Νο 1187. Ένας θησαυρός. Τα ποιήματα του Γιάννη Τσίγκρα.


Τις τελευταίες μέρες, εν μέσω κάποιων προσωπικών δυσκολιών, είχα παρέα έναν τεράστιο τόμο ποιημάτων. 900 σελίδες με τα ποιήματα του Γιάννη Τσίγκρα που μου έδωσε ο Βασίλης Λαλιώτης – τον ευχαριστώ ιδιαίτερα.

Όσο περισσότερο τα διάβαζα τόσο περισσότερο μου άρεσαν. Το ύφος μελαγχολικό, ίσως αθεράπευτα ρομαντικό. Θέματα που μερικά από αυτά κάποιοι ίσως τα θεωρήσουν απλοϊκά (ω, πόσο λάθος κάνουν!..). Ο Τσίγκρας ήταν ένας απίστευτα οξύς παρατηρητής της ζωής. Το διεισδυτικό του βλέμμα μάζευε υπομονετικά νήματα και ρετάλια οπτικά και η ευαίσθητη ψυχή του έπλεξε ένα απίθανο υφαντό. Ιδιαίτερα με συγκίνησαν οι πάμπολλες αναφορές του στα διάφορα σημεία του Βόλου. Υπάρχουν βέβαια και άλλες πλευρές του έργου του που είναι σίγουρο ότι θα δώσουν μια διάσταση πολύ ευρύτερη από την τοπική σημασία του. Αλλά αυτό το κομμάτι της δουλειάς του συντονίστηκε με την αγάπη μου για την περιοχή.

Διαβάζοντας τα ποιήματα του, πέρασα με την φαντασία μου ξανά από το τσιμεντόπλοιο στα Πευκάκια, στην περιοχή που μαζεύαν τα μαμούνια για τους ψαράδες, στην βασιλική της Δαμοκρατίας, στην Μπουμπρουλήθρα, τα «τηγανάκια» στα έλη της Αρχαίας και Πρωτοχριστιανικής Δημητριάδας,το Φωταέριο, του Τσαλαπάτα, τα στενά της Νεάπολης και των Παλιών, τον Άγιο Ελευθέριο των φυλακών της πλατείας Ρήγα Φεραίου, την Μεταμόρφωση, τα νεοκλασικά με τους φοίνικες, τον Άναυρο, το παλιό γήπεδο του Ολυμπιακού, τον Αη Ταξιάρχη Πορταριάς, την Αδάμενα…

Διαβάζοντας τα ποιήματα του, γνώρισα ανθρώπους συγγενείς του, όπως τον παππού του Γαρύφαλλο και την γιαγιά του Χρυσάνθη (βέρα βασιλική αυτή κι εκείνος βενιζελικός), τον πατέρα του που με το υπ. αριθμ. 612 μηχανάκι μετέφερε μπογιές Βλασσόπουλου στα χωριά του κάμπου. Ξαναείδα με τα δικά του μάτια, την εμφάνιση του Παπαδιαμάντη στην Πορταρία και την επίσκεψη του διάδοχου στο Θεοξένια που σημαδεύτηκε από το περίφημο “μπήξε διάδουχι μακαρουνάδα” κάποιου άγνωστου χωριανού…

Με συγκίνησαν ιδιαίτερα οι αντιήρωες του – μια σειρά αληθινών ανθρώπων – από εκείνους που πολλοί από μας προσπαθούμε να παίρνουμε τα μάτια μας από πάνω τους. Ο Τάκης ο Μπούλιας (ή Παναγίτσας) που κόλλαγε εικονίτσες αγίων στο κουστούμι του για να τον φυλάνε από τις συχνές κρίσεις επιληψίας. Η Ανδριάνα, ο κωφάλαλος τραβεστί που δούλευε στα σφαγεία “που το ’χαν σε καλό, οι νοικοκυρές, να τον φιλοξενούν να τους μιλάει για κεντήματα”. Ο Αντρέας ο φωτογράφος “που έπιανε γωνιές τους στο φακό, τους νιόπαντρους που άφηναν τα όνειρά τους να αιωρούνται στα δωμάτια”. Οι μαμουνατζήδες, ο Κώστας κι ο Τσιγκιτσάγκας. Οι “αρχαϊκοί και ειλικρινείς ζητιάνοι” των Αγίων Αναργύρων. “Ο κουτσο–Γιάννης ο σιωπηλός, άπλωνε το χέρι του σε ορθή γωνία, μ’ ένα ρακένδυτο, ισχνό όσο και οι νέες λεύκες των δρόμων σώμα. Πιο πέρα το χαζο–Φταλιώ, ένας θηλυκός Φάλσταφ, σωρός από λίπος, αυτό που θάλεγαν οι παπαδιαμάντειοι αγυόπαιδες σαβουρόκοφα, λοξύγγιαζε παρακαλώντας και βρίζοντας. Υπήρχε ακόμη ο ευγενικός και καλοντυμένος λεπτός κύριος που στη συνέχεια έπαιρνε ένα – ένα στη σειρά τα σπίτια ζητώντας (μόνιμη ταρίφα) μια φετούλα ψωμί – τόσο ψωμί τι τόκανε;”…

