No. 1133. Αλφόνς-Ανδρέας Χοχάουζερ (του Κ.Δ. Πατρίκου)


Οι συζητήσεις περί Αλφόνς είναι πάντα έντονες. Καλό είναι να αναζητάμε την αλήθεια. Στην προσπάθεια αυτή υπάρχουν κάποια βασικά κείμενα που πρέπει να διαβάσει κανείς. Το βιβλίου του Κ. Ακρίβου βέβαια είναι στην κορυφή. Η πολύ σημαντική Hellas-Trilogie του Werner Helwig (το πρώτο μέρος είναι το “Οι ληστές του βυθού” που βγήκε στα ελληνικά πρόσφατα). Τέλος το κείμενο του Κ.Δ. Πατρίκου για τον Αλφόνς που το δημοσίευσε σε ένα τεύχος τοπικού περιοδικού. Αυτό το τελευταίο το έψαχνα από καιρό. ο καλός φίλος Thanasis Germanos κατάφερε να το βρει και το ανέρτησε στην σελίδα της συζήτησης https://www.facebook.com/groups/273892766348819 μαζί με τις φωτογραφίες. Αν σας ενδιαφέρει το θέμα “Αλφόνς” πρέπει να το διαβάσετε. Συγχωρείστε μερικά ορθογραφικά που είναι από την οπτική αναγνώριση χαρακτήρων OCR.
———-
Αλφόνς-Ανδρέας Χοχάουζερ ….είχε μια εσωτερική φλόγα για την Ελλάδα και ο καημός του ήταν γιατί δεν γεννήθηκε Έλληνας…
Καλοκαίρι του 1926 κι’ ένα ψηλόλιγνο παλικάρι, ίσαμε 20 χρόνων με μάτι αετίσιο, αγέρωχο βηματισμό και μ’ ένα γυλιό στον ώμο και μια φωτογραφική μηχανή στο χέρι σουλατσάρει στην παραλία και στους δρόμους τον Βόλου και μόλις σουρουπώσει αφού πάρει το λιτό δείπνο του, τσιμπολογώντας σε κανένα ψαροταβερνάκι τον Αγίου Κωνσταντίνου τραβά κατ’ ευθείαν για το «ξενοδοχείο των αστέρων» κουρνιάζοντας σε καμιά εγκαταλειμμένη σαπόβαρκα. Η περιήγηση και η διαμονή του στο Βόλο κρατά σχεδόν μια βδομάδα και στη συνέχεια παίρνει τη στράτα στην αρχή και μετά, το μονοπάτι κι’ ανηφορίζει «χωρίς πρόγραμμα» για το Πήλιο κι’ όπου πάει… Έτσι με το βασίλεμα τον ήλιου βρίσκεται στον «Οβριό», στα Πουριανά του Ανατολικού Πηλίου και ως ξένος μη έχοντάς την «κεφαλήν που κλίνη» κοιμήθηκε πάνω στο βράχο. Με το χαραμέρι συνεχίζει την πορεία του και μέσα από κακοτοπιές και βάτα καβατζάρισε την Παλιά Μιτζέλα και κατέληξε στο Κουλούρι του Βένετου, όπου συνάντησε το φιλόξενο και καλόκαρδο Γιάννη Παπαιωάννου, τον Βαγενά όπως τον έλεγαν, ο οποίος του πρόσφερε τροφή και στέγη με πολλή καλοσύνη και αγάπη, οπότε ο νεαρός Αλφόνς του άνοιξε την καρδιά του και του είπε ότι γεννήθηκε το 1906 στην Αγία Μαργαρίτα του Γκρατς της Αυστρίας και ό πατέρας του ήταν κρεοπώλης και ο ίδιος μετά τα εγκύκλια μαθήματα, Δημοτικό-Γυμνάσιο, εργάστηκε σε καμίνια κατασκευής ξυλανθράκων, αλλά δεν τον γέμιζε αυτή η δουλειά γιατί οι καρβουνιάρηδες τα βράδια έπιναν και δημιουργούσαν φασαρίες κι’ αυτός ζητούσε λίγη ησυχία και γαλήνη και ήθελε γενικά να ξεφύγει από το στροβιλισμό της δίνης της καθημερινότητας και της πολυθόρυβης ζωής και να βρεθεί λίγο μόνος. Ζητούσε γαλήνη και περισυλλογή. Ήθελε ν’ απαλλαγεί από κάθε περισπασμό. «Ησυχία αρχή καθάρσεως τη ψυχή», λέει ο Μ. Βασίλειος.

‘Ετσι πήρε τη μεγάλη απόφαση να εγκαταλείψει την πατρίδα του. Η μάνα του η Φράου – Μίνα, όταν άκουσε την απόφαση του, του είπε: «Αν φύγεις δεν θα γυρίσεις ποτέ φτωχός και γέρος». Χρησμός Πυθίας τα λόγια της. Τι εννοούσε; ‘Ότι θα γύριζε πλούσιος και νέος; ‘Η ότι δεν έπρεπε να γυρίσει φτωχός και γέρος; Συνέβη το δεύτερο δε γύρισε πίσω στην πατρίδα του κι’ άφησε την τελευταία του ανάσα στην Ελλάδα, όπως θα δούμε στο ξετύλιγμα τον κουβαριού της ιστορίας του. ‘Έτσι ο Αλφόνς εγκαταλείπει την Αυστρία και πάει στη Γαλλία, αλλά κι’ εκεί τα ίδια και χειρότερα βρίσκει τα πράγματα και βάζει πλώρη για την Ελλάδα και έφτασε στο Κουλούρι για να εργαστεί στ’ αμπέλι και στα κτήματα τον Βαγενά. Αργότερα τον έπαιρνε και στο ψάρεμα και τα ψάρια που πιάνανε τα μετέφερε πεζός από το Κουλούρι στο Βόλο και επέστρεφε τ’ απομεσήμερο για να προλάβουν να καλάρουν τα δίχτυα. Τα χρήματα από τα ψάρια τα παρέδιδε μέχρι την τελευταία δεκάρα. Κάθε 15 ημέρες κρατούσε τα έξοδα της βίζιτας που πλήρωνε στα κορίτσια των οίκων ανοχής. Μετά λίγο καιρό ο Αλφόνς βρίσκεται στο κτήμα του Α. Σαμσαρέλου στην Παλιά Μιτζέλα και βόσκει σαν τον «άσωτο υιό» τους χοίρους με αμοιβή το φαγητό τον μόνο. Τα γουρούνια τ’ αγαπά και τα φροντίζει σαν παιδιά του το καθένα το φωνάζει με το όνομα που του έχει δώσει και τον ακολουθούν πιστά. Μπρος ο Αλφόνς, μπρος και τα γουρούνια. Πίσω ο Αλφόνς πίσω και τα γουρούνια. «’Ενας λαός κι’ ένας βασιλιάς».

