Νο. 1150. Χριστούγεννα του 1855 στον Κισσό


Χρόνια πολλά με υγεία!

Στα 1855 ένας άγγλος ονόματι Herny Yeats επισκέπτονταν τα αγγλικής ιδιοκτησίας μεταλλεία του ανατολικού Πηλίου. Από τις σημειώσεις που κράτησε κατά την διάρκεια της οκτάχρονης παραμονής του έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο “Οκτώ χρόνια διαμονής στην Οθωμανική Αυτοκρατορία”. Παρόλο ότι ο Yeats έφερε τον τίτλο του αιδεσιμότατου το γράψιμο του δεν είναι ιδιαίτερα γλαφυρό. Θα έλεγα ότι μοιάζει με το γράψιμο ενός μηχανικού που παρατηρεί χωρίς πολύ συναίσθημα. Παρόλα αυτά μας δίνει κάποια ιδέα για την γιορτινή ατμόσφαιρα των Χριστουγέννων στην εποχή εκείνη, στοιχεία της οποίας παραμένουν και σήμερα. Το κείμενο που ακολουθεί βασίστηκε στην μετάφραση του Αλέξη Γαλανούλη που δημοσιεύθηκε στο Θεσσαλικό Ημερολόγιο τομ 60, σελ. 129, 2011. Έχει μόνο σχετικά μικρές αλλαγές από την μετάφραση αυτή.

“Οι Έλληνες γιορτάζουν έντονα την εποχή αυτή του χρόνου με βάση τις θρησκευτικές τους συνήθειες. Μόλις αρχίσει η περίοδος της νηστείας όλοι απέχουν εντελώς από κρέας, αυγά, βούτυρο και τυρί. Η νηστεία ακολουθείται με ακρίβεια για σαράντα μέρες και κατά την διάρκεια της οι άνθρωποι τρέφονται με λαχανικά μαγειρεμένα με ελαιόλαδο. Είναι αξιοσημείωτο πόσο αυστηρά νηστεύουν όλοι, νέοι και γέροι. Δεν μπορεί κανείς να τους κάνει να δοκιμάσουν οτιδήποτε έχει έρθει σε επαφή με τις απαγορευμένες τροφές. Αν τους κόψεις μία φέτα ψωμί με ένα μαχαίρι που ακούμπησε προηγουμένως βούτυρο ή τυρί, είναι η πιο μεγάλη προσβολή.

Όταν oι σαράντα μέρες κοντεύουν να τελειώσουν, οι συζητήσεις τους άρχιζαν να χαρακτηρίζονται από την ανυπομονησία για την ώρα που θα μπορέσουν να φάνε με ικανοποίηση κρέας και όσα στερήθηκαν. ‘Επισης καθώς πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, οι λειτουργίες της εκκλησίας άρχισαν να αποκτούν μεγαλύτερο ενδιαφέρον και προσοχή. Είχα και εγώ την ευκαιρία να παραβρίσκομαι σε πολλές από αυτές τις λειτουργίες. Συνέβη να βρίσκομαι, τα Χριστούγεννα του 1855, στον Κισσό που είναι ένα αρκετά σημαντικό χωριό. Τον επόμενο χρόνο ήμουν στον κανονικό τόπο κατοικίας μου, το χωριό Μακρυράχη. Σ’ αυτά τα δύο μέρη προσπάθησα να μάθω ποιες ήταν οι παραδόσεις τους αυτή την αξιομνημόνευτη εποχή του χρόνου…..

