Νο. 1160. Γεννήθηκα στο Βόλο

“ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ στον Βόλο, που πάει να πει ήμουνα παιδί τυχερό, παιδί του βουνού και της θάλασσας, αλλά και αστή, όλα αυτά μαζί υφασμένα και αξεδιάλυτα. Είδα πορτοκαλιά ηλιοβασιλέματα στη Γορίτσα, άκουσα τις αναστάσιμες καμπάνες στην Παναγία Τρύπα δίπλα στη θάλασσα, βούτηξα από τις Πλάκες, λιάστηκα στον Άναυρο.

Μεγάλωσα στον Βόλο, που πάει να πει αλώνισα τις αλάνες όλες με τις αδελφές μου, κι ας φώναζε συνέχεια η μάνα μας πως είχαμε μάθημα αγγλικών κα ι να μαζευτούμε να διαβάσουμε. Εμείς ξέραμε από μέσα μας πως αγγλικά θα μαθαίναμε, εντάξει, τα στρατιωτάκια ακούνητα αμίλητα-αγέλαστα όμως πού θα τα ξαναβρίσκαμε;

Πρωτοπήγα σχολείο στον Βόλο, που πάει να πει Δωδέκατο δημοτικό με τον κύριο Νώντα, θεόρατα μουστάκια, θεόρατη καρδιά.

Πέρασα το ανεμοδαρμένο κατώφλι της εφηβείας στον Βόλο, που πάει να πει Ντίνα στο διπλανό θρανίο, Μαίρη, Μαρία, Σοφία, Μπέλλα δίπλα, πίσω και μπρος, πληθυντικός αριθμός, ένα τείχος φιλίας ενάντια στα μη και στα πρέπει , σώματα που ανθίζαν στριμωγμένα σε μπλε ποδιές Tseklenis και ζόρι κα εξάωρα, σχολικές αγωνίες (πώς θα αντιγράψω στο διαγώνισμα φυσικής;) εξωσχολικές απορίες (γιατί την λένε χούντα; Τι εννοούμε γαλλικό φιλί;), σπίτι, σχολείο, φροντιστήριο, βολοδέρναμε κυκλοτερώς σαν χαμστεράκια – με τον νου όμως είχαμε φτάσει στη Νέα Υόρκη.

Πέρασα δεκαοχτώ καλοκαίρια στον Βόλο, που πάει να πει βουτιές στην Άφησσο, live μπλουζ με πανσέληνο στο Μπούρτζι, ωτοστόπ στο δρόμο για Πλατανιά, πάρτι με ξυπόλυτα πόδια και «Wish you were here», εκατοντάδες παγωτά σικάγο στη Μινέρβα, εκατοντάδες νύχτες μπουρδολογίας στην παραλία, ραντεβού στην αμμουδιά πίσω απ’ το Ξενία, όλη η τάξη ένα ραντεβού!

Ξόδεψα την εφηβεία μου ολόκληρη στον Βόλο, που πάει να πει εκεί υπάρχουν όλα τα μάτια που με είδαν να ψηλώνω και να ωριμάζω σαν ροδάκινο, ροδοκόκκινη απ’ έξω, με σκουλήκια από μέσα να με τρώνε, πού θα πάω, τι θα κάνω, τι θα την κάνω τη ζωή μου – ή μάλλον τι θα με κάνει η ζωή μου;

Μεγάλωσα στον Βόλο , νερό κάτω, η θάλασσα, νερό από πάνω, το χειμωνιάτικο ψιλόβροχο που δεν στέγνωνε ποτέ. Όλη αυτή η υγρασία νότισε την ψυχή μου, την μαλάκωσε, την άνοιξε.”

Από το βιβλίο της Λένας Διβάνη ( Lena Divani ) “Αγάπη μου, συρρίκνωσα την Ελλάδα”, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2013. Η καρτ ποστάλ πρέπει να είναι γύρω στα 1970 – Ίσως του Λιαναρίδη – δεν είμαι σίγουρος.

This entry was posted in Uncategorized and tagged , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s