Η διατροφή του ήταν πολύ λιτή. Ζύμωνε μόνος του και έψηνε το ζυμάρι πάνω σε πυρακτωμένες πλάκες και γινόταν πολύ νόστιμο αλλά με τι προσφάι να το κατεβάσει; Αν ο άσωτος του Ευαγγελίου έτρωγε ξυλοκέρατα (χαρούπια) για να κορέσει την πείνα του ο Αλφόνς κατέληξε να τρώει φίδια. Έπιανε οχιές τις αποκεφάλιζε, τις έψηνε και τις έβρισκε πολύ νόστιμες. Από την Άνοιξη μέχρι το τέλος του Φθινοπώρου κοιμόταν έξω σε μπράντα κρεμαστή κούνια για ν’ αποφεύγει τα φίδια και τ’ άλλα ζωύφια. Για ένα διάστημα ο Αλφόνς φεύγει και πηγαίνει στην Αυστρία, όπου παντρεύεται και επιστρέφει λίγο αργότερα με τη γυναίκα του, στο Χορευτό της Ζαγοράς. Η ωραία γυναίκα τον συγκίνησε τον ερωτιάρη τελώνη τον Χορευτού και άρχισε να της κάνει γλυκά μάτια και να την ενοχλεί, άλλα όπως οι έγγαμες ξένες, ήταν σοβαρή και πιστή και δεν ενέδωσε στις προτάσεις του και ανέφερε στο σύζυγό της την ασφυκτική πολιορκία του τελώνη μ’ αποτέλεσμα να εκμανεί ο Αλφόνς και να έλθουν στα χέρια με το θερμόαιμο τελώνη ο οποίος μετά το ρεζιλίκι, που έπαθε και για να εκδικηθεί τον Αλφόνς άρχισε να διαδίδει και ν’ αναφέρει στις αρμόδιες αστυνομικές αρχές ότι ασχολείται με κατασκοπεία. Οι έρευνες, που έγιναν αιφνιδιαστικά στο σπίτι του από την αστυνομία δεν απέδειξαν κάτι τέτοιο γιατί δεν βρέθηκε τίποτε το ενοχοποιητικό, αλλά ούτε κανένας από τους κατοίκους είπε κακό λόγο, αλλά αντίθετα οι φίλοι του ο Αντωνίου, από το Βένετο, ο Βαγενάς από το Χορευτό, ο Τσούμαρης από το Πουρί κ.ά. που ρωτήθηκαν, είπαν τα καλλίτερα λόγια. Η γυναίκα τον εγκαταλείπει μετά από αυτά το Χορευτό και επιστρέφει στην Αυστρία έγκυος και κατά τον τοκετό χάνει το νεογέννητο και η ίδια πεθαίνει από επιλόχιο πυρετό. Απαρηγόρητος ο Αλφόνς από το κακό που τον βρήκε, αλλά και για ν’ αποφύγει και την κακότητα τον τελώνη εγκαταλείπει το Χορευτό και καταλήγει στη Μηλίνα ψαρεύοντας στον Αλατά, στην Πρασούδα, στο Νησί Τρίκερι φθάνοντας μέχρι την Αγία Κυριακή όπου δουλεύει συντροφικά με το Στάθη Μανιάτη, στη Σκιάθο, στη Σκόπελο και στα ερημόνησα Κυρά-Παναγιά, Γιούρα, Πιπέρι και Σκάντζονρα. Ο Αλφόνς έχει μάθει τη ψαροσύνη για τα καλά. Για ένα διάστημα δουλεύει, σε σκυλοπαραγαδιάρικα και μαθαίνει να πιάνει σκυλόψαρα.

