No. 1167. Άναβε τα καντήλια


“Από τις Μηλιές στο Ξουρίχτι, μισή ώρα δρόμος με το αυτοκίνητο, είχαν γίνει τα τελευταία τριάντα χρόνια δώδεκα ατυχήματα. Οι παλιοί λέγανε πως και πιο πριν, απ΄το 40 και μετά, κάθε χρόνο έπεφταν στο γκρεμό ένα-δυο αυτοκίνητα. Ιδίως το χειμώνα που χιόνιζε και γλιστρούσαν τα λάστιχα. Σ’ αυτές τις στροφές του Πηλίου, που έμοιαζαν με φίδι, η γκρεμίλα ήταν απότομη κι έφτανε μεριές-μεριές στα εκατό ή και στα διακόσια μέτρα. Ο δρόμος ήταν στενός και οι στροφές κλειστές. Κατά διαστήματα απ΄ την μεριά του γκρεμού είχαν χτιστεί δώδεκα μικρά εικονοστάσια εις ανάμνησιν αυτών που σκοτώθηκαν. Άλλα ήταν πρόχειρα φτιαγμένα, με τις πέτρες της περιοχής στοιβαγμένες σαν ξερολιθιές και μ’ έναν ξύλινο σταυρό στην κορυφή, και άλλα ήταν πολύ περιποιημένα, με σύρτη και σιδερένιο πορτάκι, σοβαντισμένα από μάστορα.
Κάθε εικονοστάσι είχε μέσα την εικόνα του αγίου που αντιστοιχούσε στο όνομα κάθε νεκρού, το γυάλινο καντήλι, φυτίλια, λαδάκι, ξερά φύλλα δάφνης, ένα κουτί σπίρτα. Στη βάση υπήρχε μια μαρμάρινη πλάκα που έγραφε το όνομα ή και τα ονόματα των νεκρών και την ημερομηνία του δυστυχήματος. Δύο από τα εικονοστάσια είχανε τον Αη-Γιώργη που σκοτώνει τον δράκοντα, καβάλα στ’ άλογο, ένα τον Ιωάννη τον Πρόδρομο, πολύ νέο, που έμοιαζε με το ψηφιδωτό της Αγίας Σοφίας. Για τον Προκόπη, τον υδραυλικό από την Τσαγκαράδα, υπήρχε ο Άγιος Προκόπιος, ο πολεμιστής άγιος με τη φολιδωτή πανοπλία και για τη Μαρίνα, τη φοιτήτρια από τις Μηλιές, η Αγία Μαρίνα που έμοιαζε με την ζωγραφιά του λαϊκού ζωγράφου Παγώνη. Τρία είχαν την Παναγία με τον Χριστό αγκαλιά. Ένα τον Άγιο Κωνσταντίνο με την Αγία Ελένη και το σταυρό στη μέση, άλλο τον Άγιο Νικόλαο με το ευαγγέλιο στο χέρι. Το πρώτο καθώς ανεβαίνουμε, είχε την Σταύρωση και το τελευταίο την Ανάσταση του Χριστού με τους φύλακες να κοιμούνται γύρω από το μνημείο.
Τη φωνάζανε Λίτσα και ήταν η καρβουνιάρα της περιοχής. Είχε καμίνι στο Ξουρίχτι. Έφτιαχνε την αρχέγονη τούμπα μαζί με τα δυο ανίψια της σ΄ ένα χωράφι δίπλα στο σπίτι της. Η δύσκολη εργασία, που μετέτρεπε τα ξύλα σε κάρβουνα επαναλαμβανόταν πολλά χρόνια απαράλλαχτη. Καμιά βοήθεια δεν είχε από τη σύγχρονη τεχνολογία, ούτε και την επιθυμούσε. Γνώριζε πως θα στήσει τα ξυλα, πώς θα ρίξει τη λάσπη, πώς θ’ ανάψει τη φωτιά, πώς θ’ αφήσει τις διαφυγές του καπνού, ενώ τα ξύλα θα καίγονται. Τέλος πως θα τα σβήσει στην κατάλληλη στιγμή. Από τις Μηλιές μέχρι τη Ζαγορά, απ΄αυτήν ψώνιζαν τα κάρβουνα. Μόλις πέθανε ο άντρας της, μετά από πολύχρονη ασθένεια, αποφάσισε να πάρει δίπλωμα οδήγησης και τα κατάφερε στα σαράντα της. Κατέβηκε στο Βόλο και αγόρασε από μάντρα ένα παλιό στρατιωτικό αυτοκίνητο Ντόιτς ημιφορτηγό, με μεγάλες ρόδες και καρότσα που την σκέπαζε με ένα καραβόπανο. Από τότε άρχισε να μοιράζει τα κάρβουνα στα μαγαζιά και κάθε βράδυ, βρέξει χιονίσει, άναβε τα δώδεκα καντήλια.