Όσο διάβαζα, τόσο περισσότερο έβλεπα καθαρότερα μια ψυχή λεπτή, ένα πνεύμα ανήσυχο, ένα νου που είχε συμφιλιωθεί με τις δραματικές αντιθέσεις της ζωής, ένα άνθρωπο που βρήκε το δρόμο του και μας άφησε ένα τρόπο να “ξαναδιαβάσουμε” τον τόπο μας και τους εαυτούς μας.

Πιστεύω ότι οι φιλόλογοι θα δουλεύουν χρόνια για να αναλύσουν το έργο του Γιάννη Τσίγκρα. Και σε κάθε στίχο που θα αναλύουν θα βρίσκουν καινούργιες, ιδιαίτερες πτυχές της ποίησης του.

Θα σας αφήσω με δύο ποιήματα που περιγράφουν δύο ιστορίες της Κατοχής που μ΄αφήσαν άφωνο.

ΕΝΑΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ
«Το συνηθισμένο κατοχικό μας παιγνίδι ήταν ν’ ακούμε, πίσω απ’ το φράχτη,
την Πατράκαινα» μου ’λεγε η μητέρα, «έστρωνε το τραπέζι
κάτω απ’ την κερασιά, μ’ ένα κομμάτι μπομπότα και δυο καρέκλες:
-Φάε Δημητράκη το κρέας, έλεγε, είναι κατσίκι, το ’σφαξε
μπροστά μου ο Βλαχούτσος. Κι ύστερα έκανε μπάσα τη φωνή, -Χόρτασα,
γυναίκα (απαντούσε ως Δημητράκης η ίδια), ας μείνουμε λίγο ακόμη,
είναι τόσο όμορφα τα μαλλιά σου, γεμάτα πυγολαμπίδες.
Κι εμείς, πίσω απ’ το φράχτη, γελούσαμε σιγά, μη μας ακούσει, γελούσαμε,
ο Δημητράκης ήταν θαμμένος στη ρίζα της κερασιάς, κομμένος στα δύο
από οβίδα».

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΠΟ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΥ ΔΕ ΖΗΣΑΜΕ
«Αχ, θείτσα Χρυσάνθ’, η μαμά μ’ πουλί σι παρακαλεί,
δόμ’ ένα φιτάκ’ ψουμί, πουλί σι παρακαλεί η μαμά μ’ –
παρόλο που ήταν ο μοναδικός της φίλος, όταν δεν σκαρφάλωναν
στο Τρανό το Ρέμα, να γλυτώσουν τις οβίδες του στόλου
από το Βόλο, παίζαν μαζί τα καραβώματα, με μια φλούδα
καρυδιάς στο αυλάκι του ποτισματος, ο καθένας το δικό του καράβι,
παρόλα αυτά, «ξαναπέστο» τον βασάνιζε πριν η μάνα της
η «θείτσα Χρυσάνθ’» τού δώσει το ψωμάκι, μια φέτα φεγγερή,
που την έκοβε απ’ τη δική της μπουκιά.
Τη μάλωνε η Χρυσάνθη αλλ’ η «κασέτα» είχε ξαναρχίσει, αυτή η απαγγελία,
τη διασκέδαζε, εξάχρονο παιδί ήταν κι εκείνη.
Κάποιο πρωί είδε το αγόρι ξαπλωμένο πλάι στο αυλάκι,
κάτω απ’ το άγριο γιασεμί,
η μάνα του βουβή,
κοιτούσε το εντός της κενό, την αγκάλιασε κι έκλαψε, όσο ποτέ
στα χρόνια που ακολούθησαν.
Περίμεναν το κάρο της Κοινότητας.
Το γιασεμί μύριζε τόσο γλυκά
και ένα φλούδι καρυδιάς έπεσε πλάι του, στο νερό.

ΥΓ> Η φωτογραφία είναι του Κ. Ζημέρη γύρω στα 1936 – Άποψη των Παλιών από το Βόλο

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized and tagged . Bookmark the permalink.

One Response to Νο 1187. Ένας θησαυρός. Τα ποιήματα του Γιάννη Τσίγκρα.

  1. Pingback: Ante Quem

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s