No. 1242 Σκόπελος

“Η Σκόπελος είναι το τραγούδι ενός αστακού”..”Οι Σποράδες το ψιθύρισμα της θάλασσας στα λιόδεντρα”.. [1]

[1] Από τους “Αντίλαλους του Ελληνικού Κόσμου” που είναι το τελευταίο, εξαιρετικό κεφάλαιο του βιβλίου του Πάτρικ Λη Φέρμορ “Ρούμελη – Οδοιπορικό στην Βόρειο Ελλάδα”. Το βρήκα στο περιοδικό Νέα Εστία τεύχος 1246, Δεκ. 1986 σ. 1551 μεταφρασμένο από τον αγαπητό φίλο Νίκος Ζερβής(μπράβο!). Μπορείτε να το διαβάσετε ολόκληρο το κείμενο online εδώ: http://www.ekebi.gr/magazines/flipbook/showissue.asp?file=144350&code=7511 (πρέπει να προχωρήσετε 8-9 σελίδες). Ψάξτε να δείτε τι λέει για Βόλο, Πήλιο, Λάρισα 😉

ΣΗΜ. Η φωτογραφία είναι του Νίκου Στουρνάρα (περίπου από το τέλος της δεκαετίας του 50, ίσως και λίγο αργότερα).

Advertisements
Posted in Uncategorized | Tagged , , , | Leave a comment

1241. Σκιάθος 1918

42871433_1746204612171585_5566392892538224640_n[1]
Από τα Εθνικά Αμερικανικά Αρχεία και την συλλογή φωτογραφιών του Α’ΠΠ, λεπτομέρεια από μια πανέμορφη φωτογραφία της Σκιάθου (Δεκ. 1918)

Posted in Uncategorized | Tagged , , | Leave a comment

Νο. 1240 Τρένο Πηλίου ❤️ Γορίτσα ❤️ Βόλος ❤️ Ελλάδα ❤️

Kαρτ ποστάλ δεκαετίας 60, έκδοσις Κλ. Γρηγορούδη, που την ανέβασε ο φίλτατος Thanasis Germanos

Φωτογραφία του αγαπητού Theodoros Gavardinas

Επειδή μερικές φορές όμορφες φωτογραφίες χάνονται στα σχόλια και στην συζήτηση, ξανανεβάζω εδώ δύο τέτοιες φωτογραφίες. Η μία είναι του αγαπητού Theodoros Gavardinas και η δεύτερη είναι καρτ ποστάλ δεκαετίας 60, έκδοσις Κλ. Γρηγορούδη, που την ανέβασε ο φίλτατος Thanasis Germanos. Σας ευχαριστώ και τους δύο.

Posted in Uncategorized | Tagged , , | Leave a comment

Νο. 1239 Ο Στέφανος Στουρνάρας και η βράβευση του στην διεθνή ναυτική έκθεση του Μπορντό του 1907 


Ο αγαπητός φίλος Νίκος Βαρουξής με ρώτησε με προσωπικό μήνυμα αν ήξερα κάποιες λεπτομέρειες για την βράβευση του βολιώτη φωτογράφου Στέφανου Στουρνάρα στα 1907 στην έκθεση του Μπορντό στα 1907.
Μάλιστα μου υπέδειξε τον όμορφο οδηγό της έκθεσης ( http://1886.u-bordeaux-montaigne.fr/items/show/7359 ) στον οποίο δεν υπήρχε αναφορά για τον Στουρνάρα.

Έτσι άρχισα να ψάχνω 🙂
Αναφορά στην βράβευση αυτή του Στουρνάρα υπάρχει στο “κλασσικό” βιβλίου του Α. Ξανθάκη [1] όπου αναφέρει ότι ο Στουρνάρας είχε λάβει μέρος στην εν λόγω έκθεση με 50 (!) φωτογραφίες.όπου τιμήθηκε με αργυρό βραβείο.΄Επίσης την ίδια εποχή πρέπει να του απονεμήθηκε ο τίτλος του “Φωτογράφου της Αυλής της Α.Β.Υ. του Διαδόχου”.