Το Σεπτέμβρη τον 1939 με την έναρξη τον Β’ Παγκόσμιου Πόλεμού ο Αλφόνς έρχεται στο Βόλο κι.’ αφήνοντας σε ταβερνάκι του Αγίου Κωνσταντίνου τη φωτογραφική μηχανή και μια τριχιά εγκαταλείπει την Ελλάδα και αναχωρεί για την Αυστρία, όπου επιστρατεύεται για να γυρίσει και πάλι στο Βόλο με τα στρατεύματα κατοχής το Πάσχα τον 1941 με στολή πλωτάρχη του Γερμανικού Ναυτικού, όπως τον είδε στη στάση τον τραίνου Μηλεών στην Εξωραϊστική, δημοσιογράφος τον Βόλου (Βλέπε «Θεσσαλία» 13-01-1981). ‘Ετσι στην περίοδο της κατοχής βρισκόταν στην Ελλάδα και υπηρετούσε όπως έλεγε ο ίδιος ως απλός στρατιώτης. Ήταν αντιναζιστής και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να προστατεύει τους ‘Έλληνες πού κινδύνευαν, γι’ αυτό ήταν σε διαρκή αντίθεση με τους Γερμανοτσολιάδες οι οποίοι τον κατηγορούσαν στους Γερμανούς ότι παρέμβαινε στο έργο τους (!). Πράγματι ο Αλφόνς τους προδότες και τους συνεργάτες των Ναζί τους καυτηρίαζε συνεχώς και τους επέκρινε: «Δεν ντρέπεστε να προδίδετε τ’ αδέλφια σας». Για τις παρεμβάσεις του αυτές ήταν σε συνεχές κυνηγητό και τον μετακινούσαν κάθε τόσο από μονάδα σε μονάδα. Στην Χαλκίδα όταν είδε δυο Τρικεριώτες ναυτικούς να τους οδηγούν μαζί με άλλους στην Κομαντατούρ και από εκεί για εκτέλεση, έτρεξε και τους απέσπασε από τους Γερμανούς και τους ελευθέρωσε. Όταν το γεγονός, του τον υπενθύμιζε ο καπετάν Βαγγέλης ο Αλφόνς τον έλεγε: «Βαγγέλη, απλώς σε πήρα από τα χέρια τους». Με έστειλε ο Θεός εκείνη την ώρα. «Είχε το καντήλι σου λάδι». Στη Στυλίδα ένα γνωστό τον δυναμιτιάρη, όταν τον έπιασαν οι Γερμανοί, ο Αλφόνς κατάλαβε ότι στον τουρβά του είχε δυναμίτες, τον σκαμπιλιάρισε και τον πέταξε τον τουρβά στη θάλασσα. Έτσι τον απάλλαξε από αυτή την βαριά κατηγορία και τον έσωσε. Στην Αθήνα κατόρθωσε να αποσπάσει από τα νύχια της Γκεστάπο και το γιο του Δελμούζου, που τον είχαν συλλάβει οι Γερμανοί και κινδύνευε ν’ αντιμετωπίσει το εκτελεστικό απόσπασμα. Ο Αλφόνς, που γνώριζε την οικογένεια του Δελμούζου από το Χορευτό, της Ζαγοράς, που παραθέριζαν κάθε χρόνο, μόλις το πληροφορήθηκε έσπευσε στο Γερμανό Φρούραρχο και τον ανέφερε ότι πρόκειται για παιδί πολύ καλής οικογένειας και ότι ο πατέρας του είναι μεγάλος παιδαγωγός και έχει σπουδάσει στη Γερμανία και ότι τους γνωρίζει προσωπικά και ο φρούραρχος διέταξε την απελευθέρωσή του. Επίσης όταν οι Γερμανοί πήγαν να κάψουν το Βένετο και τη Σκιάθο ο Αλφόνς τους απέτρεψε. Στο Τρίκερι κατά την κατοχή ο Αλφόνς εμφανίστηκε ένα μεσημέρι με μια Γερμανική καταδίωξη και αφού επισκέφτηκε στην Αγία Κυριακή το Μανιάτη και άλλους φίλους του, με δύο άλλους Γερμανούς ανέβηκαν στο Τρίκερι και πήγαν στην Κοινότητα. Φεύγοντας ξέχασε τα κιάλια κι’ ένα δεματάκι και ο γραμματέας έτρεξε κατά κοντά τον και τον τα παρέδωσε. ‘Οπως έλεγε ο γραμματέας, μακαριστός κι’ αυτός πια, ο Αλφόνς φορούσε στολή πλωτάρχη, οπότε επιβεβαιώνεται και η πληροφορία του δημοσιογράφου ότι του είδε στο Βόλο με στολή πλωτάρχη. ‘Όταν μετά την κατοχή ο γραμματέας σε συζήτηση στο νησί του Τρίκερι του το θύμισε του είπε: «Όχι Δήμο απλώς δεκανέας ήμουνα. Και ίσως να έλεγε την αλήθεια γιατί αφού ήλθε στην Ελλάδα εικοσάχρονος πως ήταν δυνατό να ανήκει στις ένοπλες δυνάμεις και να λείπει μέχρι το 1939,14 ολόκληρα χρόνια από την υπηρεσία της πατρίδας του.

Το 1942 τον Ιούνιο με Ιούλιο ο Αλφόνς έρχεται στο Βόλο με ένα τριίστιο μεγάλο κότερο και αφού παίρνουν μαζί τους τον νεαρό τότε Δημήτρη Δέτση, γιο τον καπετάν Γιάνκη Δέτση από την Αγριά με το καΐκι του, το γρι-γρι «Βόσπορος, αναχωρούν για τις Σποράδες και ιδιαίτερα για τα ρημονήσια Κυρά-Παναγιά, Πιπέρι, Γιούρα, Σκάντζουρα, Ψαθούρα, όπου ο καπετάνιος τον κότερου Χανς Χας καταδύεται και εξερευνά το βυθό τον Αιγαίον και αργότερα συνέγραψε και βιβλίο με τίτλο «MENSCHEN UND ΗΛΙΕ» (Άνθρωποι και Καρχαρίες) το οποίο τύπωσε στη Ζυρίχη της Ελβετίας το 1957 και το πρόσφερε στο Δ. Δέτση με αφιέρωση «Εις τον ευγενή κ. Δ. Δέτση υιόν του «Καπετάν Γιάνκη» εις ένδειξιν ευγνωμοσύνης δια την πρόθυμον βοήθειαν τον με το πλοίου «ΒΟΣΠΟΡΟΣ» εις την προσπαθειάν μας προς εξερεύνησιν τον βυθού τον Αιγαίον το έτος 1942». Φιλικά ΧΑΝΣ ΧΑΣ ‘Όταν έληξε ο πόλεμος ο Αλφόνς βρίσκεται στην Ερυθρά Θάλασσα πλήρωμα στο τριίστιο κότερο «ΗΑRiFA» και πάλι με το ΧΑΝΣ ΧΑΣ και τη σύζυγό τον Λότε Χας και ασχολούνται με υποβρύχιες καταδύσεις εξερευνώντας την Ερυθρά και ψαρεύοντας κοράλλια κ.λ.π. Από το «Πορτ – Σάίντ», ο Αλφόνς απευθύνει επιστολή και μερικές φωτογραφίες του στην Κοινότητα Τρικερίου και παρακαλεί τη γραμματεία να βρει το Γ. Ντάτσιο – Τζαναβάρα που έφκιαχνε πανιά για τα καΐκια και να τον σκιτσάρει ένα πανί από το χαρτί με τις διαστάσεις που του έγραφε σε σχήμα «Λατίνι» και να του το στείλει. Η επιθυμία του πραγματοποιήθηκε. Στο «HARIFA» επέβαινε και η Χαρίκλεια ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ, μετέπειτα όπως θα δούμε σύζυγος του Αλφόνς, ως μαγείρισσα.

Ο Αλφόνς με τον Χανς Χας που κρατά ένα γιούσουρι στο Τρίκερι.