Καμιά νύχτα δεν έλειψε. Γύρω στις έξι το χειμώνα και γύρω στις οχτώ το καλοκαίρι κατηφόριζε. Τίποτα δεν μπορούσε να την σταματήσει. Όσο πιο δύσκολη η διαδρομή, τόσο πιο ευχαριστιόταν. Ιδιαιτέρως της άρεσε να βλέπει στο χιόνι τα αποτυπώματα από τις ρόδες, που μετά από λίγο έσβηναν. Το αυτοκίνητο σπάνια κολλούσε στο χιόνι. Όμως δυο φορές τη βρήκαν οι εκχιονιστικές μπουλντόζες το πρωί. Το Ντόιτς ήταν σκεπασμένο ολόκληρο απ’ το χιόνι και αυτή, τρέμοντας από το κρύο, προσπαθούσε να ζεσταθεί τυλίγοντας πάνω της φλοκάτες και κουρελούδες.

Δεν ήταν ιδιαιτέρως θρήσκα. Στην εκκλησία πήγαινε μόνο στις μεγάλες γιορτές, αλλά ένιωθε πως βρήκε για τον εαυτό της μια αποστολή, ένα καθήκον. Σαν να ήθελε ν’ αρπαχτεί από κάτι, να το πιστέψει, να το υπηρετήσει.

Όταν κάποιο συγγενείς των νεκρών επισκέπτονταν το Πήλιο, περνούσαν απ’ τη μάντρα της στο Ξουρίχτι. Η Λίτσα τους κερνούσε τσίπουρο με τουρσί και τους έβγαζε σπεντζοφάι με λουκάνικο δικό της. Οι επισκέπτες της άφηναν λάδι και φιτίλια για τα καντήλια. Μετά, Χριστούγεννα και Πάσχα, η Λίτσα τους έγραφε ευχές, γιατί τους θεωρούσε συγγενείς της. Την παραμονή των Χριστουγέννων, όσοι έβλεπαν από μακριά την πορεία του παλιού αυτοκινήτου με την φωτισμένη καρότσα σταυροκοπιόντουσαν. Έμοιαζε με μυστική λιτανεία, σαν καθημερινό, αναμενόμενο θαύμα. Έσκαβε με τα χέρια της το νωπό χιόνι, για ν’ αποκαλύψει το σταυρό και το πορτάκι στο εικονοστάσι. Οι μικρές φλογίτσες από τα δώδεκα εικονοστάσια ζεσταίναν την ψυχή της. Καθώς το αυτοκίνητο αγκομαχούσε στην ανηφόρα, ένοιωθε πως την χαιρετούσαν οι ψυχές των νεκρών, πως της χαμογελούσαν οι άγιοι.

Έπεσε γυρίζοντας στο χωριό της. Το Ντόιτς, διακόσια μέτρα κάτω στον γκρεμό, σαπίζει χρόνια τώρα. Για την Λίτσα – αλήθεια ποιο ήταν το βαφτιστικό της όνομα; – δεν χτίστηκε εικονοστάσι. Όμως όσοι βλέπουν το γκρεμισμένο αυτοκίνητο και ρωτούν τους παλιούς μαθαίνουν τ΄ όνομά της. «Λίτσα τη λέγανε και άναβε τα καντήλια»…”

—–
Διήγημα, παραβολή ή αληθινή ιστορία;
Από το βιβλίο του Βολιώτη σκηνοθέτη και συγγραφέα Λάκη Παπαστάθη «Η ήσυχη και άλλα διηγήματα», εκδόσεις Νεφέλη 2005. http://lakispapastathis.gr/bio-2/
H φωτογραφία

είναι από το Google Maps.
This entry was posted in Uncategorized and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s