Η βράβευση του Στουρνάρα στο Μπορντό γέμισε με περηφάνια τους βολιώτες και στην Θεσσαλία της 22 Δεκεμβρίου 1907 σε ένα ανυπόγραφο άρθρο με τίτλο «Εξαιρετική τιμή εις Βολιώτην καλλιτέχνην» διαβάζουμε:

«το γεγονός [της βράβευσης] είναι εξαιρετικής σημασίας και τιμητικώτατο δια τον κ. Στουρνάρα, όταν αναλογισθή τις, ότι εις την έκθεσιν τούτην έλαβον μέρος οι επιφανέστεροι των φωτογράφων της υφηλίου και ότι
ελάχιστα βραβεία απενεμήθησαν. Δίκαιος λοιπόν έπαινος οφείλεται εις τον λαμπρόν καλλιτέχνιν μας, οποίος και την τέχνην και την Πατρίδα του ετίμησεν εις την διεθνήν αυτήν έκθεσιν»

Με λίγο υπομονή και επιμονή βρήκα και την λίστα τη λίστα των βραβείων από την έκθεση [2]. Στην φωτογραφία είναι οι βραβευθέντες στην κατηγορία των γραφικών τεχνών. Ο Στουρνάρας είναι ο μόνος μη Αθηναίος Έλληνας ανάμεσα στους εντυπωσιακά αρκετούς Έλληνες που πήραν κάποιο βραβείο (4 χρυσά, 7 αργυρά και 2 χάλκινα) στον τομέα των γραφικών τεχνών.

Μία από τις 50 αυτές φωτογραφίες που υπέβαλε ο Στουρνάρας στην έκθεση του Μπορντό είναι αυτή στην αρχή του κειμένου  – με τους ανθρώπους στην Δημητριάδος. Η εφημερίδα Αλήθεια (Αθήνα) την δημοσίευσε στις 20-7-1908 με λεζάντα «Ἡ κίνησις εἰς τὴν Λεωφόρον Δημητριάδος». Οι άλλες 49, δεν ξέρουμε ποιες ακριβώς είναι, αλλά πρέπει είναι ανάμεσα στις άλλες επιστολικές κάρτες που εξέδωσε την ίδια εποχή, πιθανόν με κάποια θαλασσινά θέματα για να ταιριάζουν στο θέμα της έκθεσης. Αν κάποτε βρει κανείς κάτι παραπάνω επί του θέματος θα ήθελα να μάθω …

[1] Άλκης Ξ. Ξανθάκης “Η Ιστορία της Ελληνικής Φωτογραφίας 1839-1970, τομ Α.,, Πάπυρος, 2008 σελ. 186
[2] Exposition maritime internationale de Bordeaux 1907 : liste de récompenses https://archive.org/details/expositionmariti00expo/page/188

Posted in Uncategorized | Tagged , | Leave a comment

No 1238. Τα κάγκελα από το μπαλκόνι της Εξωραϊστικής


Τι είναι αυτό που μας αποσπά το θαυμασμό σε ένα τέτοιο άψυχο αντικείμενο; Να είναι η τέχνη που αποτυπώθηκε την στιγμή της δημιουργίας του; Να είναι η σύνδεση με το παρελθόν και με τους ανθρώπους μας που έφυγαν; Nα είναι το μυστικιστικό σημάδι που μας ενώνει σαν πόλη;
Και τα τρία και ίσως άλλα…

Με μεγάλη συγκίνηση αντίκρισα την φωτογραφία που μου έστειλε η εκλεκτή φίλη Niki Svoliantopoulou . Η ίδια μου είχε στείλει πέρυσι μια φωτογραφία του πατέρα της που δούλευε σαν εργάτης στην σκεπή της πληγωμένης από το σεισμό Εξωραϊστικής (ανάρτηση Νο. 1053 https://tinyurl.com/y9lf6w4k)

Πριν λίγο καιρό ο πατέρας της της είπε πως σε ένα ετοιμόρροπο παλιό σπίτι του στα Γρεβενά έχει βάλει τα κάγκελα της Εξωραϊστικής. Η Νίκη τα φωτογράφησε και μου έστειλε την φωτογραφία.

Μόλις την είδα, (μιας και έχω χόμπι την καλλιγραφία) συνειδητοποίησα ότι το μονόγραμμα έλεγε Ι.Σ. δηλαδή που ταιριάζει με το Ιωάννης Σαραφόπουλος. Αμέσως κοίταξα στις παλιές φωτογραφίες του ΔΗ.Κ.Ι. και όντως η #511 δείχνει κάγκελα με κοινά στοιχεία. Η προέλευση, το ΙΣ και οι λεπτομέρειες τους, και οι φωτογραφίες δεν αφήνουν αμφιβολία. Είναι από το κυρίως μπαλκόνι της Εξωραϊστικής, πάνω από την κυρία είσοδο στην Φιλελλήνων. (δείτε την ανάρτηση 1053).