Η Χαρίκλεια γυναίκα του Ανδρέα στο λιμάνι κατευοδώνει έναν επισκέπτη, στο κάθισμα ο Πατρίκος

Το Μάρτη τον 1957 μια Κυριακή πρωί έκανε την εμφάνισή του ο Αλφόνς στην εκκλησία τον χωριού. Είχα εκκλησιάσει τους μαθητές μου, οπότε ένας άγνωστος μ’ ένα Τιρολέζικο καπέλο μπήκε στην εκκλησία. ‘Οπως έμαθα ήταν ο Αλφόνς και ήλθε να νοικιάσει μερικά κελλιά στο μοναστήρι του νησιού Π. Τρίκερι για δημιουργία ξενώνα. Το εκκλησιαστικό συμβούλιο πήρε την απόφαση και αφού εγκρίθηκε από τη Μητρόπολη, ο Αλφόνς εγκαταστάθηκε στο νησί και αφού διαρρύθμισε τα κελλιά κι’ έφκιασε μαγειρείο και η αχυρώνα που ήταν «κόπρος τον Αυγείου» την μετέτρεψε σε τραπεζαρία με μιντέρια στρωμένα, με πηλιορείτικα υφαντά και από πάνω κατασκεύασε ράφια και τοποθέτησε βιβλία στα γερμανικά και πρώτα – πρώτα «τις Περιηγήσεις του Παυσανία», την ελληνική μυθολογία και αρχαίους συγγραφείς για να διαβάζουν οι ξένοι. Στο έργο του είχε βοηθό τη Χαρίκλεια Παπαϊωάννου από το Χορευτό Ζαγοράς, η οποία είχε αναλάβει την επίβλεψη της καθαριότητας των κελιών και το καλό μαγείρεμα. ‘Ηταν πράγματι πολύ καλή νοικοκυρά και άριστη μαγείρισσα. Τα πάντα ήταν πεντακάθαρα. Οι σπεσιαλιτέ της ενθουσίαζαν τους ξένους. Ολόφρεσκα ψάρια, αστακοί ψημένοι στα κάρβουνα, καλαμαράκια ψητά και τηγανητά, παϊδάκια κατσικίσια και αρνιά στη σούβλα, χόρτα άγρια από το νησί και το απέναντι βουνό, τυρόπιτες από ντόπια τυριά και κρασί κοκκινέλι γλυκόπιοτο Πηλιορείτικο αγνό, που το ρουφούσαν ασταμάτητα. Ό,τι προσέφεραν ήταν όλα ελληνικά. Το πρωινό και τα γεύματα, όταν ο καιρός ήταν καλός σερβιριζόταν στην ύπαιθρο σε τραπεζάκια φτιαγμένα από προπαντιώτικες πλάκες κάτω από ψαθωτά κιόσκια, που δημιουργούσαν μια πολύ όμορφη νότα και τραβούσαν πολύ τους ξένους. ‘Ολα ήταν θαυμάσια στο ευλογημένο αυτό τόπο, του νησιού της Παναγίας. Η λειτουργία της πανσιόν άρχισε με λίγους στην αρχή, ενώ αργότερα είχε πολύ μεγάλη κίνηση. Τα κελιά δεν επαρκούν και κατασκευάζει σε διάφορα περιγιάλια τον νησιού μπαγκαλόους. Το νησί είναι στις δόξες του. Η λειτουργία του ξενώνα άρχιζε το Μάρτη και τελείωνε στο τέλος του Οκτώβρη.

Στο μαγευτικό νησί παραθερίζουν επιφανείς ξένοι, οι οποίοι από τις περιποιήσεις και το όμορφο και ειδυλλιακό περιβάλλον, ξετρελαίνονται κυριολεκτικά, γιατί άνθρωποι και φύση τους προσφέρουν απλόχερα και αφείδωλα το νόημα του «Ξένιου Διός». Το νησί ως γνωστόν προσφέρεται για όλα τα θαλάσσια σπορ: κολύμβηση, σκι, υποβρύχιο ψάρεμα, ιστιοπλοΐα κ.λ.π. Οι φιλοξενούμενοι φεύγουν ενθουσιασμένοι και πλούσιοι από νατουραλιστικά βιώματα και τούτο γιατί το νησί και σήμερα μένει ακόμα ακέραια αγνό. Δημοσιεύματα, φωτογραφίες, βιντεοταινίες, ντοκυμαντέρ πρόβαλλαν συνεχώς στη Γερμανία και γενικά στην Ευρώπη το ξενώνα του Αλφόνς με αποτέλεσμα κόμητες, πρίγκιπες, βιομήχανοι και διακεκριμένες προσωπικότητες του πνεύματος και της τέχνης να προσέρχονται. Ενδεικτικά αναφέρομε τους: Κόμης Βίτικο Ενσιντέλ από τη Φραγκφούρτη, πρίγκηπας Μάσσιμο από τη Ρώμη, ο βιομήχανος μπύρας Περούνι, ο ζάπλούτος Ρότσιλδ, Ούρλιχ Φινσεενβάλ, Δ/ντής των εργοστασίων Δίκερχοφ και Βίδμαν, Βίμπε προϊστάμενος τον Γραφείου Προεδρείας της Βόννης, ο Δ/ντής της «Χέκστ» Βόλφαγκ Κρούεμπεργ, αρχίατρος τον Νοσοκομείου τον Βερολίνου, Άλφερδ Φούκτ Καθηγητής Νομικής τον Πανεπιστημίου τον Ερλάνγκεν, Φρανκ Λίτς της Τζένεραλ Μότορς, Ζάμετ Ρόλφ, Δ/ντής της Μερσέντες. Οι μεγαλογιατροί Χάης, Κέμιγχερ, Κούρτ Thine, οι κόμητες από το Μιλάνο Φράνκτο Τιτιάνα και Βαρθ. Ντικαβέρτσια, η Γκρέτα Γκάρμπο, ο Χατζηκυριάκος – Γκίκας τα παιδιά τον Σ. Βενιζέλου, ο σπουδαίος Αρχιτέκτονας της Χαιδελβέργης Κίους ο Αρχαιολόγος Χάμπε με τη σύζυγό τον Ελένη το γένος Δραγούμη κ.ά. Τα γλέντια και οι βεγγέρες στο νησί ήταν τακτικές και έδιναν στο νησί άλλο χρώμα, που πολλές φορές ξεπερνούσε κι’ αυτή τη Μύκονο. Ο Αλφόνς λάτρευε αληθινά το νησί και του έδινε ζωή. Τους χειμωνιάτικούς μήνες ζούσε στο νησί με τη Χαρίκλεια πολύ δύσκολα γιατί τα λεφτά που συγκέντρωνε δεν του έφταναν για νοίκια, τρόφιμα, καύσιμα, νερό, μισθούς στα δύο καΐκια που είχε στη δούλεψή του για να μεταφέρουν τους φιλοξενούμενους, όπου ήθελαν. Γενικά ήταν πάντα φτωχός «μεροδούλι, μεροφάι» και έφτανε να δανείζεται για ν’ αγοράσει ψωμί, αλλά δεν το έβαζε κάτω. Υπήρξαν πολλές μέρες, όπως έλεγε η Χαρίκλεια, που βραδιάζονταν με χόρτα και λίγο ψωμί. Πολλές φορές γι’ αυτή την κατάσταση έστηναν καυγά με τη Χαρίκλεια, οπότε τον αποκαλούσανε «Χίτλερ» και «Μπότα».

