλος, παρότι επαρχιακή πόλη, είχε από παλαιά πλούσια καλλιτεχνική και πολιτιστική παράδοση με αντίστοιχους συλλόγους και πυκνό πρόγραμμα εκδηλώσεων πολιτισμού.

Μια ενισχυτική ένεση για την εικόνα της πόλης ήταν η ίδρυση του Πανεπιστημίου.. Δεν αναφέρομαι στους προφανείς οικονομικούς λόγους, που η ίδρυση επέφερε στην πόλη. Για αυτούς ας μιλήσουν άλλοι ειδικοί και ενδιαφερόμενοι. Προσωπικά εστιάζω την προσοχή μου στο γεγονός πως χιλιάδες νέοι, δραστήρια άτομα, γεμάτοι όρεξη για ζωή και γνώση, από όλες τις γωνιές της πατρίδας μας, μπόλιασαν με ενέργεια την πόλη, με τη νιότη τους, με το δυναμισμό και τα ενδιαφέροντά τους ζωντάνεψαν κι ανα-νέωσαν την πολιτιστική ζωή της. Μην ξεχάσω να πω ότι η επίδραση αυτή είναι αμφίδρομή. Και η πόλη τους μπόλιασε με το ειδικό άρωμά της.

Είναι μια ευκαιρία να υπενθυμίσω σ’ αυτό το σημείο- γιατί τελικά όλα τα παίρνει ο άνεμος και μερικά πράγματα δεν πρέπει να ξεχνώνται- το «κόλπο» με τον οποίο χάθηκαν πολλοί ελεύθεροι χώροι αλλά και μια σειρά από πλατείες στη Νέα Ιωνία. Με τους μεγάλους σεισμούς στο Βόλο τη δεκαετία του πενήντα, για κάποιο διάστημα στήθηκαν στους χώρους και τις πλατείες σκηνές και πρόχειρα τσαντίρια. Λογικό κι εξηγήσιμο σε πρώτη φάση. Από ντόπιους κατοίκους αλλά κυρίως από ξένους άστεγους ή έξυπνους που πάντα υπάρχουν και που «μύρισαν» την ευκαιρία για δωρεάν οικόπεδο. Σημειωτέον ότι τα χαμόσπιτα της Νέας Ιωνίας, λόγω κυρίως του μεγέθους τους, δεν έπαθαν με το σεισμό τις μεγάλες καταστροφές των σπιτιών της κάτω πόλης του Βόλου.

Τα πρόχειρα αυτά καταλύματα έγιναν στη συνέχεια μόνιμες κατοικίες και στα επόμενα χρόνια και με τους αναπόφευκτους «αγώνες» και την εύκολη συμπαράσταση που προσφέρουν απλόχερα αθώοι κι ανυποψίαστοι συμπολίτες στους «καημένους και φτωχούς συνανθρώπους» μας, πήραν τίτλους ιδιοκτησίας και σήμερα στη θέση των πλατειών μπορείς να συναντήσεις κακάσχημες πολυκατοικίες με ενοικιαζόμενα δωμάτια για τους φοιτητές του Πανεπιστημίου.

Ο «χαζός» και νομιμόφρων πολίτης, που ξαναγύρισε στο προσφυγικό του σπίτι των λίγων δεκάδων τετραγωνικών, έμεινε εκεί που τον έταξε η φτωχή του μοίρα. Αυτή είναι η κοινωνική αντιμετώπιση. Πρέπει όμως για λόγους μιας κάποιας δικαιοσύνης να ειπωθεί ότι το δώρο των κρατούντων σε μερικούς άρπαγες της εποχής απαίτησε κάποια στιγμή το αντίστοιχο αντίδωρο, το οποίο σε δοσμένες ευκαιρίες δόθηκε και με το παραπάνω.