Η εύρεση ενός τέτοιου κομματιού είναι συγκλονιστική.
Η ομορφιά και η λεπτομέρεια είναι απίστευτη. Η έμμεση απεικόνιση της δύναμης και του πλούτου του ιδιοκτήτη έχει γίνει με τρόπο εξαιρετικής αισθητικής. Είναι ένας συμβολισμός της δυναμικότητας του Βόλου στο τέλος του 19ου αιώνα.

“Βλέπω” ότι το κομμάτι αυτό της ιστορίας της πόλης θα ξαναέρθει στο φυσικό του μέρος… Και αισθάνομαι χαρούμενος σαν μικρό παιδί…

Posted in Uncategorized | Tagged | Leave a comment

1237. Τα πέτρινα 


Tην νύχτα της 18ης προς 19η Σεπτεμβρίου 1922, “κατέπλευσε εις τον λιμένα μας το υπερωκεάνιο “Μεγάλη Ελλάς” φέρον πρόσφυγας εκ Σμύρνης” έλεγε η μικρή σημείωση στην ΘΕΣΣΑΛΙΑ της επόμενης μέρας. Με την τρίτη και τελευταία αυτή ανάρτηση κλείνω το φετινό αφιέρωμα στην πονεμένη αυτή επέτειο. Η σημερινή φωτογραφία είναι της οικογενείας Στουρνάρα γύρω στα 1928-29. Έπεσε στα χέρια μου πρόσφατα. Δεν την έχω δει ποτέ δημοσιευμένη προηγουμένως. O δρόμος πιθανόν να είναι η Δορυλαίου.

Είναι τα “πέτρινα”. Πρέπει να είναι κοντά στο τέλος της κατασκευής τους (1929). Σχεδιάστηκαν το 1926 στην περιοχή “μεταξύ των οδών Φιλαδελφείας, Τροίας, Θράκης, Προύσσης, Γανοχώρας, Ελλησπόντου, Μαιάνδρου και Κάδμου, δυτικά κι αυτά της Ευαγγελίστριας, ακριβώς μετά τα τσιμεντένια. Πρόκειται για τις πλέον ευρύχωρες και προνομιούχες κατοικίες του προσφυγικού συνοικισμού, με αρκετά μεγάλα οικόπεδα, ~100-170 τ.μ. Αυτά τα κατοικούσαν, ως επί το πλείστον πρόσφυγες που ήρθαν το 1924, οι λεγόμενοι “ανταλλάξιμοι” “, διαβάζουμε στο [1]. Εκεί λέει ότι ονομάστηκαν πέτρινα γιατί κτίστηκαν με πέτρα που εξορυσσόταν από το λατομείο του Κουφόβουνου.

Και σήμερα τι; Έκανα μια εικονική βόλτα στην περιοχή, και αν ξέρεις, το μάτι μπορεί να διακρίνει πολλά ίχνη του παρελθόντος. Αλλού, ακριβώς όπως και τότε – λίγα όμως. Αλλού, απλά περιγράμματα στον τοίχο της διπλανής πολυκατοικίας. Αλλού βαμμένα κρύβονται, αλλά το κομμάτι του πεσμένου σοβά δείχνει τις πέτρες, όπως ήταν και τότε, φρεσκοβγαλμένες από το λατομείο του Κουφόβουνου.

Θυμόμαστε; Αυτός ήταν και ο σκοπός της διπλανής πλατείας των Εθνικών Αναμνήσεων.
Σκεφτόμαστε; Αυτό είναι προσωπικό μας καθήκον.

[1] Η ιστορική και Οικιστική διαδρομή. Από την προσφυγούπολη του 1922 στη σύγχρονη του 2011. (ερευνητική εργασία) Φοιτήτρια : Φουντούλη Ειρήνη – Αδαμαντία. .Επιβλέπων καθηγητής : Κωνσταντίνος Αδαμάκης Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Σεπτέμβριος 2011
https://issuu.com/greekarchitects/docs/81.13.11

 

Posted in Uncategorized | Tagged , , | Leave a comment

Νο. 1236 Ο Συνοικισμός της Νέας Ιωνίας.