Ένα τμήμα του αναγνωστηρίου στο Τρίκερι.

Για να έχει κίνηση και το χειμώνα είχε έλθει σε επαφή με το μεγαλύτερο ιστιοπλοϊκό όμιλο της Γερμανίας «ΧΑΝΣΑ» για τη δημιουργία στο φυσικό λιμάνι τον νησιού τον «Πίθο» χειμωνιάτικου πεδίου ιστιοπλοϊκής εκπαίδευσης οπότε στο νησί θα δημιουργείτο και το χειμώνα μεγάλη κίνηση, αλλά δυστυχώς στις 31 τον Μάη 1963 η Βιεννέζα τουρίστρια Χέλγκα Πώλ, συγγραφέας και φιλόλογος κατασπαράχτηκε από καρχαρία στην τρατοκαλάδα της νησίδας Μικρά. Η άτυχη και δύσμοιρη συγγραφέας είχε έλθει στον Αλφόνς και την προηγούμενη χρονιά με το σύζυγό της ‘Ερνεστ, πολιτικό μηχανικό και Δ/ντή της Χαλυβουργίας «Αλπίνε» και την κόρη της Μπριγκίτε, ενώ το 1963 ήλθε μόνη της για να ηρεμήσει. Τις περισσότερες ώρες της, τις διέθετε γράφοντας ένα μυθιστόρημα, που αναφερόταν σε πρόσωπα και τοπία του Τρίκερι. Εκτός της φιλολογίας είχε σπουδάσει και ιστορία Θεάτρου και η διδακτορική της διατριβή ήταν «Εθιμα και Μάσκες» και αναφερόταν στην Ελλάδα τον 4ον και 3ον π.χ. αι. Επίσης είχε συγγράψει και το έργο «Η Λάϊς και οι γυναίκες της Κορίνθου». Στο ξενώνα ο Αλφόνς γνωρίστηκε με το ζεύγος Κλάους και Γκέρτα Ζίλκεν. Ο Κλάους ήταν διακεκριμένος μοντέρνος ζωγράφος. Φημισμένες ήταν και οι γκραβούρες του, πολλά θέματα των οποίων ήταν από την Ελλάδα. Τις απογευματινές ώρες της 31ης τον Μάη είχε κατέβει στο λιμάνι η Χέλγκα για να στείλει δύο επιστολές μια στον άνδρα της και μια σε φίλη της. Τις ανέλαβε ο Αλφόνς για να τις αποστείλει. Στο λιμάνι συνάντησε τον Κλάους και συνομίλησαν. Κατά τις δύο η ώρα το απόγευμα ο Κλάους με το κρις-κραφτ κατέπλευσε στην αγκάλη «Αφεντικά» και παρέλαβε τη γυναίκα του. Παραπλέοντας στην άλλη αγκάλη είδαν και την Χέλγκα η οποία τους παρακάλεσε να πάνε στο νησάκι «Πρασούδα» αλλά ο Κλάους της το απέκλεισε γιατί φυσούσε και όλοι μαζί πήγαν στα Μικρά. Οι γυναίκες βγήκαν έξω και ο Κλάους πήγε στο παρακείμενο νησάκι τη «Στρογγυλή» για να κάνει ψαροτούφεκο. Οι γυναίκες ξάπλωσαν στην αμμουδιά και λίγο αργότερα η Χέλγα ολοτσίτσιδη έπεσε στη Θάλασσα και κολυμβούσε και ενώ βρισκόταν 6μ. περίπου απ’ την ακτή και σε βάθος γύρω στα 60 εκ ένας καρχαρίας, όπως αφηγήθηκε η μοναδική και αυτόπτης μάρτυρας Γκέρτα Ζίλκεν, την κατασπάραξε. Την ώρα του δυστυχήματος ο άντρας της, όπως αναφέραμε, ψάρευε στο ένα από τα δύο μικρότερα νησάκια, η μηχανότρατα «ΣΩΖΩΝ» τον Κώστα Πατσά πετούσε στη Θάλασσα τ’ ακόνια που είχε για σαβούρα (έρμα) γιατί εκείνη την ημέρα έληγε η αλιευτική περίοδος για τις μηχανότρατες και ο Π. Νταλίκας ψάρευε εκεί κοντά. ‘Ομως κανένας δεν αντιλήφθηκε το παραμικρό. Απ’ τις ξέφερνες και ουρανομήκεις κραυγές της Γκέρτα την αντελήφθη ο σύζυγός της και δεν μπορούσε να πιστέψει το γεγονός. Αμέσως την επιβιβάζει στο ταχύπλοο και μεταβαίνουν στο μοναστήρι στον Αλφόνς και τον ενημερώνουν για το τραγικό συμβάν. Αμέσως ο Αλφόνς έστειλε καΐκι στο Τρίκερι και ειδοποίησε την αστυνομία και ο ίδιος με ψαράδες του νησιού έφτασαν στο τόπο του δυστυχήματος αλλά δεν αντιλήφθησαν τίποτε. Την επαύριο με τον αστυνόμο του χωριού πήγαμε στο νησί, εμένα με πήρανε από την εφημερίδα «Ο Ταχυδρόμος» να πάω να δω τι γίνεται και να τους τηλεφωνήσω. Μόλις φθάσαμε στο νησί κατέφθασαν και ο λιμενάρχης, ο δ/ντής της Υποδ/σης Χωρ/κης και οι δημοσιογράφοι, του «Ταχυδρόμου» Δ. Χρήστου και της «Θεσσαλίας» Γ. Φάτσης και έγιναν οι σχετικές ανακρίσεις και οι καταθέσεις των μαρτύρων. Στο κελλί της άτυχης βρέθηκαν τ’ ατομικά της είδη, μια γραφομηχανή μ’ ένα ατελείωτο κείμενο που έγραφε: «Καλή νύχτα αγάπη. Αχ τι νύχτα! Νηνεμία. ‘Ολα τα κρασιά του Πηλίου. Καλή νύχτα. Αναπνέω, ζω και γράφω. Καληνύχτα». Αυτή πράγματι ήταν και η τελευταία και στερνή της νύχτα. Μετά ο Αλφόνς έσφαξε ένα κατσίκι και το δόλωσε σ’ ένα χονδρό γάντζο και πήγαμε στα «Μικρά» και το ρίξαμε στη θάλασσα για να πιάσουμε το σκυλόψαρο, αλλά μάταια. Πολλοί από τους ψαράδες, αμφέβαλαν και υποστήριζαν διάφορες εκδοχές ότι ο Κλάους ψαρεύοντας τη χτύπησε κατά λάθος, κι άλλοι υποστήριζαν άλλα. Στον υγρό της τάφο, μετά λίγες μέρες ο σύζυγός της και η κόρης της έρριξαν λίγα λουλούδια. Το γεγονός αυτό στοίχισε πολύ στον Αλφόνς και πολλές φορές ήταν πασίδηλος ο εκνευρισμός του και πέρασε αρκετός χρόνος για να ηρεμήσει.