Το βράδυ της Παραμονής των Χριστουγέννων, η οικογένεια στην οποία έμενα μου υπενθύμισε ότι νωρίς το πρωί θα πήγαιναν στην εκκλησία. Τους πρότεινα λοιπόν να πάω κι εγώ μαζί τους. Έτσι, στις δύο η ώρα το πρωί ξεκινήσαμε με τα φανάρια στο χέρι αναζητώντας, μέσα από ένα κακοτράχαλο δρομάκι, τον ναό. Καθώς μπήκαμε, ο ηλικιωμένος ιερέας ήταν καθιστός με ένα βιβλίο στο χέρι, από το οποίο διάβαζε χαμηλόφωνα. Όλες οι κανδήλες ήταν αναμμένες και γεμάτες με αγνό ελαιόλαδο και το φως που διαχεόταν μέσα στο ναό ήταν απαλό και ευχάριστο. Θα προσπαθήσω να περιγράψω μερικά χαρακτηριστικά της λειτουργίας. Ένα από αυτά ήταν οι προσφορές των ανθρώπων για την γιορτή, οι οποίες συνίσταντο από τον άρτο και το βρασμένο σιτάρι. Έχοντας καταλάβει μία θέση πολύ κοντά εκεί που αφήναν τις προσφορές, από περιέργεια άρχισα να μετράω. Αφού έφτασα μέχρι τον αριθμό 44, η προσοχή μου αποσπάστηκε από κάτι άλλο και έτσι εγκατέλειψα το μέτρημα. Όπως και να έχει το πράγμα, ο ιερέας είχε εξασφαλίσει το ψωμί για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η ποσότητα της παννυχίδας ήταν περίπου ίση με τον όγκο του πρόσφορου. Οι ιερείς συνηθίζεται να πηγαίνουν τα πρόσφορα στα καταστήματα τροφίμων όπου τα πουλάνε και του δίνουν τα χρήματα. Μια άλλη διαφορά από τις δικές μας λειτουργίες, ήταν ο τρόπος με τον οποίον τελείωσε η λειτουργία. Ο ιερέας βγήκε στην Ωραία Πύλη και όλο το εκκλησίασμα πέρασε από μπροστά του, πρώτα οι άνδρες και κατόπιν οι γυναίκες, τους πρόσφερε τα Άχραντα Μυστήρια, με ένα μικρό κουταλάκι στο στόμα, και εκείνοι του φιλούσαν το χέρι. Έτσι τελείωσε η λειτουργία.

Μετά, όλοι οι άνθρωποι μαζεύτηκαν έξω από την είσοδο της εκκλησίας, όπου παρατήρησα ακόμα μία παράξενη σκηνή. Μία ποσότητα από το βρασμένο σιτάρι τοποθετήθηκε σε ένα μεγάλο καλάθι και μεταφέρθηκε έξω από δύο δυνατούς άνδρες, που στάθηκαν πάνω σε ένα πεζούλι και το μοίρασαν στους ανθρώπους. Αυτό είχε ευλογηθεί, κατά τη διάρκεια της λειτουργίας, με το θυμιατό να έχει αιωρηθεί πολλές φορές πάνω του, και αποτελούσε το δώρο του ιερέα προς όλους, μικρούς και μεγάλους. Ο συμβολισμός ήταν ότι οι ημέρες της νηστείας είχαν τελειώσει και ήρθε η ώρα της γιορτής. H ατμόσφαιρα ήταν πολύ εύθυμη, με πολύ γέλιο και θόρυβο. Ιδιαίτερα τα αγόρια, προς το τέλος, είχαν ξεφύγει από κάθε έλεγχο.

Ύστερα επιστρέψαμε στο σπίτι. Επειδή ήταν ακόμα σκοτεινά, πολλοί κρατούσαν φανάρια για να βλέπουν το δρόμο. Στις 4:30 φθάσαμε στο σπίτι. Η φωτιά φούντωσε με ξύλα και σε λίγο το τραπέζι του πρωινού ήταν έτοιμο. Και πράγματι ήταν αρκετά πλούσιο με πολύ καφέ, τηγανιτό κρέας, αβγά, βούτυρο και τυρί,και πολύ και καλό ψωμί. Έτσι, λοιπόν, έγινε πέρασε το πρωινό των Χριστουγέννων σε οικογενειακό κύκλο, με χαρά και ευθυμία, και πρέπει να θυμάται κανείς ότι οι περισσότερες από αυτές τις πολυτέλειες των τροφίμων, που είχαν τώρα, τους έλειπαν για σαράντα ημέρες και, φυσικά, οι μετέχοντες σ’ αυτήν τη νηστεία έτρωγαν τώρα με πολύ μεγαλύτερη όρεξη. Κατά τη διάρκεια του πρωινού είχαμε την επίσκεψη του ιερέα, ο οποίος πήγαινε από σπίτι σε σπίτι διαβάζοντας ευχέλαιο και οι κάτοικοι του έδιναν ό,τι χρηματικό ποσό διέθεταν. Στο σπίτι που έμενα εγώ κάθισε για λίγο, ήπιε ένα φλιτζάνι καφέ και κάπνισε το τσιμπούκι του, ενώ κουβέντιαζε με τους οικείους, πολύ εύθυμα.

Οι επόμενες δύο ημέρες ήταν αργίες και το χαρακτηριστικό τους ήταν όμοιο με αυτές τις ματαιόδοξες διασκεδάσεις που συνοδεύονται από τη μουσική και το χορό που άρεσε τόσο πολύ στους ντόπιους.”

This entry was posted in Uncategorized and tagged , , , , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s