Στα πλαίσια των αναρτήσεων για την προσφυγική Νέα Ιωνία βάζω σήμερα κομμάτια από ένα κείμενο του Άθω Τριγκώνη στην εφημερίδα Λαϊκή Φωνή που δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στα 1933 που αναφέρονται στον συνοικισμό. Κράτησα την ορθογραφία του άρθρου.  Όλα τα σχετικά άρθρα θα τα βρείτε εδώ https://volosmagnisia.files.wordpress.com/2018/09/trigkonis-nea-ionia-1933.pdf

“Συμπληρώθηκαν πια, δέκα χρόνια από τότε που οι πρόσφυγες, κυνηγημένοι από τα μέρη τους, ήρθαν και εγκαταστήθησαν εδώ. Και τώρα δέκα χρόνια, η ζωή τους, οι συνήθειές τους, τα ήθη τους, τα έθιμα τους, ζυμώθηκαν με τα δικά μας και η δυστυχία τους ενώθηκε με την δική μας δυστυχία. Τόσο μάλιστα που η λέξις πρόσφυξ να μη σημαίνη πια ό,τι εσήμανε, να μη χαρακτηρίζη ό,τι εχαρακτήριζε, να μη θυμίζη τίποτα άλλο από ένα αρκετά απομακρυσμένο παρελθόν, κατά το οποίο οι άνθρωποι αυτοί ήτανε δυστυχέστεροι από μας – ενώ σήμερα, κοινές είναι οι δυστυχίες μας, κοινοί είναι οι πόνοι μας, κοινές θα έλεγα οι πληγές μας.

Πηγαίνοντας λοιπόν ένα συννεφιασμένο και βροχερό πρωί στον συνοικισμό Νέας Ιωνίας, δεν θελήσαμε ν’ ακολουθήσουμε τον κεντρικό δρόμο του συνοικισμού που είναι συνέχεια της οδού 2ας Νοεμβρίου και της γέφυρας. Τα καφενεία του, τα μαγαζιά του, η κίνησις του, μας είναι αρκετά γνώριμα, όπως είναι γνώριμα στον κάθε Βολιώτη. Έτσι προτιμήσαμε να διαβούμε τον γεμάτο λάσπη Κραυσίδωνα, να αναρριχηθούμε στην απέναντι όχθη του και να μπούμε στον πρώτον δρομάκο του Συνοικισμού που συναντήσαμε μπροστά μας.

Ο Συνοικισμός μόλις είχε ξυπνήσει. Καθώς δε λιγάκι απότομα βρεθήκαμε στην εσωτερική ζωή του, είχαμε την εντύπωση πως παραβιάζαμε αδιάκριτα το νυκτερινό άσυλο μιας γυναίκας έστω και άσχημης και την συλλαμβάναμε την ώρα που αναμαλλιασμένη κατσούφα και ατημέλητη, σηκωνότανε από το κρεββάτι.

Νερά τα οποία προ ολίγου είχανε ριχτεί, έτρεχαν από όλες τις μεριές του στενού αυτού δρομάκου που το τέλος
του διακρινότανε θαμπά μέσα στην πρωϊνή πάχνη την τσιμπλιασμένη και υγρή. Σε μια γωνιά του κείτονταν ένα παληό και παρατημένο αυτοκίνητο συγκοινωνίας. Τρία παιδάκια ξυπόλυτα, φτωχοντυμένα, άπλυτα και μυξιάρικα πασπάτευαν μέσα στην ωμή λάσπη ένα παλιοντενεκέ. Άλλα τέσσερα μεγαλύτερα τους το ίδιο όμως ακάθαρτα κακοντυμένα, κυνηγιότανε λίγο πιο πάνω. Ένας γέρος με βράκες και μορφή κοιμισμένη καθότανε σ’ ένα κατώφλι και κύτταζε ηλίθια το χώμα.