Έργο του Κλάους Ζίλκεν

Το 1965 ο Αλφόνς ασπάζεται την Ορθοδοξία και μετά την πανήγυρη της Παναγίας για την εύρεση της εικόνας που τελείται στις 10 τον Σεπτέμβρη δέχτηκε το βάπτισμα στη θάλασσα από τους Αρχιμανδρίτες Δαμασκηνό Καζανάκη και Δ. Δημητρίου και τον δόθηκε το όνομα Ανδρέας, όπως έλεγαν τον πατέρα του. Την δε άλλη χρονιά πάλι την ίδια ημέρα χόρεψε το χορό τον Ησαΐα με τη Χαρίκλεια και ενώθηκαν ευλογημένα με τα δεσμά του γάμου σε σάρκα μία. Τη χαρά του γάμου του Ανδρέα τη διέκοψε ένα άλλο συνταρακτικό γεγονός: Η κλοπή της εικόνας τον Αγίου Γεωργίου από το ομώνυμο παρακκλήσι τον νησιού και άλλων εικόνων από άλλες εκκλησίες και ξωκκλήσια της περιοχής και τις Σποράδες από το φιλοξενούμενο τον Αλφόν Ρόλφ τον οποίο συνέλαβε η τοπική αστυνομία τον Τρίκερι και τον παρέπεμψε αρμόδια, μ’ αποτέλεσμα ν’ απελάθει από την Ελλάδα. Και τα δύο σημαντικά αυτά γεγονότα κόστισαν πολύ στον Ανδρέα και άρχισε να μελετά και να σχεδιάζει την απομάκρυνσή του από το νησί, αφού έβλεπε ότι το περιβάλλον του νησιού και του χωριού άρχισε να γίνεται φιλύποπτο και εχθρικό, ακόμα κι’ απ’ αυτούς που έτρωγαν ψωμί από τα χέρια του. Η δίοδος της διαφυγής βρέθηκε με τη δημοπρασία της 10ης Μαρτίου 1969 για την ανανέωση της ενοικίασης των κελλιών. Ο Ανδρέας τα χτύπησε με την ίδια τιμή ενώ ο Θ. Βλουχάκης πλειοδότησε και ο Ανδρέας μάζεψε τα πράγματα του και με τη βάρκα του «Θέτιδα» τα μετέφερε στο Κουλούρι τον Βενέτού, απ’ όπου ξεκίνησε δημιονργώντας το Ξενώνα τον Αλφόν – Ανδρέα και Χαρίκλειας Χοχάουζερ τον οποίο λειτούργησε από το 1970-1981. Εδώ κατασκεύασε καλύβες (μπαγκαλόους) και φιλοξενούσε και πάλι σπουδαίες προσωπικότητες της Ευρώπης. Έβλεπες πριγκίπισσες να βγαίνουν μέσα από τα ρείκια με τις μεταξωτές τουαλέτες να φάνε στο τραπέζι, στολισμένες με δάφνες και κισσούς και να ξεκοκκαλίζουν τα κοψίδια τον οβελία με τα δάχτυλα όπως οι αρχαίοι. Το Κουλούρι αυτή την εποχή είδε πράγματι μέρες δόξας με τον Ανδρέα. Όσο καλά όμως κι αν ήταν στο Κουλούρι η καρδιά τον ήταν δοσμένη στο νησί!

Ο ξενώνας στο Κουλούρι του Βένετου.

Φιλοξενούμενοι δαφνοστεφανωμένοι γευματίζουν στο Κουλούρι.

Στο τέλος τον 1980 ανέστειλε τη λειτουργία του Ξενώνα γιατί η Χαρίκλεια αρρώστησε και πήγε στην κόρη της στην Πελασγία, ενώ ο Ανδρέας πηγαίνοντας στην Αυστρία πληροφορήθηκε την ύπαρξη κακοήθους όγκου στον πνεύμονα. Ο Ανδρέας δε λύγισε, δε τόβαλε κάτω και άρχισε να μεθοδεύει την τελετή του με ευθανασία. Τη Θέση του τάφου την είχε επιλέξει από καιρό και κατασκευασε το κιβούρι του με τα χέρια τον κάνοντας πρόβες αν τον χωράει. Η ζωή του για το «άμοχθον και ευθάνατον γήρας» Θα έπαιρνε τέλος με έναν από τους δύο τρόπους που είχε επιλέξει, ή θα ανοιγόταν στο πέλαγος με την αγαπημένη του βάρκα τη «Θέτιδα» και θα έβγαζε τον πύρο και θα καλάριζε νερά και θα βούλιαζαν και οι δυο αγκαλιά ή θ’ ανέβαινε στο βουνό εκεί που είχε φυτέψει τα δένδρα που έφερε από τη Γερμανία κι’ ατενίζοντας τον ήλιο θα έβαζε τέρμα στη ζωή του μένοντας νηστικός. Τις πρώτες μέρες τον Γενάρη τους 1981 τις πέρασε στην οδό Παναγούλη 42 σε συγγενικό σπίτι της γυναίκας του και μετά… «Χειμώνας βαρύς, καρδιά ρημαγμένη, μοναξιά, ανία… υγεία κατεστραμμένη, σώμα βασανισμένο, σωθικά λιωμένα». Δε μπορεί πλέον να ζήσει, να αισθανθεί, να χαρεί, γι’ αυτό παίρνει το δρόμο για το Βένετο, όπου στις 17 τον Γενάρη άφησε σε σπίτι γνωστού του επιστολή για την παράδοση των βιβλίων και άλλων αντικειμένων του και άλλη επιστολή για την κόρη του, την εξώγαμη Ρίλκε, και ξεκίνησε για το Κουλούρι ενώ η χιονοθύελλα μαινόταν. Οι χωριανοί προσπάθησαν να εμποδίσουν την αναχώρηση λέγοντας τον: «Που θα πάς μ’ αυτό τον καιρό, δε βλέπεις το χιόνι, θα πεθάνεις στο δρόμο». Και όπως λένε απάντησε: «ο πιο γλυκός θάνατος είναι με το χιόνι». Αντί για το Κουλούρι όμως τράβηξε προς τη θέση «Κορομηλιά» που απέχει 3 1/2 ώρες από το Κεραμίδι και είναι πίσω από τη Μονή Φλαμουρίου. Στη τοποθεσία αυτή ανέβαινε συχνά για ν’ απολαύσει το θέαμα της ανατολής του ήλιου, που αναδύεται από τα νερά τον Αιγαίου. Εκεί απίθωσε το γυλιό του έβγαλε από μέσα ένα μπουκάλι κονιάκ, λίγα σύκα και λίγες σταφίδες κι’ ακούμπησε τη ράχη σ’ ένα δένδρο κι’ άρχισε να γράφει το στερνό τον σημείωμα. «Ελπίζω, έγραφε , σε δυο μέρες να έχω πεθάνει. Είμαι στο μέρος που μ’ αρέσει. Μου μένουν λίγες ώρες ζωή εκτός αν γίνει το θαύμα…» Το σημείωμα βρέθηκε στο γυλιό του μαζί με μια άλλη επιστολή προς τη γραμματεία της Αυστριακής Πρεσβείας.