Όπως ήδη προανέφερα, στους σεισμούς στις αρχές της δεκαετίας του’80 ήμουν στην Αθήνα κι η αγωνία μου βρήκε άλλη δικαιολογητική βάση. Είχα μικρό παιδί και ο φόβος ήταν και για τη δική του ασφάλεια. Ο σεισμός της Πάρνηθας παρά τα υπερεκατό αθώα- και τελικά αδικαίωτα- θύματά του και παρά το γεγονός ότι το επίκεντρο ήταν τόσο κοντά, με βρήκε πιο έμπειρο και ψύχραιμο. Είναι χαρακτηριστικό ότι πα-ρέμεινα μέσα στο σπίτι έχοντας τώρα τη γνώση ότι εκεί είναι ασφαλέστερα. Δεν γίνεται διαφορετικά. Ο σεισμός είναι ένα φυσικό φαινόμενο και πρέπει να συμβιώσουμε μαζί του.

Θα πρέπει μόνο, για την ιστορία, να ειπωθεί η διαολεμένη σύμπτωση. Κατά τη διάρκεια των πανεπιστημιακών μου σπουδών ένα από τα βασικά μαθήματα στο Φυσικό τμήμα ήταν και το μάθημα της Σεισμολογίας, που πέρα από τη θεωρητική μελέτη του είχε κι εργαστηριακές ασκήσεις που γίνονταν τότε πάνω στο Αστεροσκοπείο. Μια από τις ασκήσεις ήταν ο προσδιορισμός του επικέντρου ενός σεισμού. Σε μένα η μοίρα το έφερε έτσι ώστε ο σεισμός που μου ζητήθηκε, με βάση κάποια στοιχεία που μου δόθηκαν, να προσδιορίσω το επίκεντρό του, ήταν ο σεισμός που με βρήκε στην τουαλέτα. Αυτός με τον οποίο είχα, το 1955, το πρώτο ραντεβού μαζί του.

ΣΗΜ. Ο πίνακας “Σεισμός του 1955” του Αγήνορα Αστεριάδη είναι ένα τρίπτυχο έργο που βρίσκεται στην Δημοτική Πινακοθήκη Κατσίγρα στην Λάρισα. Αναφέρεται συγκεκριμένα στον σεισμό των Σοφάδων του 1954, παρόλο τον τίτλο του. Η φωτογραφία εδώ δείχνει το τρίτο (δεξιό;) φύλλο διαστάσεων 67 χ 122 εκ.) που “ιστορείται πάλι η ώρα του σεισμού και μάλιστα με μεγαλύτερη ένταση [από τα άλλα φύλλα], καθώς τα άλογα σηκώνονται στα δύο πόδια, οι άνθρωποι τρέχουν, τα οικοδομήματα πέφτουν και η φωτιά – που συνοδεύει συχνά το σεισμό – ολοκληρώνει την καταστροφή που διαδραματίζεται μπροστά σε ένα σκοτεινό ταραγμένο ουρανό ενώ και ο προσωποποιημένος ήλιος μοιάζει να σκοτίζεται … Το μνημειακό αυτό έργο πλάτους [των τριών φύλλων ] 3.24 μ. είναι ένα από τα σημαντικότερα έργα της ελληνικής ζωγραφικής μέσα στο πλαίσιο της Γενιάς του ’30, που καταγράφει με εικαστικές μορφές που έρχονται από την μακραίωνη παράδοση – αλλά διατυπώνονται χωρίς μορφολογικές μιμήσεις, με το προσωπικό ύφος του Αστεριάδη” (κείμενο από το άλμπουμ Αγήνωρ Αστεριάδης 1898-1977, έκδοση Μουσείου Μπενάκη, Αθήνα 2011). Παρόλο ότι το κομμάτι αυτού του πίνακα έχει στοιχεία Λαρίσης (η γέφυρα, και ο ναός δίπλα), νομίζω είναι ένα έργο που αξίζει να το ξέρουν οι Βολιώτες. Άλλωστε οι σεισμοί “τίμησαν” και τις δύο πόλεις (1941, 1954, 1955, και 1957)…

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized and tagged , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s