Οι κυράδες, οι νοικοκυρές, αναμαλλιασμένες, με πεσμένες κάλτσες ή ξυπόλητες, με μια ποδιά στην μέση μπαινόβγαιναν από τις ανοιχτές κάμαρες των, σκούπιζαν, τίναζαν ξετσίπωτα ένα τσόλι, ή κύτταζαν το φαΐ στην φοφού και πάντα γλωσσοκοπανούσαν, μιλώντας αναμεταξύ των με φωνές στριγγές και παράτονες…

Από μια γωνία, ξεπρόβαλε ένας ψαράς, με ένα κοφίνι στα χέρια, γιομάτο ψάρια.
-Πάρτε σαρδέλλα…α. φρέσκια…α. Είναι σας λέω γιαμορλού (βγαλμένη δηλαδή ύστερα από βροχή)…

Όταν απεφασίσθη να κτισθούν τα τσιμεντένια σπίτια, αι συνθήκαι διαβιώσεως των προσφύγων ήταν πραγματικά τραγικές. Εκατοντάδες προσφυγικών οικογενειών ήσαν στιβαγμένες μέσα σε ανήλιες και βρώμικες καπναποθήκες του Βόλου και τέτοια ήταν η κατάντια τους, η βρώμα και η δυσωδία των κατοικιών αυτών ώστε ημείς οι καλοζωϊσμένοι ευπρεπισμένοι και ολοκάθαροι, όταν περνούσαμε μπροστά των επιάναμε για να αποφύγουμε την αποπνικτική δυσωδία, τη μύτη μας, ενώ ένα αίσθημα αηδίας και βαρεστιμιάς ζωγραφιζόντανε στο στρογγυλό και φρεσκοξυρισμένο πρόσωπο μας…

Ε λοιπόν αυτή η φρικτή κατάσταση έπρεπε να τελειώση.. Έπρεπε οι πρόσφυγες να μεταφερθούν σε υγιεινότερες και γενικά καλύτερες κατοικίες…Με τη σκέψη αυτή εκτίστησαν τα τσιμεντένια σπίτια του συνοικισμού. Σε κάθε δύο η τρία τετράγωνα εκτίσθησαν στην μέση του δρόμου ένα πλυσταριό, κι ένα ευρύχωρο αποχωρητήριο με την ιδέα ότι μια μέρα τα ανθυγιεινά αυτά εκτρώματα θα έφευγαν και θα εδημιουργούντο, όταν τα πράγματα θα πήγαιναν καλύτερα οικονομικώς, βοηθητικά οικήματα για το κάθε σπίτι.

Από τότες όμως επέρασαν οκτώ νομίζω χρόνια. Ο μικρός κατ’ αρχάς συνοικισμός, έγινε σιγά-σιγά πόλις ολόκληρος. Και τα αποχωρητήρια και τα πλυντήρια θα ρωτήσετε; Έμειναν κι’ αυτά όπως ήταν. Κι΄όχι μόνο αυτό αλλά χωρίς καμμιά επισκευή, χρησιμοποιούμενα τόσα χρόνια εντατικώς κατεστράφησαν σχεδόν καθ’ ολοκληρίαν. Ντουβάρια ολόκληρα έχουν πέσει και τα νερά τρέχουν από όλες τις μεριές. … Ας πούμε την καθαρή αλήθεια. Αυτό το αίσχος πρέπει να λείψη το ταχύτερον. Είναι εμπαιγμός για τους πτωχούς πρόσφυγας που έχουν την δυστυχία τους να χρησιμοποιούν αυτά τα “βοηθητικά” οικήματα….

Ασφαλώς και δεν θα το ξέρατε, ούτε και θα το φαντάζεσθε: O Συνοικισμός δεν έχει τηλέφωνο. Τουτοιοτρόπως, άμα γίνει μια πυρκαϊά, να πούμε, ένας χωροφύλακας παίρνει ένα ποδήλατο και κατηφορίζει μέχρι τον πυροσβεστικό σταθμό για να ειδοποιήση να ξεκινήση η αντλία. Εν τω μεταξύ, εννοείταιμ η φωτιά μπορεί να σβύση και μοναχή της, αφού δεν θάχη πια να κάψη τίποτα άλλο..

Όμως το Σαββατόβραδο στο συνοικισμό οι άντρες προεορτάζουν. Ή μάλλον, ετοιμάζονται, στρώνουν το κέφι τους για την Κυριακή. Γιατί την Κυριακή είναι το κυρίως γλέντι, το ξεκούρασμα του σώματος και του νου.
Το Σάββατο βράδυ οι γυναίκες δεν βγαίνουν έξω. Κουρασμένες από την δουλειά όλης της εβδομάδας ή απασχολημένες με τις δουλειές του σπιτιού, κάθονται μέσα.