Έτσι αγναντεύοντας το Αιγαίο και «υπό την βασιλικήν του δρύν» μετρούσε τους παλμούς της καρδιάς του που κρεμούσε σιγά – σιγά. Και οι νιφάδες τον χιονιού εκάλυπταν το τυραγνισμένο σώμα του. Και για να θυμηθούμε τον Παπαδιαμάντη στο διήγημα τον «Ερωτας στα χιόνια» παραθέτουμε απόσπασμα που τόσο ταιριάζει: «Έβρισκε φρικώδη ζέστη εις την χιόνα και επάνω, εις την χιόνα έπεσε χιών και η χιών εστοιβάχθη, εσωρεύθη, δύο πιθαμάς εκορυφώθη και η χιών έγινε σινδών, σάβανον… και άσπρισε όλος και εκοιμήθη εις την χιόνα δια να μην παρουσιασθεί γυμνός και ξετραχηλισμένος αυτός και η ζωή του και αι πράξεις του ενώπιον του κριτού των Παλαιών ημερών του Τρισαγίου». Και πρόβαλλε η κατασκότεινη νύχτα χωρίς το λαμπρό Γενναριάτικο φεγγάρι, ούτε ένα αστέρι δεν αχνόφεγγε ψηλά τα εμπόδιζε το παραβάν της χιονοθύελλας ο παγωμένος αέρας ξύριζε κυριολεκτικά την πλαγιά αυτή τον Ανατ. Πηλίου και θρόιζε μέσα στην ατέλειωτη θάλασσα του Αιγαίου. Από τότε δεν έδωσε σημεία ζωής. Ο Ανδρέας πλέον κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου. Ο φίλος του Ανδρέα που έλειπε στο Βόλο και τον είχε αφήσει το σημείωμα επιστρέφοντας στο Βένετο όταν διάβασε το σημείωμα άρχισε ν’ ανησυχεί. Την ίδια ανησυχία είχε και η κόρη της Χαρίκλειας η Ελένη Βορρέ που διατηρούσαν με τον σύζυγό της εστιατόριο στην Πελασγία, γιατί ένα γράμμα που την έστειλε ο Ανδρέας τους είχε βάλει σε υποψία και αφού καιρό είχαν να πάρουν είδηση ήλθαν στο Βόλο και από εκεί στο Κουλούρι ειδοποιώντας συγχρόνως και την αστυνομία, πράγμα που είχε κάνει και ο φίλος του Ανδρέα από το Βένετο, ο Κωστούλας. Όταν έφτασαν στο Κουλούρι με την αστυνομία βρήκαν το καλύβι κλειδομανταλωμένο και αφού το παραβίασαν βρήκαν άλλο γράμμα, διαθήκη θα λέγαμε, που έλεγε: «Τα βιβλία θα τα δώσετε στο δικηγόρο Αγαμ. Μουρτζόπουλο, το καζάνι στην Αντωνίου και με τις 4.500 δρχ. να πληρωθούν τα χρέη μου». Αυτή ήταν όλη η περιουσία του και λίγες φωτογραφίες και αποκόμματα περιοδικών και εφημερίδων. Ώρες ψάχνανε να τον εντοπίσουν, αλλά πουθενά. Τότε η Ελένη Βορρέ τους κατηύθυνε προς τη θέση «Κορομηλιά» γιατί σ’ εκείνο το μέρος στις 3.30 μ.μ. της 14ης τον Μάρτη δυο Κεραμιδιώτες σ’ αυτή τη θέση που τους υπέδειξε υψ. 850μ. βρήκαν το κατεψυγμένο πτώμα τον Ανδρέα χωρίς καμιά αλλοίωση. Το σεβάστηκαν ακόμη και τα’ αγρίμια που τόσο πολύ τ’ αγαπούσε. Η σήψη μόλις είχε αρχίσει. Την επαύριον 12 άτομα με επικεφαλής τον αστυνόμο Καναλίων με πολύωρη πορεία ανάμεσα στα χιόνια και στις κακοτοπιές έφτασαν στο σημείο που βρέθηκε, όπου τους περίμεναν ένας χωροφύλακας, δυο αγροφύλακες κι’ ένας δασονόμος, οι κ.κ. Ι.Καραϊσκος, Δ.Κοντσεμπάνας, Β.Βαζίκος και Β.Παληκάρης που τον είχαν εντοπίσει και διανυκτέρευσαν κοντά του. Με μεγάλη δυσκολία τον μετέφεραν στην παραλία «Άγιος Νικόλαος» και μετά στο λιμανάκι «Αγριελιά» εκεί με κάίκι στο Καμάρι του Κεραμιδίου. Το βράδυ διακομίστηκε η κατεψυγμένη σορός του στο Βόλο κι’ έγινε η σχετική νεκροτομή η οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο θάνατος επήλθε από τη ψύχος πριν ένα μήνα. Ακόμη διαπιστώθηκε ότι ήταν καρδιοπαθής, ενώ βρέθηκε κακοήθης όγκος στους πνεύμονες ο ενταφιασμός τον έγινε στο νεκροταφείο τον Βόλου. Στην κηδεία παρέστη η ανεψιά τον Ειρήνη με το σύζυγό της από την Αυστρία, ενώ η γυναίκα τον άρρωστη δεν μπόρεσε να παραβρεθεί, η δε κόρη του Ρίκελ δεν παρέστη γιατί όπως λέγανε την είχε αποκληρώσει. Έτσι ο Ανδρέας δεν ευδόκησε ν’ αναπάψει το πολυβασανισμένο κορμί στον τάφο του στο Κουλούρι, πού το είχε αγαπήσει, όσο τίποτε στον κόσμο. Εκεί που πρωτάρχισε τη ζωή τον, στην Ελλάδα και εκεί που άφησε την τελευταία τον ανάσα. Η Ληξιαρχική πράξη στις 17 τον Μάρτη 1981 συντάχτηκε στο Δήμο Ν.Ιωνίας και γράφει ότι απεβίωσε στις 16 Φεβρουαρίου 1981 με αιτία θανάτου καρδιακή ανακοπή. Μετά ένα χρόνο και συγκεκριμένα στις 19 τον Γενάρη τον 1982 ακολούθησε το σύζυγό της στο τελευταίο τον ταξίδι και η Χαρίκλεια. Μετά την εκταφή τον Ανδρέα τα οστά τα μετέφεραν και τα εναπόθεσαν στην «Κορομηλιά» και εντοίχισαν μια χάλκινη με το όνομά του.