Ωστόσο και με τους άντρες μόνο τα καφενεία της Νέας Ιωνίας πού’ναι αρκετά, αποχτούν κίνηση, πολυθόρυβη ζωή και χρώμα. Οι πρόσφυγες έχουν αναπτυγμένο μέσα τους το αίσθημα της κοινωνικότητος. Μαζώνονται λοιπόν, σε μεγάλες παρέες, γύρω από τα τραπέζια των καφενείων, συζητώντας με την ιδιόρυθμη ο καθένας διάλεκτό τους ή με τα τουρκικά των και κουτσοπίνοντας κυρίως ούζο.

Κάθε Κυριακή ο συνοικισμός Νέας Ιωνίας αλλάζει όψη, τα καφενεία του, οι πλατείες του, οι δρόμοι του αποχτούν άλλη ζωή. Ιδίως την Κυριακή το απόγευμα ο κεντρικός δρόμος του συνοικισμού γίνεται αγνώριστος.
Τα καφενεία είνε όλα γεμάτα, πολυθόρυβα, και αναστατωμένα. Αλλά και μέσα στην μέση του δρόμου,
δεν μπορεί κανένας να περάση. Τόσοι είνε οι περιπατητές – γιατί τον δρόμο αυτό τον μεταχειρίζονται οι πρόσφυγες ως τόπον περιπάτου, όπως ημείς την παραλία.

Νέοι, καλοντυμένοι και ευπαρουσίαστοι, μ’ ένα λουλούδι στ’ αυτί ή στο χέρι, με την κουβέντα ή την έξυπνη απάντηση έτοιμη στα χείλη, με το χαμόγελο, πάνε κατά ομάδες πέρα δώθε στον δρόμον αυτόν τον κεντρικόν, ανταλλάσοντας φωναχτά κουβέντες με άλλες παρέες ή πειράζοντας και γλυκοκυττώντας τις παρέες των κοριτσιών, που καλοστολισμένα, χαρωπά κι’ ελεύθερα πάνε κι’ αυτά απάνω-κάτω μέσα στον δρόμο.

Κι’εινε μια πραγματική χαρά να τους βλέπη κανένας, με τις φωνές των, τα γέλοια των, τα χάχανα των, την εύκολη ευθυμία των και τα νειάτα των, να γεμίζουν, να πλημμυρίζουν με κίνηση και με ζωή το δρόμο.

Καθώς βραδυάζει οι περιπατητές του δρόμου καθώς και οι θαμώνες των καφενείων αραιώνουν… Οι άλλοι όμως που θα μείνουν στα καφενεία έχουν … κακούς σκοπούς. Ϋστερα από μια δύο ώρες με την βοήθεια του άφθονου ούζου που θα ρεύση στο μεταξύ και των μουσικών οργάνων που θα μετακληθούν κατεσπευμένως από την γωνία του καφενείου, θα διεκτραγωδήσουν τα μεράκια τους, θα ξεφωνίσουν τα σεκλέτια τους, θα ψάλλουν
τους πόνους και τα ντέρτια της πολυβασανισμένης της καρδιάς των.
Αμά…α…α…αν!
Κι’ άμα η ώρα περάσει και η καρδιά ξελαφρωθεί από τα πολλά βάσανά της, αρχίζει ο χορός που είναι όλο λεβεντιά και ασικλήκι. Πρέπει να σημειωθή πως τα γλέντια αυτά των προσφύγων, δεν καταλήγουν όπως τα ελληνικά γλέντια σε
παρεξηγήσεις με μαχαιριές, κουμπουριές και φόνους – “ένεκα το φιλότιμο”. Οι πρόσφυγες σ’αυτό το σημείο είναι πιο πολιτισμένοι από μας. Μπορούν να γλεντήσουν, να χαρούν να ευθυμήσουν, χωρίς ποτέ στο τέλος να … πετσοκοπούν.”

ΣΗΜ. Η φωτογραφία είναι του Κ. Ζημέρη και είναι από το αρχείο μου.
Είναι στην διασταύρωση Μακεδονίας και Δημοκρατίας.

Posted in Uncategorized | Tagged , , , | Leave a comment