Ο Αλφόνς ξεναγεί από την βάρκα του στην Π. Μιτζέλα.

Ο Ανδρέας για όσους τον γνώρισαν υπήρξε μια μεγάλη προσωπικότητα. Πολλοί τον θεώρησαν ως κατάσκοπο, άλλοι ως playboy κι’ αυτός έλεγε πολλές φορές ότι είναι ένας «καλός τυχοδιώκτης». ‘Ομως αυτός ο αμφιλεγόμενος είχε μια εσωτερική φλόγα για την Ελλάδα και ο καημός του ήταν γιατί δεν γεννήθηκε ‘Ελληνας. ‘Ηταν αληθινά σοφός και είχε αδαμάντινο και ακέραιο χαρακτήρα. ‘Ηξερε να εκτιμά και ν’ αγαπά και το πιο απλό και ασήμαντο. Τα καταγάλανα και εμβριθή μάτια του σε κοιτούσαν τόσο ερευνητικά που σε καθήλωναν. Η ζωή του ήταν ένα καταπληκτικό παιχνίδι που το έπαιζε με τους όρους τους δικούς του. ‘Ηξερε να επιβάλλεται και τα λόγια τον ήταν κοφτά και σταράτα. Οι παρατηρήσεις του στο προσωπικό ήταν αυστηρές για να είναι προσεκτικοί και τέλειοι. Η φήμη της πανσιόν δεν επέτρεπε ν’ απογοητεύονται οι πελάτες. ‘Ηταν συνεχώς στο πόδι, δε λογάριαζε κούραση. Παρ’ όλη τη διαρκή κινητοποίηση τον έβρισκε το χρόνο να ασχολείται με την οργάνωση και τη μεθόδευση της δουλειάς του. Ακόμη ξέκλεβε χρόνο από τον ύπνο να γράφει και να διαβάζει. ‘Ενα χειρόγραφο του το «Raudfischez von Hellas», πού θα πεί ληστοψαράδες της Ελλάδας, ένας ανεψιός το αντέγραψε και το παρουσίασε ως δικό του και αποτέλεσε το σενάριο ταινίας στην οποία έπαιζε και η Μαρία Σέλ. Μόλις το πληροφορήθηκε ο Ανδρέας έκανε ασφαλιστικά μέτρα και απαγορεύτηκε η προβολή της. Στο Βόλο ο Ανδρέας ως νομικό σύμβουλο είχε τον κ. Αγαμ. Μουρτζόπουλο, τον οποίο θαύμαζε για τις γνώσεις τον και τον αποκαλούσε σοφό. Ο κ. Μουρτζόπουλος τον εξυπηρετούσε αφιλοκερδώς. Για τον Ανδρέα ο Α. Μουρτζόπουλος λέει ότι: «ήταν ένας θαυμάσιος άνθρωπος ο οποίος καταδιώχτηκε και πέθανε φτωχός και ότι είχε άριστη γνώση της Νεοελληνικής γλώσσας και τα αισθήματα του για τους ανθρώπους ήταν θαυμάσια, ενώ για τούς Ναζί δεν είχε ποτέ αγαθά αισθήματα». Για τον τρόπο τον θανάτου που επέλεξε, ο επίτιμος πρόεδρος τον Δικηγορικού Συλλόγου Βόλου Δ. Δημητρίου με επιστολή τον στις 17-03-1981 στην εφημερίδα «Ο Ταχυδρόμος» τον Βόλου δικαιολογεί τον τρόπο τον θανάτου που επέλεξε τονίζει ότι η απόφασή του σαν σκέψη και σαν πράξη… συγκινεί κάθε στοχαζόμενο άνθρωπο, αφού δεν μπορεί παρά να οφείλεται σε άνθρωπο με υψηλή πνευματική και ψυχική δύναμη και ικανό να περιφρονήσειτη γήινη πραγματικότητα, όταν αυτή καταντά αγωνία και θλίψη και για τους πέριξ αφορμή απογοητεύσεων. Και συνεχίζοντας γράφει ότι και οι αρχαίοι εύχονταν «άμοχθον και ευθάνατον γήρας», ο δε λαός μας εύχεται «καλά στερνά». Κάτι παρόμοιο αιτούμεθα και εμείς προς τον πανοικτίρμονα Θεό να είναι «Χριστιανά τα τέλη της ζωής ημών ανώδυνα ανεπαίσχυντα και ειρηνικά και καλή απολογίαν»… Εδώ τελειώνει ο βίος και η πολιτεία τον παρεξηγημένου και παράξενου ξένου τον Αλφόνς, Ανδρέα. Ο Θεός ας αναπαύει την ψυχή του.
Κ. Δ. ΠΑΤΡΙΚΟΣ

Στο τάφο του Ανδρέα στο Κουλούρι η κ.Ελένη Βορρέ

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized and tagged , , , , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s